Το πολυετές πακέτο φορολογικών παρεμβάσεων, που ξεκινά να ενεργοποιείται από το 2027 και ξεδιπλώνεται έως το 2034, αλλάζει σταδιακά τον φορολογικό λογαριασμό των επιχειρήσεων, με αιχμή την κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος, την ταχύτερη απόσβεση των επενδύσεων και τη σημαντική αποκλιμάκωση της προκαταβολής φόρου.
Το νέο πλαίσιο δεν προβλέπει οριζόντια μείωση του συντελεστή φορολογίας των επιχειρηματικών κερδών, ο οποίος παραμένει στο 22%. Επιχειρεί, όμως, να παρέμβει σε τρία διαφορετικά σημεία που επηρεάζουν άμεσα την καθημερινότητα και τον σχεδιασμό των επιχειρήσεων: το πάγιο φορολογικό κόστος, τη ρευστότητα και την απόδοση των νέων επενδύσεων.
Η αρχή γίνεται το 2027, όταν καταργείται το τέλος επιτηδεύματος για τις επιχειρήσεις της περιφέρειας και ταυτόχρονα τίθενται σε εφαρμογή οι επιταχυνόμενες αποσβέσεις για νέες αγορές μηχανολογικού εξοπλισμού. Έναν χρόνο αργότερα ξεκινά η αντίστροφη μέτρηση και για το τέλος επιτηδεύματος στην Αττική, ενώ από τις φορολογικές δηλώσεις του 2029 αρχίζει η σταδιακή μείωση της προκαταβολής φόρου των νομικών προσώπων από το 80% στο 50%.
Τέλος επιτηδεύματος: Πρώτα η περιφέρεια, μετά η Αττική
Η πρώτη άμεση ελάφρυνση έρχεται από το 2027 και αφορά περίπου τις μισές επιχειρήσεις που σήμερα επιβαρύνονται με τέλος επιτηδεύματος.
Για το φορολογικό έτος 2026 καταργείται το τέλος για τις έδρες και τα υποκαταστήματα νομικών προσώπων που βρίσκονται εκτός Περιφέρειας Αττικής. Στην κατάργηση περιλαμβάνεται και η Περιφερειακή Ενότητα Νήσων της Αττικής.
Για τις υπόλοιπες επιχειρήσεις της Αττικής θα απαιτηθούν δύο ακόμη βήματα: το τέλος μειώνεται κατά 50% το 2028 και μηδενίζεται το 2029.
Η έκταση της παρέμβασης αποτυπώνεται στα στοιχεία του 2025, όταν τέλος επιτηδεύματος βεβαιώθηκε σε 245.003 νομικά πρόσωπα. Από αυτά, τα 121.922, δηλαδή περίπου τα μισά, είχαν έδρα εκτός Αττικής.
Το δημοσιονομικό κόστος της κατάργησης υπολογίζεται σε 82 εκατ. ευρώ το 2027, ανεβαίνει στα 138 εκατ. το 2028 και στα 195 εκατ. το 2029, για να φτάσει περίπου στα 201 εκατ. ευρώ το 2030.
Από 800 έως 2.000 ευρώ η άμεση εξοικονόμηση
Τα παραδείγματα δείχνουν ότι η ελάφρυνση γίνεται μεγαλύτερη όσο αυξάνεται ο αριθμός των εγκαταστάσεων μιας επιχείρησης.
Μια εταιρεία με έδρα στη Λάρισα και χωρίς υποκατάστημα, η οποία το 2026 καταβάλλει 800 ευρώ τέλος επιτηδεύματος, από το 2027 δεν θα πληρώνει τίποτα.
Επιχείρηση με έδρα και ένα υποκατάστημα στη Θεσσαλονίκη, που σήμερα επιβαρύνεται με 1.600 ευρώ, απαλλάσσεται επίσης πλήρως από το 2027.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η διαφορά για εταιρεία με έδρα στο Ηράκλειο και δύο υποκαταστήματα, στα Χανιά και στο Ρέθυμνο. Από τα 2.000 ευρώ που πληρώνει σήμερα, ο λογαριασμός πέφτει στο μηδέν το 2027.
