`Αρειος Πάγος
Αριθ.απόφασης: 364/2007
Δικαστής: Σπυρίδωνας Κολυβάς, Αντιπρόεδρος
Αρεοπαγίτες: Ανδρέας Μαρκάκης, Ηλίας Γιαννακάκης,
Αθανάσιος Θεμέλης, Σπυρίδωνας Ζιάκας
Καταγγελία σύμβασης εργασίας συνδικαλιστή. Οι λόγοι καταγγελίας αναφέρονται στο νόμο περιοριστικά. Παρ΄ όλα αυτά, η επίκληση της προστασίας του Ν. 1264/82 αντιτίθεται στο άρθρ. 281 ΑΚ, όταν ο συνδικαλιστής με κακόβουλη συμπεριφορά του, έξω από τα όρια της γνήσιας συνδικαλιστικής δράσης, εκλόνισε, κατ΄ αντικειμενική κρίση, σε τέτοιο βαθμό το αναγκαίο κλίμα εμπιστοσύνης και συνεργασίας, ώστε να καθίσταται αδύνατη η ομαλή λειτουργία της σχέσεως εργασίας στο μέλλον, όπως λ.χ. με την τέλεση ποινικού αδικήματος (συκοφαντική δυσφήμηση του εργοδότη) κατά τη διάρκεια της υπερημερίας του εργοδότη. Σε αυτή την περίπτωση, δεν απαιτείται για τη νέα καταγγελία να προηγηθεί σχετική απόφαση της επιτροπής του άρθρου 15.
[...] Για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει, μεταξύ άλλων, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους, το παραδεκτό της προσαγωγής τους και να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη του τις ενώπιον αυτού προσκομισθείσες με επίκληση ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, υπ΄ αριθμ. .... του μάρτυρα ....ενώπιον της Συμ/φου............., ....του μάρτυρα .....ενώπιον του Ειρηνοδίκη Κερκύρας και .... της μάρτυρος ....., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο των ενόρκων αυτών βεβαιώσεων, ο ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκαν, καθώς και το παραδεκτό της προσκομιδής τους, ότι δηλαδή αυτές λήφθηκαν μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων. Από τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 5, 10 και 15 του Ν. 1264/82, με τις οποίες θεσπίστηκε αυξημένη ειδική προστασία των συνδικαλιστικών στελεχών απέναντι στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη, προκύπτει ότι κατ΄ αρχήν απαγορεύεται η απόλυση συνδικαλιστικών στελεχών, εκτός εάν συντρέχει ένας από τους λόγους που περιοριστικώς αναφέρονται στην παράγραφο 10 του εν λόγω άρθρου 14 και διαπιστωθεί αυτός κατά τη διαδικασία που ορίζει το άρθρο 15 του ιδίου νόμου. Εάν δε συντρέχει ο λόγος αυτός και δε διαπιστωθεί κατά την προαναφερθείσα διαδικασία, η καταγγελία από τον εργοδότη της συνδέουσας αυτόν με το συνδικαλιστικό στέλεχος συμβάσεως εργασίας είναι άκυρη και θεωρείται ότι δεν έγινε (άρθρο 180 ΑΚ). Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης, αρνούμενος να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού συνδικαλιστικού στελέχους, περιέρχεται σε υπερημερία εργοδότη και οφείλει μισθούς υπερημερίας (ΑΠ 455/04). Και ναι μεν η απαρίθμηση των λόγων καταγγελίας είναι, όπως προαναφέρθηκε περιοριστική και έτσι δεν επιτρέπεται αυτή για λόγους άλλους που δεν προβλέπει η παραπάνω διάταξη ούτε με διεύρυνσή τους με τη μέθοδο της αναλογίας, πλην όμως, η επίκληση της προστασίας των άρθρων 14 και 15 του Ν. 1264/82 και η άσκηση αξιώσεων που προϋποθέτουν την ακυρότητα της απολύσεως όπως αυτή για την επιδίκαση μισθών υπερημερίας, υπερβαίνει προφανώς τα όρια του άρθρου 281 ΑΚ και είναι καταχρηστική, όταν το συνδικαλιστικό στέλεχος με κακόβουλη συμπεριφορά του, που εξέρχεται των ορίων της γνήσιας συνδικαλιστικής δράσεως, με την οποία πράγματι επιδιώκεται, σύμφωνα με το άρθρο 4, παρ. 1 του Ν. 1264/82, η διαφύλαξη και η προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων, έχει κλονίσει κατ΄ αντικειμενική κρίση, σε τέτοιο βαθμό το αναγκαίο κλίμα εμπιστοσύνης και συνεργασίας που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των μερών με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η ομαλή λειτουργία της σχέσεως εργασίας στο μέλλον. Αυτό δε μπορεί να συμβεί και με τη διάπραξη εις βάρος του εργοδότη και αν αυτός είναι προσωπική εταιρεία εις βάρος των μελών της, ποινικών αδικημάτων, μη προβλεπόμενων από το νόμο ως λόγων καταγγελίας, μείζονος ή και ίσης ηθικής και κοινωνικής απαξίας με αυτά που προβλέπονται. Γιατί, ναι μεν οι πιο πάνω διατάξεις τέθηκαν για να διαφυλαχθεί το συνδικαλιστικό στέλεχος, το οποίο, λόγω της αναπτυσσόμενης συνδικαλιστικής του δράσεως, έρχεται σε αντίθεση με τα συμφέροντα του εργοδότη, με αποτέλεσμα την όξυνση των σχέσεών του με αυτόν, πλην όμως αν επέδειξε την προαναφερόμενη συμπεριφορά, ο εξαναγκασμός του εργοδότη να έχει στην εργασία του τέτοιο κακόβουλο μισθωτό υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών. Η διαπίστωση δε της συνδρομής ή μη τέτοιας καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, η οποία μπορεί να θεμελιωθεί και σε συμπεριφορά που εκδηλώνεται κατά τη διάρκεια της υπερημερίας του εργοδότη, δεν είναι έργο της επιτροπής του άρθρου 15 του Ν. 1264/82, η οποία αποφαίνεται αν συντρέχει ή όχι κάποιος νόμιμος λόγος για την εγκυρότητα της απολύσεως του συνδικαλιστικού στελέχους, αλλά των πολιτικών δικαστηρίων, τα οποία επιλαμβάνονται σχετικής αγωγής για καταβολή αποδοχών υπερημερίας (ΑΠ 196/1990). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής κρίσιμα περιστατικά: Με την υπ΄ αριθμ. 261/02 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας, που κατέστη τελεσίδικη μετά την απόρριψη της κατ΄ αυτής ασκηθείσας εφέσεως με την υπ΄ αριθμ. 250/03 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου, ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, ο οποίος από 11/11/96 εργαζόταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως χειριστής μηχανήματος αντλήσεως ετοίμου σκυροδέματος στην επιχείρηση της εναγομένης ομόρρυθμης εταιρείας, απολύθηκε στις ....