Το τέλος χαρτοσήμου στα άτυπα δάνεια των ιδιωτών

Οι «αστικές συμβάσεις», δηλαδή οι συμβάσεις μεταξύ ιδιωτών, υπόκεινται συνήθως σε αναλογικό χαρτόσημο

19 Μαι 2020 - 09:15

Picture 0 for Το τέλος χαρτοσήμου στα άτυπα δάνεια των ιδιωτών

Το τέλος χαρτοσήμου είναι ένας φόρος που επιβάλλεται σε αρκετές συναλλαγές για τις οποίες καταρτίζεται έγγραφο στην Ελλάδα. Επίσης, χαρτόσημο επιβάλλεται και σε συναλλαγές οι οποίες αποδεικνύονται από εγγραφές στα λογιστικά βιβλία επιτηδευματιών, καθώς και η έγγραφη εξόφληση συμβάσεων, οι οποίες δεν χαρτοσημάνθηκαν κατά την κατάρτισή τους.

 

Δεν υπάγονται σε χαρτόσημο οι συναλλαγές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ΦΠΑ (π.χ. πωλήσεις αγαθών και υπηρεσιών) ή οι συμβάσεις για τις οποίες οφείλεται φόρος μεταβίβασης ακινήτων, φόρος γονικής παροχής, δωρεάς ή κληρονομίας κ.λπ. και γενικά κάθε σύμβαση η οποία απαλλάσσεται ρητά του τέλους χαρτοσήμου (π.χ. μεταβιβάσεις μετοχών).

 

Οι «αστικές συμβάσεις», δηλαδή οι συμβάσεις μεταξύ ιδιωτών, υπόκεινται συνήθως σε αναλογικό χαρτόσημο (συν εισφορά υπέρ ΟΓΑ) 3,6%, ενώ οι «εμπορικές συμβάσεις» (μεταξύ εταιρειών, εμπόρων κ.λπ.) υπάγονται σε χαρτόσημο 2,4%. Το χαρτόσημο υπολογίζεται συνήθως επί της χρηματικής αξίας τής προς χαρτοσήμανση σύμβασης ή συναλλαγής.

 

Το άτυπο δάνειο ιδιωτών. Το χαρτόσημο αφορά έγγραφες συμβάσεις ή συναλλαγές που προκύπτουν από τα βιβλία επιτηδευματιών. Ειδικότερα, οι δανειακές συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ ιδιωτών μπορεί να καταρτίζονται είτε εγγράφως είτε να είναι άτυπες, χωρίς τήρηση του έγγραφου τύπου. Στις «άτυπες» δανειακές συμβάσεις μεταξύ ιδιωτών (όταν δηλ. δεν συντάχθηκε έγγραφο κατά τη σύσταση ή την εξόφληση του δανείου), δεν συντρέχει περίπτωση καταβολής τέλους χαρτοσήμου, βάσει πάγια νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 1514/1956, ΣτΕ 578/1957), καθ’ όσον ελλείπει η βασική προϋπόθεση της ύπαρξης εγγράφου (σύμβασης ή εγγραφής στα βιβλία ή εξοφλητικής απόδειξης).

 

Την ίδια θέση είχε ακολουθήσει και η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) της ΑΑΔΕ σε αρκετές αποφάσεις της. Ωστόσο, η απόφαση της ΔΕΔ Θεσσαλονίκης υπ’ αριθμ. 259/2019 ανέτρεψε τα δεδομένα. Η απόφαση αυτή, ερμηνεύοντας διασταλτικά τον νόμο, έκρινε ότι «άτυπο» δάνειο μεταξύ ιδιωτών, το οποίο πραγματοποιήθηκε με τραπεζική κατάθεση, υπόκειται σε χαρτόσημο. Η προϋπόθεση του έγγραφου τύπου κρίθηκε ότι πληρώθηκε μέσω της απεικόνισης της κατάθεσης του δανείου στο βιβλιάριο της τράπεζας.

 

Συγκεκριμένα, κρίθηκε: «Επειδή το βιβλιάριο της τράπεζας εξομοιώνεται με ιδιωτικό έγγραφο, παράγει πλήρη απόδειξη για όσα αναγράφει (5553/2006 ΕΦΑΘ, 95/2005 ΑΠ). Επειδή το βιβλιάριο καταθέσεων ταμιευτηρίου, το οποίο εκδίδει και παραδίδει στον καταθέτη η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία και στο οποίο απεικονίζονται, από τον Η/Υ της, τόσο η αρχική κατάθεση όσο και οι μεταγενέστερες καταθέσεις ή αναλήψεις χρημάτων που ο ίδιος υπογράφει και που τηρούνται στο αρχείο της τράπεζας και στην μνήμη του Η/Υ, το βιβλιάριο καταθέσεων, μόλις προσκομισθεί, εξομοιώνεται με ιδιωτικό έγγραφο, κατά την έννοια της ΚΠολΔ 444 αριθ. 3 και αποτελεί πλήρη απόδειξη, κατ’ άρθρον 448 παρ. 2 ΚΠολΔ, για όσα γεγονότα και πράγματα αναγράφει με μηχανική απεικόνιση, επιτρεπομένης μόνο της ανταποδείξεως κατά της αληθείας των εγγραφών (6812/2003 ΕφΑθ)».

 

Συνεπώς, με βάση την απόφαση αυτή, το μόνο άτυπο δάνειο που δεν υπόκειται σε χαρτόσημο είναι αυτό που καταβάλλεται σε μετρητά (και όχι με τραπεζική κατάθεση, γιατί τότε υφίσταται έγγραφος τύπος).

 

Βέβαια, τελικά η ορθότητα και νομιμότητα της εν λόγω απόφασης της ΔΕΔ θα κριθεί από τα διοικητικά δικαστήρια. Ωστόσο, μέχρι την ύπαρξη σχετικής νομολογίας (και υιοθέτησής της από τη φορολογική διοίκηση), η ανωτέρω απόφαση ενδέχεται να επηρεάσει εφεξής τις κρίσεις των φορολογικών ελεγκτικών αρχών.

 

Η παραγραφή του χαρτοσήμου. Από την 1/1/2014 ισχύει στο χαρτόσημο η πενταετής παραγραφή και οι λοιπές διατάξεις του άρθρου 36 του νέου κώδικα φορολογικής διαδικασίας.

 

Πλέον, δε, με την πρόσφατη απόφαση 433/2020 του Συμβουλίου της Επικρατείας, κρίθηκε οριστικά ότι και για τις χρήσεις έως την 31η/12/2013 η αξίωση του Δημοσίου για την επιβολή τελών υπόκειται κατ’ αρχήν σε πενταετή προθεσμία παραγραφής και, κατ’ εξαίρεσιν, σε δεκαετή προθεσμία παραγραφής, εάν συντρέχουν συμπληρωματικά στοιχεία. Αντίθετα, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η εικοσαετής παραγραφή του αστικού κώδικα, καθόσον ρυθμίζει αστικές σχέσεις και όχι τις φορολογικές διαφορές.

 

* Η κ. Τζένη Πάνου είναι υπεύθυνη του φορολογικού τμήματος της ASnetwork (www.asnetwork.gr).

 

kathimerini.gr