Πιο σύνθετη είναι η εικόνα για επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται ταυτόχρονα στην Αττική και στην υπόλοιπη χώρα. Εταιρεία με έδρα στην Αθήνα και υποκαταστήματα στη Θεσσαλονίκη και την Πάτρα πληρώνει σήμερα 2.200 ευρώ. Το 2027 η επιβάρυνση περιορίζεται στα 1.000 ευρώ, το 2028 στα 500 ευρώ και το 2029 μηδενίζεται.
Αντίστοιχα, επιχείρηση με έδρα στη Θεσσαλονίκη και υποκατάστημα στην Αθήνα βλέπει τον λογαριασμό να υποχωρεί από 1.600 ευρώ σήμερα σε 600 ευρώ το 2027, 300 ευρώ το 2028 και μηδέν το 2029.
Επενδύσεις: Απόσβεση μηχανημάτων σε έξι αντί δέκα χρόνια
Το δεύτερο σκέλος του πακέτου επιχειρεί να δώσει φορολογικό κίνητρο στις επιχειρήσεις που επενδύουν στην ανανέωση του παραγωγικού τους εξοπλισμού.
Σήμερα τα μηχανήματα και ο εξοπλισμός – με εξαίρεση ηλεκτρονικούς υπολογιστές και λογισμικό – αποσβένονται με συντελεστή 10% ετησίως, δηλαδή σε δέκα χρόνια.
Για τις δαπάνες που θα πραγματοποιούνται από την 1η Ιανουαρίου 2027 και μετά, ο χρόνος απόσβεσης περιορίζεται στα έξι χρόνια.
Η απόσβεση θα γίνεται με επιταχυνόμενο ρυθμό: 10% το πρώτο έτος, 10% το δεύτερο, 15% το τρίτο, 15% το τέταρτο και 25% σε καθένα από τα δύο τελευταία έτη.
Η αλλαγή δεν μειώνει τον ονομαστικό συντελεστή φορολογίας, αλλά επιτρέπει στην επιχείρηση να αναγνωρίσει ταχύτερα μεγαλύτερο μέρος της επενδυτικής δαπάνης, περιορίζοντας αντίστοιχα τα φορολογητέα κέρδη στα συγκεκριμένα έτη.
Τι σημαίνει για επένδυση 100.000 ευρώ
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα μιας επιχείρησης που αγοράζει το 2027 μηχανολογικό εξοπλισμό αξίας 100.000 ευρώ.
Με το σημερινό καθεστώς θα αποσβένει 10.000 ευρώ τον χρόνο και, με φορολογικό συντελεστή 22%, η ετήσια φορολογική ωφέλεια θα είναι 2.200 ευρώ.
Με το νέο σύστημα, η φορολογική ωφέλεια θα είναι 2.200 ευρώ τα έτη 2028 και 2029, θα ανεβαίνει στα 3.300 ευρώ τα έτη 2030 και 2031 και θα φτάνει τα 5.500 ευρώ το 2032 και το 2033.
Το μέτρο αποκτά μεγαλύτερη σημασία εάν ληφθεί υπόψη ότι οι επενδύσεις των ιδιωτικών επιχειρήσεων σε μηχανολογικό εξοπλισμό εκτιμάται ότι θα φτάσουν περίπου τα 9,7 δισ. ευρώ το 2027.
Η δημοσιονομική επίπτωση θα εμφανιστεί με χρονική υστέρηση και θα κορυφωθεί στα μέσα της επόμενης δεκαετίας. Η μείωση της βεβαίωσης φόρου νομικών προσώπων υπολογίζεται σε 48 εκατ. ευρώ το 2030, 125 εκατ. το 2031, 299 εκατ. το 2032 και 530 εκατ. ευρώ το 2033.
Το μεγάλο στοίχημα της προκαταβολής φόρου
Η τρίτη παρέμβαση έχει μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα, αλλά αγγίζει ένα από τα σταθερά αιτήματα της επιχειρηματικής αγοράς: την προκαταβολή φόρου.
Σήμερα τα νομικά πρόσωπα προκαταβάλλουν το 80% του φόρου που αναλογεί. Από το φορολογικό έτος 2028, δηλαδή στις δηλώσεις του 2029, ο συντελεστής αρχίζει να μειώνεται κατά πέντε ποσοστιαίες μονάδες κάθε χρόνο.