από αυτήν ακύρως, ήτοι χωρίς να τηρηθούν οι προϋποθέσεις του Ν. 1264/82, λόγω της ιδιότητας αυτού ως προστατευόμενου συνδικαλιστή και ότι έκτοτε η εναγομένη κατέστη υπερήμερη ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του και κατά συνέπεια υπόχρεη να καταβάλλει σ΄ αυτόν μισθούς υπερημερίας. Ότι η υπερημερία αυτή συνεχίστηκε και κατά το επίδικο από 15/2/03 έως 15/4/04 χρονικό διάστημα. Όμως, ο ενάγων, ενεργώντας κακόβουλα και με πρόθεση να διασύρει προσωπικά τα ομόρρυθμα μέλη της πρώτης των εναγομένων, κατήγγειλε, προφορικά κατ΄ αρχήν στις 7/1/03 σε ραδιοφωνική εκπομπή στην Κέρκυρα (...) και ακολούθως κοινοποίησε στις 5/6/03 έγγραφες καταγγελίες προς τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Κερκύρας (Τμήμα Πολεοδομίας) και το Δήμο Κερκυραίων (Πολεοδομικό Γραφείο), στις οποίες ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο δεύτερος των εναγομένων και τα λοιπά ομόρρυθμα μέλη της πρώτης των εναγομένων, εκμισθώνουν στο Ελληνικό Δημόσιο, κτίρια της ιδιοκτησίας τους, που βρίσκονται στην Κέρκυρα (.....), τα οποία είναι παράνομα και επικίνδυνα, ότι έχουν σωρεία πολεοδομικών παραβάσεων και ότι οι μισθώσεις με τις υπηρεσίες του Δημοσίου δεν έγιναν με νόμιμο τρόπο. Ότι με τις ενέργειές του αυτές ο ενάγων δεν απέβλεπε στην προάσπιση, έστω και με έντονη δράση, των συνδικαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων, αλλά, όπως ήδη σημειώθηκε, στον προσωπικό διασυρμό των προαναφερομένων προσώπων. Ο εξαναγκασμός δε του εργοδότη να έχει στην εργασία του τέτοιον κακόβουλο μισθωτό υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών. Ότι για το λόγο αυτόν υπέβαλαν εις βάρος του και σχετικές μηνύσεις για τα αδικήματα της συκοφαντικής δυσφημίσεως και ψευδούς καταμηνύσεως, ενόψει και του γεγονότος ότι οι αρμόδιες τεχνικές υπηρεσίες του Δήμου Κερκυραίων, μετά από αυτοψία που διενήργησαν, δε διαπίστωσαν πολεοδομικές παραβάσεις, πράγμα που βεβαίωσαν και εγγράφως. Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο έκρινε ότι το δικαίωμα του ενάγοντος για καταβολή μισθών υπερημερίας ασκείται καταχρηστικά σχετικά με τη χρονική περίοδο από 5/6/03 (ημερομηνία έγγραφης καταγγελίας του ενάγοντος στις πιο πάνω υπηρεσίες) έως τις 15/4/04 και απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως του ενάγοντος. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, ούτε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διαλαμβάνοντας στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο σχετικά με την ορθή εφαρμογή της. Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναιρέσεως και από τα δύο σκέλη του από τους αριθμούς 1 και 19 αντίστοιχα του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
`Αρειος Πάγος
Αριθ.απόφασης: 66/2007
Δικαστής: Στέφανος Γαβράς, Αντιπρόεδρος
Αρεοπαγίτες: Γεώρ. Καράμπελας, Εμμ. Καλούδης,
Χρ. Αλεξόπουλος και Ειρ. Αθανασίου
Ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση από τον εργοδότη, για την απλήρωτη εργασία του κατά το Σάββατο και την υπερωριακή του απασχόληση από την οποία ωφελείται παράνομα ο εργοδότης. Η αποζημίωση επιδικάζεται κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (904 επ. ΑΚ) και είναι ίση με το ποσό που ο εργοδότης θα κατέβαλε ως βασική αμοιβή σε άλλο μισθωτό με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι λοιπές περιστάσεις του τελευταίου, όπως η προϋπηρεσία και τα οικογενειακά επιδόματα. Καταβάλλεται επομένως ως αποζημίωση το όφελος που αποκόμισε η εταιρεία και το οποίο αντιστοιχεί στο ποσό που θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο υπό τις ίδιες συνθήκες που θα απασχολούνταν έγκυρα.
[...] Επειδή, με τον πρώτο, από το άρθρο 559, αριθ. 11 του ΚΠολΔ, λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί χωρίς νόμιμη επίκληση και συγκεκριμένα τα έγγραφα που είχε προσκομίσει ο αναιρεσίβλητος, μολονότι αυτός δεν τα προσδιόριζε συγκεκριμένα στις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζονται τα έγγραφα που έλαβε υπόψη το Εφετείο χωρίς επίκληση, ούτε και ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου λήφθηκαν αυτά υπόψη.
Επειδή με το δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως, από τη διάταξη του άρθρου 559, αρ. 19 του ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι η αναιρεσείουσα έχει υπεισέλθει στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της εταιρείας..............., από την οποία είχε προσληφθεί αρχικά ο αναιρεσίβλητος, χωρίς να αναφέρει τον τρόπο και το χρόνο που πραγματοποιήθηκε η διαδοχή στο πρόσωπο της εργοδότριας. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει αιτιολογίες ως προς το ζήτημα αυτό, ενόψει του ότι η αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου, συνομολόγησε ότι διαδέχτηκε την προαναφερόμενη εταιρεία. Ο ίδιος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559, αριθ.19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι στερείται αιτιολογίας, αφού δεν αναφέρει τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προέκυψε, ότι ο αναιρεσίβλητος μετέβαινε κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/1997 μέχρι 31/5/2000 τρεις, κατά μέσο όρο, φορές το μήνα στην Ιταλία, πραγματοποιώντας έξι διανυκτερεύσεις εκτός έδρας και εργαζόμενος τρία Σάββατα και τρεις Κυριακές το μήνα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού ως αιτιολογίες κατά το άρθρο 559, αριθ. 19 του ΚΠολΔ νοούνται τα δεκτά γενόμενα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, που αποτελούν το αποδεικτικό του πόρισμα, δηλαδή την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του και όχι η ειδική αναφορά και αξιολόγηση των εκτιμηθέντων από το δικαστήριο κατ΄ ιδίαν αποδεικτικών μέσων.
Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 του Ν. 435/76 και 6 της από 14/2/1984 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας, για την εργασία των υπαγομένων στο σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας μισθωτών, που παρέχεται κατά το Σάββατο και δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερήσιας απασχολήσεως, το οποίο σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9, παρ.1 του Ν.Δ. 1037/1971 καθορίσθηκε σε οκτώ (8) ώρες, οφείλεται αποζημίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, (άρθρ. 904 επ. ΑΚ). Περαιτέρω, για την παροχή παράνομης υπερωριακής εργασίας οφείλεται στο μισθωτό, κατά τις ίδιες διατάξεις, το ποσό που ο εργοδότης θα κατέβαλλε ως βασική αμοιβή σε άλλο μισθωτό με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος (χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι λοιπές προσωπικές περιστάσεις του τελευταίου), αφού κατά το ποσό τούτο, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το νόμιμο ωρομίσθιο, καθίσταται χωρίς νόμιμη αιτία πλουσιότερος ο εργοδότης από την υπερωριακή εργασία του απασχοληθέντος μισθωτού. Για το κατ΄ άρθρο, λοιπόν, 216, παρ. 1 στοιχ. α΄και β΄ του ΚΠολΔ ορισμένο των αντίστοιχων αγωγικών κονδυλίων πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά. Τα ίδια, επίσης περιστατικά που θεμελιώνουν τις σχετικές απαιτήσεις, πρέπει να γίνονται δεκτά και από το δικαστήριο με την απόφαση που τις επιδικάζει. Εξάλλου, o από το άρθρο 559, αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, δηλαδή δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων που ορίζονται από τη διάταξη που εφαρμόστηκε ή περί μη συνδρομής αυτών, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσελήφθη, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, από την εταιρεία........., στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας έχει υπεισέλθει η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, προκειμένου να εργασθεί ως οδηγός φορτηγού - ψυγείου μεταφοράς ψαριών. Ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος είχε συμφωνηθεί να εργάζεται επί πέντε ημέρες την εβδομάδα, εργαζόταν επί 3 Σάββατα κάθε μήνα και για την εργασία του αυτή δικαιούται να λάβει τον πλουτισμό που αποκόμισε η αναιρεσίβλητη και ο οποίος αντιστοιχεί στο ποσό που θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο υπό τις ίδιες συνθήκες που θα απασχολούνταν έγκυρα, ανερχόμενο ειδικότερα στα παρατιθέμενα στην απόφαση ποσά. Περαιτέρω, ο αναιρεσίβλητος, κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/1997 έως 31/5/2000 εργαζόταν 54 ώρες την εβδομάδα, πραγματοποιώντας 6 ώρες παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, για την οποία οφείλεται σ΄ αυτόν, κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ, το ποσό που ο εργοδότης θα κατέβαλε ως βασική αμοιβή σε άλλο μισθωτό με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι λοιπές περιστάσεις του τελευταίου, όπως η προϋπηρεσία, τα οικογενειακά επιδόματα κλπ., αφού κατά το ποσό αυτό, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το νόμιμο ωρομίσθιο, καθίσταται πλουσιότερος ο εργοδότης από την υπερωριακή απασχόληση του μισθωτού, καθώς και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς 100% του ωρομισθίου, με βάση δε τα περιστατικά αυτά, επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο τα αναφερόμενα ποσά. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο διέλαβε πλήρη αιτιολογία, ως προς την αποζημίωση που δικαιούται ο αναιρεσίβλητος, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, για την εργασία του κατά το Σάββατο και την υπερωριακή του απασχόληση, ο δε περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559, αριθ. 19 του ΚΠολΔ, τρίτος, ως προς όλα τα μέρη του, λόγος του δικογράφου των προσθέτων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 559, αριθ.11 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 671, παρ.1, εδ. τελευταίο του ΚΠολΔ, στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση, του αντιδίκου πριν από 24 τουλάχιστον ώρες, κατά το άρθρο 670, εδ. α΄ του ΚΠολΔ οι διάδικοι προσάγουν όλα τα αποδεικτικά τους μέσα έως το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο και κατά το άρθρο 591, παρ.1, εδ. δ΄ του ίδιου Κώδικα οι διάδικοι μπορούν να προσκομίσουν ένορκες βεβαιώσεις έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 674, παρ.2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στην παραπάνω διαδικασία των εργατικών διαφορών οι διάδικοι έχουν τη δυνατότητα προσαγωγής ενόρκων βεβαιώσεων που έχουν ληφθεί ακόμη και μετά τη συζήτηση της έφεσης εντός της παρεχόμενης από το νόμο τριήμερης προθεσμίας προσθήκης και αντίκρουσης, αλλά μόνο αν χρησιμεύουν για την αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν για πρώτη φορά με τις προτάσεις του αντιδίκου στο Εφετείο. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με την προσθήκη των προτάσεών της που κατέθεσε στο Εφετείο, επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο εν λόγω δικαστήριο, προς αντίκρουση των ισχυρισμών που είχε προβάλει με την αγωγή του ο αναιρεσίβλητος, την υπ΄ αριθ. 2733/28-3-2005 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών .... , η οποία είχε ληφθεί ύστερα από προηγούμενη εμπρόθεσμη - πριν από 24 ώρες - κλήτευση του αντιδίκου. Επομένως, η προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση, που δεν είχε προσκομιστεί για την αντίκρουση προταθέντων στο Εφετείο με τις προτάσεις του αντιδίκου νέων ισχυρισμών, ήταν απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο και το Εφετείο που δεν την έλαβε υπόψη δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559, αρ.11 ΚΠολΔ, ο δε περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος του δικογράφου των προσθέτων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
`Αρειος Πάγος Αριθ.απόφασης: 33/2007
Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας: Υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, ο οποίος έχει δικαίωμα ελέγχου του εργαζόμενου.
Σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών: Υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού υπηρεσίες, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές του, ιδίως ως προς τον τρόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.
Η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων με τον τίτλο "σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών", η πληρωμή του εργαζόμενου με δελτίο παροχής υπηρεσιών, η μη υποχρέωσή του να τηρεί συγκεκριμένο ωράριο και η μη εξάρτησή του ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο από την εταιρία, προσιδιάζει σε σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών.
[...] Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρ. 38 Εισ. Ν. ΑΚ), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη. Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξαρτήσεως, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη. Εξάλλου, σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του. Και στην σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι΄ αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς όρους της συμβάσεώς του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη, με την προεκτεθείσα έννοια. Οπωσδήποτε, το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της υπάρξεως εξαρτήσεως, η οποία όμως δεν εξαρτάται μόνον από το αν συντρέχουν όλα ή τα περισσότερα από τα στοιχεία αυτά. Διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσότερων ενδείξεων δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σε αυτή εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσεώς του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο. Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και εν γένει συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξαρτήσεως, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε κατά κρίση ανέλεγκτη τα εξής:
Η αναιρεσίβλητη έχει ως αντικείμενο το σχεδιασμό και επίβλεψη κάθε είδους βιομηχανικών εγκαταστάσεων και έργων υποδομής με ειδίκευση στη βιομηχανία πετρελαίου και αερίου. Το μόνιμο προσωπικό της ανέρχεται σε 200 περίπου εργαζομένους. Ανάλογα όμως με τα έργα που αναλαμβάνει, είναι δυνατόν να χρειάζεται επιπλέον προσωπικό του μονίμως εργαζομένου σ΄ αυτή. Για την αντιμετώπιση των αναγκών κάθε έργου προσλαμβάνει, όταν δεν επαρκεί το μόνιμο προσωπικό της, συνεργάτες τους οποίους χρησιμοποιεί, όσο διαρκεί η εκτέλεσή τους. Έτσι ο αναιρεσείων πολιτικός μηχανικός, με την από 6/9/1995 σύμβαση, που κατάρτισε στην Καλλιθέα Αττικής με την αναιρεσίβλητη υπό τον τίτλο "Σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών" ανέλαβε ως μελετητής την εκπόνηση μελέτης οργάνωσης αποτελούμενης από εξειδικευμένες στο έγγραφο της συμβάσεως φάσεις και δη: Α) Ανάλυσης του υπάρχοντος συστήματος Ελέγχου Έργων, Β) Αναθεώρησης του ρόλου των υπηρεσιών του τμήματος ελέγχου Έργων. Η προθεσμία παράδοσης του έργου ορίστηκε σε τέσσερις μήνες και αμοιβή το ποσό των 4.000.000 δραχμών, πλέον Φ.Π.Α.
