Με τις ανεξόφλητες υποχρεώσεις του Δημοσίου προς ιδιώτες να παραμένουν σε επίπεδα άνω των 3 δισ. ευρώ, το οικονομικό επιτελείο επιχειρεί να βάλει τέλος σε ένα χρόνιο πρόβλημα που στερεί κρίσιμη ρευστότητα από την πραγματική οικονομία. Το υπουργείο Οικονομικών απευθύνει σαφές μήνυμα προς όλους τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, θέτοντας σε καθεστώς στενής παρακολούθησης όσους καθυστερούν συστηματικά τις πληρωμές τους.
Στο πλαίσιο της εγκυκλίου για την εκτέλεση του προϋπολογισμού του 2026, ο υφυπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Θάνος Πετραλιάς επισημαίνει ότι η συρρίκνωση των ληξιπρόθεσμων οφειλών αποτελεί βασική προϋπόθεση τόσο για τη δημοσιονομική εξυγίανση όσο και για την τόνωση της αγοράς. Με βάση αυτό το σκεπτικό, ζητείται από τις οικονομικές υπηρεσίες των φορέων να προχωρούν χωρίς καθυστερήσεις στην εξόφληση παλαιών υποχρεώσεων και, κυρίως, να αποτρέπουν τη δημιουργία νέων.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην αναζήτηση των αιτιών που οδηγούν σε καθυστερήσεις πληρωμών. Οι διοικήσεις καλούνται να παρεμβαίνουν άμεσα, λαμβάνοντας διοικητικά ή νομοθετικά μέτρα όπου απαιτείται, ώστε να μην επαναλαμβάνεται η συσσώρευση χρεών προς προμηθευτές.
Στενή παρακολούθηση και παρέμβαση στους φορείς
Παράλληλα, οι φορείς που υποβάλλουν μηνιαία στοιχεία καλούνται να ελέγχουν αν υπάρχουν επιπλέον ληξιπρόθεσμες οφειλές –όπως υποθέσεις σε δικαστική εκκρεμότητα, κατασχέσεις ή πληρωμές που «κόλλησαν» λόγω ελλιπών δικαιολογητικών– και να τις εντάσσουν κανονικά στους σχετικούς καταλόγους.
Παρότι την περίοδο 2018-2022 τα κρατικά χρέη είχαν περιοριστεί ακόμη και κάτω από τα 2 δισ. ευρώ, τα τελευταία χρόνια η εικόνα αντιστράφηκε. Οι οφειλές αυξήθηκαν εκ νέου, αγγίζοντας επίπεδα αντίστοιχα με εκείνα του 2017, όταν η χώρα βρισκόταν σε καθεστώς μνημονιακής επιτήρησης.
Τον μεγαλύτερο «πονοκέφαλο» εξακολουθούν να προκαλούν τα δημόσια νοσοκομεία, με τα χρέη τους να ξεπερνούν το 1,7 δισ. ευρώ. Οι καθυστερήσεις στις πληρωμές έχουν ήδη οδηγήσει σε καταδίκη της χώρας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, αναδεικνύοντας τη σοβαρότητα του προβλήματος.
Για την αντιμετώπιση της κατάστασης, έχει συσταθεί ειδική επιτροπή που εξετάζει αναλυτικά τα δεδομένα, ενώ σε συνεργασία με τη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων τέθηκε σε λειτουργία νέα ψηφιακή πλατφόρμα ηλεκτρονικής υποβολής τιμολογίων.
Νοσοκομεία και ψηφιακή παρακολούθηση των οφειλών
Η επεξεργασία των στοιχείων αναμένεται να προσφέρει, για πρώτη φορά, πλήρη εικόνα σχετικά με το ποιοι φορείς χρωστούν, πόσα οφείλουν και γιατί οι πληρωμές καθυστερούν, παρότι τα κονδύλια έχουν προβλεφθεί.
Όσοι φορείς εξακολουθούν να εμφανίζουν ασυνέπεια θα υπαχθούν σε αυξημένη εποπτεία, ενώ τα στοιχεία τους θα δημοσιοποιούνται τακτικά, στο πλαίσιο της ενίσχυσης της διαφάνειας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, τον Οκτώβριο του 2025 οι συνολικές ληξιπρόθεσμες οφειλές ανήλθαν σε 3,1 δισ. ευρώ. Από αυτά, τα δημόσια νοσοκομεία οφείλουν 1,74 δισ. ευρώ, οι Οργανισμοί Κοινωνικής Ασφάλισης 590 εκατ. ευρώ, ο ΕΟΠΥΥ 248 εκατ. ευρώ, οι ΟΤΑ 239 εκατ. ευρώ και τα ΝΠΔΔ 236 εκατ. ευρώ.
Για να στηριχθεί η ταμειακή ρευστότητα, συνεχίζεται η προκαταβολική καταβολή μέρους των ετήσιων επιχορηγήσεων, ενώ ειδικά τα νοσοκομεία λαμβάνουν την κρατική χρηματοδότηση τμηματικά και εμπροσθοβαρώς. Στο πεδίο των συντάξεων, οι κύριες απονομές έχουν επιταχυνθεί, ωστόσο οι επικουρικές παραμένουν «αγκάθι» έως ότου ολοκληρωθεί η ψηφιοποίηση των αρχείων.