Έτσι, η προκαταβολή θα πέσει στο 75% το 2029, στο 70% το 2030, στο 65% το 2031, στο 60% το 2032, στο 55% το 2033 και τελικά στο 50% στις δηλώσεις του 2034.
Με την ολοκλήρωση της μεταρρύθμισης, η προκαταβολή των νομικών προσώπων θα έχει εξισωθεί με αυτή των ατομικών επιχειρήσεων, η οποία προβλέπεται να έχει ήδη μειωθεί από 55% σε 50%.
Υπάρχει, πάντως, μία σημαντική εξαίρεση: για τα τραπεζικά ιδρύματα η προκαταβολή φόρου παραμένει στο 100%.
Το κέρδος για μια επιχείρηση με 100.000 ευρώ κέρδη
Για μια εταιρεία με σταθερά ετήσια κέρδη 100.000 ευρώ, η σταδιακή μείωση της προκαταβολής κατά πέντε μονάδες θα περιορίζει τον φορολογικό λογαριασμό κατά 1.100 ευρώ ετησίως στις δηλώσεις από το 2029 έως και το 2034.
Μεγαλύτερο γίνεται το όφελος για μια αναπτυσσόμενη επιχείρηση.
Εάν τα κέρδη ξεκινούν από 100.000 ευρώ και αυξάνονται κατά 10.000 ευρώ κάθε χρόνο, η μείωση φόρου διαμορφώνεται στα 1.210 ευρώ το 2029, στα 1.430 ευρώ το 2030, στα 1.650 ευρώ το 2031, στα 1.870 ευρώ το 2032, στα 2.090 ευρώ το 2033 και φτάνει στα 2.310 ευρώ το 2034.
Ακόμη και μετά την ολοκλήρωση της σταδιακής αποκλιμάκωσης, η συγκεκριμένη επιχείρηση εξακολουθεί να έχει όφελος, καθώς για την αύξηση της κερδοφορίας της θα προκαταβάλλει πλέον το 50% και όχι το 80% του αναλογούντος φόρου.
Το δημοσιονομικό κόστος της παρέμβασης υπολογίζεται σε 373 εκατ. ευρώ το 2029 και 394 εκατ. ευρώ το 2030, ενώ αυξάνεται σταδιακά για να φτάσει περίπου τα 483 εκατ. ευρώ το 2034.
Τρία μέτρα, τρεις διαφορετικοί στόχοι
Το επιχειρηματικό πακέτο έχει έτσι τρεις διαφορετικές ταχύτητες και τρεις διαφορετικές στοχεύσεις.
Η κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος προσφέρει την πιο άμεση και εύκολα μετρήσιμη ελάφρυνση, αρχικά στην περιφέρεια και στη συνέχεια στην Αττική. Οι επιταχυνόμενες αποσβέσεις επιχειρούν να κατευθύνουν κεφάλαια σε παραγωγικές επενδύσεις και εκσυγχρονισμό εξοπλισμού. Και η μείωση της προκαταβολής φόρου απελευθερώνει σταδιακά ρευστότητα, με μεγαλύτερο όφελος για επιχειρήσεις που αυξάνουν την κερδοφορία τους.
Το κοινό χαρακτηριστικό είναι ότι το μεγαλύτερο μέρος του οφέλους δεν έρχεται μονομιάς. Το πακέτο ξεκινά το 2027, αλλά η πλήρης εικόνα διαμορφώνεται σε βάθος χρόνου, καθώς το τέλος επιτηδεύματος μηδενίζεται παντού το 2029 και η προκαταβολή φόρου χρειάζεται έως το 2034 για να υποχωρήσει από το 80% στο 50%.
Για τις επιχειρήσεις, επομένως, το νέο φορολογικό τοπίο δεν αλλάζει τόσο τον συντελεστή φορολόγησης των κερδών όσο τον χρόνο και τον τρόπο με τον οποίο πληρώνεται ο φόρος. Και ακριβώς εκεί βρίσκεται το βασικό οικονομικό αποτύπωμα των παρεμβάσεων: λιγότερο πάγιο κόστος, ταχύτερη φορολογική αναγνώριση των επενδύσεων και περισσότερη ρευστότητα για την επόμενη ημέρα.