Συμφωνήθηκε ότι ο αναιρεσείων, μολονότι διατηρεί δική του επαγγελματική στέγη, θα συνεργάζεται όποτε απαιτείται με τους υπεύθυνους της εταιρείας και ειδικότερα με το διευθυντή των έργων, ο οποίος θα του παραδίδει τα προς επεξεργασία στοιχεία της μελέτης, θα παραλαμβάνει τις ανωτέρω φάσεις της μελέτης και θα πιστοποιεί την πρόοδό της. Για την πληρωμή των καταβολών ο αναιρεσείων ήταν υποχρεωμένος να εκδίδει ισόποσα δελτία παροχής υπηρεσιών θεωρημένα νομίμως από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. και από τις καταβολές αυτές συμφωνήθηκε να παρακρατούνται και να αποδίδονται νομίμως από την αναιρεσίβλητη οι νόμιμοι φόροι. Στην παραπάνω αποζημίωση δεν περιλαμβάνονται οι δαπάνες μετακινήσεως, διαμονής και διαβίωσης, που θα πραγματοποιεί ο αναιρεσείων. Η αναιρεσίβλητη θα παρέχει όλο το απαραίτητο υλικοτεχνικό εξοπλισμό και βοηθητική υποστήριξη στον αναιρεσείοντα για την εκπόνηση της μελέτης. Συμφωνήθηκε επίσης προθεσμία ενός μηνός για καταγγελία της συμβάσεως από κάθε μέρος, ότι ο αναιρεσείων θα παρέχει τις υπηρεσίες του με απόλυτη εχεμύθεια και ότι τα πνευματικά του δικαιώματα θα ανήκουν στην αναιρεσίβλητη. Με το από 30/11/1995 προσάρτημα στην προαναφερθείσα σύμβαση οι διάδικοι αναφέρθηκαν στο περιεχόμενό της, ενώ στις 10/1/1996 καταρτίσθηκε άλλη σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών μεταξύ των διαδίκων, με την οποία συμφωνήθηκε ότι ο αναιρεσείων αναλαμβάνει στα πλαίσια της διευθύνσεως Έργων το συντονισμό των εργασιών προγραμματισμού και ελέγχου έργων, διαχείρισης συμβάσεων και εκτίμησης κόστους για τα έργα φυσικού αερίου, έργα ΕΛΔΑ και έργα της ΕΚΟ. Στις 25/9/1996 και στις 21/12/1998 οι διάδικοι συνυπέγραψαν άλλα προσαρτήματα στη πιο πάνω σύμβαση και την 1/2/1999 κατάρτισαν νέα σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών με την οποία συμφωνήθηκε ότι ο αναιρεσείων θα απασχολείται με τον προγραμματισμό και την παρακολούθηση έργων που αναλαμβάνει η αναιρεσίβλητη κλπ. Στις 2/4/1999, 17/6/1999, 6/10/1999 και 17/1/1999 οι διάδικοι συνυπέγραψαν τέσσερα προσαρτήματα της συμβάσεως και στις 10/1/2000 κατάρτισαν νέα σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, με την οποία συμφωνήθηκε ότι ο αναιρεσείων θα απασχολείται με τον προγραμματισμό και την παρακολούθηση των έργων κλπ. Στις 31/1/2001 οι διάδικοι κατάρτισαν "Συμφωνητικό της παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών", με το οποίο αποφαίνονται ότι ο αναιρεσείων ολοκλήρωσε την παροχή υπηρεσιών του στο έργο, αλλά στις 13-2-2001 επανασυμβλήθηκαν και συμφώνησαν ότι ο αναιρεσείων, που δραστηριοποιείται ως ελεύθερος επαγγελματίας, θα παράσχει υπηρεσίες συναφείς προς την επιστημονική του ειδίκευση στα έργα "Χρονικός - Οικονομικός προγραμματισμός έργων Περιφ. Ελλάδος" κλπ. Στις 31/8/2001 η αναιρεσίβλητη γνωστοποίησε στον αναιρεσείοντα τη διακοπή της συμβάσεώς τους, που θα γινόταν ένα μήνα αργότερα.
Ο αναιρεσείων διετέλεσε:
1) Από 1/12/1995 έως 31/1/1996 υπεύθυνος αυτής για το έργο διαχείρισης της Εγνατίας οδού.
2) Από 1/2/1995 έως 31/12/1997 βοηθός διευθυντή διευθύνσεως έργων στον τομέα υπηρεσιών έργων και παράλληλα από 1/1/19967 έως 30/6/1997 διευθυντής των υπηρεσιών που προσέφερε η αναιρεσίβλητη στο έργο της Εγνατίας οδού.
3) Από 1/1/1998 και εφεξής διαχειριστής έργου επιτελικής παρακολουθήσεως έργων ΥΠΕΧΩΔΕ κλπ. Υπό την ισχύ των ανωτέρω συμβάσεων ο αναιρεσείων δεν ήταν υποχρεωμένος να τηρεί συγκεκριμένο ωράριο. Η καταγραφή των εισόδων και εξόδων του στο χώρο προσφοράς των ως άνω υπηρεσιών του δεν γινόταν στα πλαίσια ασκήσεως εκ μέρους της αναιρεσίβλητης του διευθυντικού της δικαιώματος, για τον έλεγχο, δηλαδή τηρήσεως εκ του αναιρεσείοντος ωραρίου εργασίας, αλλά για λόγους ασφαλείας. Η δε καταχώρηση των ανθρωποωρών, που πραγματοποίησε αυτός, αποσκοπούσε στη δυνατότητα της αναιρεσίβλητης για τη χρέωση των αντίστοιχων ανθρωποωρών στον κύριο του έργου, δεδομένου ότι η αμοιβή της προσδιοριζόταν με βάση τις ανθρωποώρες. Προσέτι ο αναιρεσείων δεν υπαγόταν ιεραρχικά σε προϊσταμένους. Το ότι αυτός προς εξασφάλιση της άρτιας παροχής των υπηρεσιών του συνεργαζόταν με το προσωπικό της αναιρεσίβλητης, παρελάμβανε τα προς επεξεργασία στοιχεία από τον εκάστοτε υπεύθυνο του έργου για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης, στον οποίο και παρέδιδε το προϊόν των υπηρεσιών του μετά την ολοκλήρωσή τους, οπότε εκδιδόταν σχετική πιστοποίηση και επακολουθούσε η πληρωμή του, δεν υποδηλώνει εργασιακή εξάρτησή του. Ούτε το γεγονός ότι ο αναιρεσείων παρακολούθησε σεμινάριο στις 21/11/1995 που διοργάνωσε η εταιρεία C.C.S. με θέμα "Λήψη αποφάσεων με τη βοήθεια ηλεκτρονικού υπολογιστή" με έξοδα της αναιρεσίβλητης και αυτή σε εφαρμογή συμβατικού όρου κάλυψε το κόστος ορισμένων εκτός έδρας της ταξιδίων του αναιρεσείοντος σχετικών με τις προσφερόμενες υπηρεσίες του οδηγεί στην κρίση ότι αυτός υπέκειτο στον έλεγχο και την εποπτεία της κατά την παροχή των υπηρεσιών του. Ούτε τέλος η παροχή εκ μέρους της αναιρεσίβλητης προς τον αναιρεσείοντα του απαραίτητου υλικοτεχνικού εξοπλισμού και βοηθητικής υποστήριξης για την παροχή των υπηρεσιών του σημαίνει εξάρτηση αυτού. Ενισχυτικό άλλωστε της ελευθερίας των κινήσεών του είναι ότι, με το ... υπηρεσιακό σημείωμα ο αναιρεσείων ενημερώνει απλώς την αναιρεσίβλητη ότι θα απουσιάζει εκτός Αθηνών (δηλαδή δεν ζητεί την άδειά της). Υπό τα άνω περιστατικά προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν ευρίσκετο υπό την εξάρτηση της αναιρεσίβλητης. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι, η συνδέουσα τους διαδίκους σχέση είναι αυτή της παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και όχι αυτή της εξαρτημένης παροχής υπηρεσιών και έτσι με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος, έγινε δεκτή η αντίθετη έφεση της αναιρεσίβλητης και απορρίφθηκε ως αβάσιμη η αγωγή του αναιρεσείοντος, η οποία βασιζόταν στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, και με την οποία αυτός ζητούσε επιδόματα εορτών, αμοιβή για υπερεργασία και υπερωριακή εργασία, αποζημίωση απολύσεως και αποδοχές του μηνός Σεπτεμβρίου 1996. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, η κατά τις παραδοχές του Εφετείου σύναψη διαδοχικών συμβάσεων από τους διαδίκους με τον τίτλο "σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών", η πληρωμή του αναιρεσείοντος με δελτίο παροχής υπηρεσιών, η μη υποχρέωσή του να τηρεί συγκεκριμένο ωράριο και η μη εξάρτησή του ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο από την αναιρεσίβλητη, προσιδιάζει σε σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και όχι σε σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, καθώς και ο τρίτος πρόσθετος λόγος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους ο αναιρεσείων προβάλλει έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω της παραδοχής του ότι τους διαδίκους συνέδεε σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου και όχι σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας, στην οποία βασιζόταν η αγωγή, απέρριψε ως αβάσιμους όλους τους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, ανάμεσα στους οποίους περιλαμβανόταν και ο πέμπτος λόγος, με τον οποίο αυτός παρεπονείτο, επειδή το πρωτοδικείο απέρριψε το αίτημα της αγωγής του για πληρωμή των αποδοχών του μηνός Σεπτεμβρίου 2001. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγμα που προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα, δηλαδή τον πιο πάνω λόγο εφέσεως και άφησε αίτηση αδίκαστη, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
O αναιρετικός λόγος του άρθρου 559, αριθ. 11, περ. γ Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ. Τέλος, αντιφατικοί προς αλλήλους λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι, όπως όταν με τον ένα λόγο πλήττεται η απόφαση διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ένα έγγραφο και με τον άλλο ότι παραμόρφωσε το ίδιο έγγραφο. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 11, περ. γ΄ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη έγγραφα που προσκόμισε με επίκληση ο αναιρεσείων και συγκεκριμένα την από 6/9/1995 πρώτη σύμβαση εργασίας, την από 10/1/1996 δεύτερη σύμβαση εργασίας, την από 1/2/1999 τρίτη σύμβαση εργασίας, την από 1/2/2000 τρίτη σύμβαση, την από 13/2/2001 τέταρτη σύμβαση, δελτία παροχής υπηρεσιών, αναλύσεις ανθρωποωρών, εγχειρίδιο και οργανόγραμμα της εταιρίας, έγγραφο με αριθ. ... , από 6/6/1997, 1/7/97, 30/7/2001, 12/7/2001 υπηρεσιακό σημείωμα, από 5/1/96, 16/1/96, 24/5/96, 13/6/96, 11/6/96, 17/4/96 ΜΕΜΟ, από 27/2/96 υπηρεσιακό σημείωμα, από 16/1/97 όμοιο, από 27/1/97 όμοιο, από 14/5/97 όμοιο, από 18/7/97 όμοιο, δεκατρία υπηρεσιακά σημειώματα προς προϊσταμένους, εγκρίσεις εξόδων ,από 2/2/96 πρωτόκολλο παραλαβής, από 23/7/2001 πρωτόκολλο, από 1/2/96 απόφαση διοίκησης, από 3/3/99 βεβαίωση διευθύντριας, από 18/12/97 απόφαση διοίκησης και από 15/5/2001 απόφαση διοίκησης. Εξάλλου, με τον ίδιο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 20 του ίδιου άρθρου, προβάλλεται παραμόρφωση των πέντε πρώτων από τα παραπάνω έγγραφα. Ο πιο πάνω πρόσθετος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά το μέρος που αφορά τα πιο πάνω, πλην των πέντε πρώτων, έγγραφα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί από τη βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα έγγραφα αυτά. Ο ίδιος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που αφορά τα πέντε πρώτα από τα πιο πάνω έγγραφα καθώς και κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται παραμόρφωση των πέντε πρώτων από τα παραπάνω έγγραφα, είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι, γιατί ο λόγοι αυτοί είναι αντιφατικοί μεταξύ τους.
Κατά το άρθρο 1, παρ. 1, εδαφ. α΄ του νόμου 2639/1998 "ρύθμιση εργασιακών σχέσεων...". Η μεταξύ εργοδότη και απασχολούμενου συμφωνία για παροχή υπηρεσιών ή έργου, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ιδίως στις περιπτώσεις αμοιβής κατά μονάδα εργασίας (φασόν), τηλεργασίας, κατ΄ οίκον, απασχόλησης, τεκμαίρεται ότι δεν υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφόσον η συμφωνία αυτή καταρτίζεται εγγράφως και γνωστοποιείται μέσα σε δεκαπέντε ημέρες στην οικεία επιθεώρηση εργασίας. Ενώ κατά την παράγραφο 2 του αυτού άρθρου "Μέσα σε διάστημα εννέα (9) μηνών από την δημοσίευση του παρόντος νόμου, κάθε εργοδότης υποχρεούται να υποβάλει στην οικεία επιθεώρηση εργασίας συγκεντρωτική κατάσταση, αναφορικά με τις υφιστάμενες συμφωνίες μεταξύ αυτού και των απασχολούμενων για παροχή υπηρεσιών ή έργου, στην οποία θα αναγράφονται η χρονολογία κατάρτισης των συμφωνιών αυτών και το ονοματεπώνυμο του απασχολουμένου. Σε περίπτωση παραλείψεως υποβολής της κατάστασης αυτής θεωρείται ότι η σχετική συμφωνία υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας". Με τις διατάξεις αυτές, όπως σαφώς προκύπτει από την διατύπωση και το περιεχόμενό τους, δεν επιχειρείται παρέμβαση του νομοθέτη στο ουσιαστικό μέρος των άνω συμβάσεων, έτσι ώστε αυτές να ερμηνεύονται αυθεντικά ως συμβάσεις έργου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών στις περιπτώσεις της παραγράφου 1 ή ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας στην περίπτωση της παραγράφου 2, αλλά απλά τόσο με τον όρο "τεκμαίρεται" της πρώτης παραγράφου όσο και με τον ταυτόσημο όρο "θεωρείται" της δεύτερης παραγράφου, καθιερώνονται μαχητά τεκμήρια, υπέρ του ότι, στην μεν πρώτη περίπτωση δεν υποκρύπτεται στις μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου συμφωνίες σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην δε δεύτερη ότι πράγματι υποκρύπτεται τέτοια σύμβαση και συνεπώς παρέχεται δυνατότητα ανταπόδειξης (άρθρο 338, παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.). Με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η παραβίαση της παραπάνω διάταξης του άρθρου 1 του Ν. 2639/1998, αφού το Εφετείο δεν δέχθηκε την ύπαρξη τεκμηρίου για κατάρτιση ανάμεσα στους διαδίκους σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, επειδή η αναιρεσίβλητη δεν υπέβαλε κατάσταση στην επιθεώρησης εργασίας των συμβάσεων ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί το τεκμήριο αυτό, όπως προαναφέρθηκε, είναι μαχητό και ανετράπη από τις προσκομισθείσες από την αναιρεσίβλητη αποδείξεις, όπως απορριπτέα είναι και η αίτηση για αναίρεση στο σύνολό της.
`Αρειος Πάγος
Αριθ.απόφασης: 2128/2007
Δικαστής: Aναστάσιος - Φιλητάς Περίδης, Αντιπρόεδρος
Αρεοπαγίτες: Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής,
Ειρ. Αθανασίου, Αλέξ. Νικάκης και Βαρ. Κριτσωτάκη
Η εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά την ημέρα της εβδομαδιαίας αναπαύσεως, η οποία απαγορεύεται από κανόνες δημοσίας τάξεως (άρθρο 2 του Ν. 435/1976, 1 και 10, παρ. 1 του Β.Δ. 748/1966, 8900/1956 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας), είναι άκυρη και γεννά απαίτηση αποδόσεως της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας, κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού του άρθρου 904 επ. ΑΚ.
[...] Ο αναιρεσίβλητος, Χ, όπως προκύπτει από την υπ΄ αριθμ. ....... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Δράμας, απεβίωσε στις 3/7/2006, οι δε μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του: α) Χ1, β) Χ2 και γ) Χ3, γνωστοποίησαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους το ως άνω γεγονός με δήλωσή τους που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του παρόντος δικαστηρίου, ενώ, περαιτέρω, δήλωσαν ότι επαναλαμβάνουν εκουσίως τη διακοπείσα λόγω του θανάτου δίκη (άρθρ. 286, περ. α΄, 287, παρ. 1 και 290 του Κ.Πολ.Δ). Επομένως, νομίμως συνεχίζεται η δίκη μεταξύ των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων και της αναιρεσείουσας.
Κατά το άρθρο 1, παρ. 1 του Ν. 434/1976, οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια της ημερησίας εργασίας, δικαιούνται αμοιβής για κάθε ώρα τέτοιας απασχολήσεως ίσης προς το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο αυξημένο τουλάχιστον: α) κατά 25% για τις μέχρι 60 ώρες, β) κατά 50% για τις πέραν των 60 και μέχρι 120 ωρών και γ) κατά 75% για τις πέραν των 120 ωρών ετησίως, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέρα από τον πλουτισμό που αποκόμισε ο εργοδότης, χωρίς νόμιμη αιτία και πρόσθετη αποζημίωση προς 100% του καταβαλλόμενου ημερομισθίου τους. Νόμιμη θεωρείται και η υπερωριακή εργασία που παρασχέθηκε στην αλλοδαπή, όπου δεν υπάρχει δυνατότητα τηρήσεως των διατυπώσεων του άρθρου 1 του Ν.Δ. 515/1970. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις της από 26/2/1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. που κυρώθηκε με το Ν. 133/1975 και της από 14/2/1984 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε, που δημοσιεύτηκε στην Ε.τ.Κ με την 11770/20-3-1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β 81/1984), για τους εργαζόμενους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση των 45 ωρών εβδομαδιαίως, ενώ για τους εργαζόμενους με το σύστημα εργασίας των έξι ημερών την εβδομάδα, ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των 40 και μέχρι τη συμπλήρωση των 48 ωρών εβδομαδιαίως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτήν αναφορικά με την υπερωριακή απασχόληση του αναιρεσιβλήτου, δέχτηκε ότι, κατά τους όρους της σύμβασης εργασίας του, ο ενάγων θα εργαζόταν επί πέντε ημέρες και 40 ώρες την εβδομάδα, την εργασία του δε αυτή θα παρείχε στην Ρουμανία, όπου οι εναγόμενες είχαν αναλάβει την κατασκευή οδού. Αλλά, παρά τα συμφωνηθέντα, εργαζόταν κατ΄ απαίτηση των εναγομένων επί 6 ημέρες την εβδομάδα, δηλαδή από Δευτέρα μέχρι Σάββατο επί 12 ώρες ημερησίως και πραγματοποιούσε 12 ώρες εργασίας ημερησίως και 60 εβδομαδιαίως, από τις οποίες οι πέραν των 40 ωρών και μέχρι την 48η ώρα εβδομαδιαίως αποτελούν υπερεργασία και ιδιόρρυθμη υπερωρία και οι λοιπές από τη 49η μέχρι τη 60η νόμιμη υπερωρία, αφού πραγματοποιούνταν από Έλληνα εργαζόμενο σε Ελληνικές Εταιρίες στην αλλοδαπή. Με βάση τις παραδοχές αυτές επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 1.048.320 δρχ. ως αμοιβή για την πιο πάνω νόμιμη υπερωριακή απασχόλησή του (12 ώρες εβδομαδιαίως Χ 26 εβδομάδες, ήτοι 312 ώρες), προσαυξάνοντας εσφαλμένα το ωρομίσθιό του προς 75% για όλες τις ώρες της υπερωριακής του απασχόλησης.
Συνεπώς, το Εφετείο με την πιο πάνω κρίση του παραβίασε τις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 435/1976, όπως βάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 2 του Ν. 435/1976, 1 και 10, παρ. 1 του Β.Δ. 748/1966, τις διατάξεις της 8900/1956 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και του άρθρου 904 ΑΚ, προκύπτει ότι εκείνος που εργάζεται την Κυριακή, επιτρεπτώς ή μη, δικαιούται να λάβει για κάθε Κυριακή προσαύξηση 75% στο 1/25 επί του νόμιμου μηνιαίου μισθού του, ήτοι επί των θεσπισμένων ελαχίστων ορίων των αποδοχών τους, που περιλαμβάνουν το βασικό μισθό και τα κατά νόμο επιδόματα, ενώ, παράλληλα, πρέπει να του χορηγηθεί και αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση διαρκείας 24 συνεχών ωρών σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας που άρχισε την Κυριακή. Η εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά την ημέρα της εβδομαδιαίας αναπαύσεως, η οποία απαγορεύεται από τους ως άνω κανόνες δημοσίας τάξεως, είναι άκυρη και γεννά απαίτηση αποδόσεως της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας, κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η ωφέλεια αυτή συνίσταται στις αποδοχές, τις οποίες ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλο μισθωτό, που θα απασχολούνταν με έγκυρη σύμβαση εργασίας, κατά τις παραπάνω ημέρες υπό τις ίδιες συνθήκες με τον ακύρως κατ΄ αυτές εργασθέντα μισθωτό, χωρίς την προσαύξηση της υπερεργασίας άλλων ημερών και της αναλογίας επιδομάτων αδείας και εορτών. Στην αξίωση αυτή, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, περιλαμβάνονται και τα καταβαλλόμενα στο μισθωτό επιδόματα, μόνο εφόσον αυτά θα καταβάλλονταν και στο μισθωτό, τον οποίο θα προσλάμβανε άλλως ο εργοδότης, αφού διαφορετικά, ως προς αυτά δεν υπάρχει πλουτισμός του εργοδότη. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε ότι ο αναιρεσίβλητος εργάστηκε κατά τις αναφερόμενες Κυριακές, χωρίς να του χορηγηθεί αναπληρωματική ημέρα αναπαύσεως κατά τις αντίστοιχες εβδομάδες και επιδίκασε σ΄ αυτόν τόσο την προσαύξηση του 75% επί του μισθού του για την παρασχεθείσα κατά τις Κυριακές εργασία του, όσο και την αποζημίωση για τη μη χορήγηση εβδομαδιαίας αναπαύσεως κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, την οποία υπολόγισε στο 1/25 του μισθού του, τις αμοιβές όμως αυτές υπολόγισε μα βάση το σύνολο των καταβαλλόμενων υπέρτερων αποδοχών του και όχι με βάση το σύνολο των νομίμων αποδοχών του, όπως αυτές προσδιορίζονται από την ισχύουσα κατά τον κρίσιμο χρόνο, από 18/5/1998 ΕΓΣΣΕ, η οποία έχει εφαρμογή ελλείψει ειδικής κλαδικής ΣΣΕ.
Συνεπώς, το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις και είναι βάσιμοι για το λόγο αυτό οι, δεύτερος και τρίτος, λόγοι της αναιρέσεως, από το άρθρο 559, αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., οι οποίοι πρέπει να γίνουν δεκτοί. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα προαναφερόμενα μέρη και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580, παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
`Αρειος Πάγος
Αριθ.απόφασης: 2086/2007
Δικαστής: Σπυρίδωνας Κολυβάς, Αντιπρόεδρος
Αρεοπαγίτες: Ηλίας Γιαννακάκης, Χρήστος Αλεξόπουλος,
Σπυρίδωνας Ζιάκας, Ζήσης Βασιλόπουλος
Δεν αποτελεί βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως, κατ΄ ΑΚ 281, η μετά τη λήξη της θητείας του εργαζομένου, εν προκειμένω διοικητικού υπαλλήλου νοσοκομείου, ως προϊσταμένου τμήματος ή υπηρεσίας της επιχειρήσεως, που η διάρκειά της καθορίστηκε συμβατικά, μη ανανέωση της θητείας αυτής για περαιτέρω χρόνο, καθόσον στην περίπτωση αυτή οι όροι εργασίας του εργαζομένου ως προϊσταμένου τμήματος ή υπηρεσίας έπαυσαν αυτοδικαίως με τη λήξη της θητείας του στην εν λόγω θέση και δε νοείται μεταβολή ανύπαρκτων συμβατικών όρων εργασίας.
[...] Κατά το άρθρο 652 ΑΚ, ο εργοδότης έχει το διευθυντικό δικαίωμα να ρυθμίσει κάθε θέμα που ανάγεται στην οργάνωση και τη λειτουργία της επιχειρήσεώς του, προκειμένου να επιτύχει τους εν γένει σκοπούς της, περιοριζόμενος μόνο από τους όρους της συμβάσεως, όπως αυτή ερμηνεύεται κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και από το νόμο. Συνεπώς, κάθε τροποποίηση όρου της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότη, η οποία δεν επιτρέπεται σ΄ αυτόν από το νόμο ή τη σύμβαση, αποτελεί βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εις βάρος του εργαζομένου. Η μεταβολή όμως, αυτή δεν επιφέρει αυτοδικαίως τη λύση της συμβάσεως εργασίας ούτε υποχρεώνει τον εργαζόμενο να την αποδεχθεί ή να αποχωρήσει από την υπηρεσία του, αλλά εάν μεν η σύμβαση είναι αορίστου χρόνου, του παρέχει το δικαίωμα να θεωρήσει τη μεταβολή, κατά το άρθρο 7 του Ν. 2112/1920 ως καταγγελία της συμβάσεως εκ μέρους του εργοδότη και να ζητήσει την προβλεπόμενη από το νόμο αποζημίωση, εάν δε η σύμβαση είναι ορισμένου χρόνου, οπότε δεν έχει εφαρμογή ο Ν. 2112/1920 και ειδικότερα το άρθρο 7 αυτού, παρέχεται στον εργαζόμενο το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση κατά το άρθρο 627 ΑΚ για σπουδαίο λόγο, τον οποίο συνιστά η παράβαση όρου της συμβάσεως και να ζητήσει από τον αθετήσαντα τους όρους της συμβάσεως εργοδότη την καταβολή αποζημιώσεως, συνισταμένης στους μισθούς του από της καταγγελίας μέχρι τη λήξη της συμβάσεως χρονικού διαστήματος. Εκτός τούτων ο εργαζόμενος, ανεξάρτητα αν συνδέεται με τον εργοδότη με σύμβαση αορίστου ή ορισμένου χρόνου, απέναντι στη μονομερή μεταβολή μπορεί να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους πριν από τη μεταβολή όρους. Αν δε η εν λόγω μεταβολή συνεπάγεται και τη μείωση των αποδοχών, μπορεί ο εργαζόμενος να ζητήσει και την καταβολή των αποδοχών που ελάμβανε πριν από τη μεταβολή. Εξάλλου, και η άσκηση του δικαιώματος μεταβολής των όρων εργασίας που παρέχει στον εργοδότη η σύμβαση, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο με βάση τη γενική ρήτρα της απαγορεύσεως της καταχρήσεως δικαιώματος και εφόσον κριθεί ότι η άσκηση του δικαιώματος υπερβαίνει προφανώς τα αντικειμενικά όρια που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, τότε η μεταβολή αυτή θεωρείται μονομερής, οπότε ο εργαζόμενος έχει όλα τα δικαιώματα που η νομοθεσία του παρέχει σε κάθε περίπτωση μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας. Δεν αποτελεί, όμως, μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως, και κατά συνέπεια δεν μπορεί να γίνει λόγος περί βλαπτικής ή μη μεταβολής αυτών, η μετά τη λήξη της θητείας του εργαζομένου ως προϊσταμένου τμήματος ή υπηρεσίας της επιχειρήσεως, που η διάρκειά της καθορίστηκε συμβατικά, μη ανανέωση της θητείας αυτής για περαιτέρω χρόνο, καθόσον στην περίπτωση αυτή οι όροι εργασίας του εργαζομένου ως προϊσταμένου τμήματος ή υπηρεσίας έπαυσαν αυτοδικαίως με τη λήξη της θητείας του στην εν λόγω θέση. Δε νοείται δε μεταβολή ανύπαρκτων συμβατικών όρων εργασίας. Εξάλλου, η κατ΄ ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος άρνηση του εργοδότη να τοποθετήσει συγκεκριμένο εργαζόμενο ως προϊστάμενο ενός τμήματος, μπορεί να αποκρουσθεί ως καταχρηστική, μόνο όταν επελέγη για τη θέση αυτή άλλος εργαζόμενος, έναντι του οποίου ο παραλειφθείς υπερέχει καταφανώς ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και επιπλέον συντρέχουν και άλλα περιστατικά, τα οποία, σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος, θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση εκ μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής κρίσιμα περιστατικά: Ο αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από το αναιρεσείον ..........στις ...... με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας τριών ετών, ως διοικητικός υπάλληλος. Η σύμβαση αυτή ανανεώθηκε κατά τη λήξη της για άλλη μία τριετία, ήτοι από 11/6/2002 μέχρι 10/6/2005, ενώ από 27/6/2000 ανατέθηκαν σ΄ αυτόν, που ήταν πτυχιούχος της Ν.Ο.Ε Θεσσαλονίκης οικονομικής κατευθύνσεως με μεταπτυχιακές σπουδές και κατοχή τίτλου master, με διαδοχικές αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, καθήκοντα προϊσταμένου του τμήματος λογιστηρίου ετήσιας κάθε φορά διάρκειας, αν και δε διέθετε το απαιτούμενο κατά τον Κανονισμό Λειτουργίας για τη συγκεκριμένη θέση προσόν της πενταετούς προϋπηρεσίας. Όμως, με την υπ΄ αριθμ. ......... απόφασή του το Διοικητικό Συμβούλιο του αναιρεσείοντος δεν ανανέωσε τη θητεία του ως προϊσταμένου του πιο πάνω τμήματος και του ανέθεσε για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα της ένδικης συμβάσεως καθήκοντα απλού υπαλλήλου στο ίδιο τμήμα. Την εν λόγω δε κενωθείσα θέση δε συμπλήρωσε με την τοποθέτηση άλλου εργαζομένου. Η ενέργεια αυτή του αναιρεσείοντος, δεν ήταν μεν αντίθετη προς τη σύμβαση εργασίας, αφού δυνάμει ρητού όρου αυτής είχε τούτο διατηρήσει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί τον αναιρεσίβλητο σε οποιαδήποτε θέση με ομοειδή καθήκοντα ανάλογα με τις ανάγκες του, πλην όμως, ενόψει του ότι δεν αφορά την οργάνωση και διεύθυνση της επιχειρήσεως, καθιστά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος καταχρηστική. Και τούτο, διότι δεν υπαγορεύτηκε από το καλώς νοούμενο συμφέρον της υπηρεσίας και ήταν καταφανώς άδικη, αφού ο αναιρεσίβλητος εκτελούσε με ζήλο, προθυμία και επιτυχία τα καθήκοντά του, διακρινόμενος από τους άλλους συναδέλφους του στο τμήμα, με αποτέλεσμα να ανανεωθεί η θητεία του ως Προϊσταμένου τρεις φορές, η δε μη ανανέωση αυτής το έτος 2004 οφείλεται στο γεγονός ότι ο αναιρεσίβλητος ως εκλεγμένο μέλος και Γενικός Γραμματέας του Διοικητικού Συμβουλίου του σωματείου εργαζομένων πρωτοστατούσε στη διεκδίκηση από τους εργαζόμενους κανονικών αδειών και εννεάμηνης αδείας με αποδοχές των μητέρων, προς ανατροφή των τέκνων τους. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 652 και 281 ΑΚ και τούτο, διότι, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, η από το Διοικητικό Συμβούλιο του αναιρεσείοντος μη ανανέωση της θητείας του αναιρεσιβλήτου στη θέση του προϊσταμένου τμήματος του λογιστηρίου, δεν αποτελεί μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως και κατά συνέπεια δεν μπορεί να γίνει λόγος για καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος ως προς τη μεταβολή αυτή, η οποία (καταχρηστική άσκηση) εξάλλου, δεν μπορεί να θεμελιωθεί ούτε στην άρνηση του αναιρεσείοντος να επανατοποθετήσει τον αναιρεσίβλητο στην ίδια θέση, καθόσον αυτή δεν συμπληρώθηκε με την τοποθέτηση άλλου εργαζομένου. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., δεύτερος λόγος αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580, παρ. 3, Κ.Πολ.Δ). Από τη διάταξη του άρθρου 579 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και αν προαποδεικνύεται η εκτέλεση (εκούσια ή αναγκαστική) της αποφάσεως αυτής, διατάσσεται, με αίτηση του αναιρεσείοντος, που υποβάλλεται και με τις προτάσεις, οι οποίες κατατίθενται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζητήσεως, η επαναφορά των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση της αναιρούμενης αποφάσεως κατάσταση. Στην περίπτωση δε που η επαναφορά αυτή συνίσταται στην απόδοση χρημάτων, ο τόκος υπολογίζεται από το χρόνο επιδόσεως στον ανιρεσίβλητο της αναιρετικής αποφάσεως που διατάσσει την απόδοση (Ολ. ΑΠ 37/2005).
Συνεπώς, το αίτημα του αναιρεσείοντος περί επαναφοράς των πραγμάτων και συγκεκριμένα να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να αποδώσει σ΄ αυτό το ποσό των 4.789, 48 ευρώ, το οποίο το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι του κατέβαλε, κατόπιν εκτελέσεως (εκούσιας) της αναιρούμενης αποφάσεως, με το νόμιμο τόκο από τη δημοσίευση της αναιρετικής αποφάσεως, παραδεκτώς υποβάλλεται με τις κατατεθείσες πριν από τη συζήτηση της υποθέσεως προτάσεις και είναι νόμιμο, στηριζόμενο στην ανωτέρω διάταξη, εκτός από το παρεπόμενο αίτημα περί επιδικάσεως τόκων, το οποίο είναι νόμιμο για το χρόνο από της επιδόσεως της αναιρετικής αποφάσεως και εντεύθεν. Περαιτέρω, από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από ......... έγγραφη απόδειξη αποδεικνύεται ότι το αναιρεσείον, σε εκτέλεση της αναιρούμενης αποφάσεως, κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο με την υπ΄ αριθμ. ........... επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς, εκδόσεως στις ......., το ποσό των 4.789,48 ευρώ, το οποίο ο τελευταίος δεν αμφισβητεί. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό το ως άνω αίτημα του αναιρεσείοντος και να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση της αναιρούμενης αποφάσεως κατάσταση, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
`Αρειος Πάγος
Αριθ.απόφασης: 127/2007
"Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία αυτής, δι΄ ην ισχύουσιν οι διατάξεις του νόμου 2112/1920". Επί συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας, το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη υπόκειται στους περιορισμούς που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Σε περίπτωση συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας αορ. χρόνου, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, ο μισθωτός έχει διαζευκτικώς τις εξής δυνατότητες: α) Αποδοχή της μεταβολής (νέα έγκυρη σύμβαση τροποποιητική της αρχικής), β) Να θεωρήσει την πράξη του εργοδότη καταγγελία και να απαιτήσει την καταβολή αποζημίωσης και γ) Να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε αν ο εργοδότης δεν την αποδεχθεί καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή εκφράζοντας την αντίδρασή του, να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο. Η άρνηση υπαλλήλου λογιστηρίου να αποδεχθεί την επιβαλλόμενη για οικονομοτεχνικούς λόγους μετάθεσή της από την εργοδότρια επιχείρηση στη νέα της πραγματική έδρα στην Αθήνα, συνιστά μονομερή εκ μέρους της μισθωτής καταγγελία της συμβάσεώς της και όχι μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εκ μέρους του εργοδότη.
[...] Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την αναιρεσειουσα 3882β/22-9-2006 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών .... προκύπτει ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, ακριβές αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, η οποία όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 7, εδαφ. α΄ του Ν. 2112/1920 "Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι΄ ην ισχύουσιν οι διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά τον όρο της διάταξης αυτής "μονομερής μεταβολή θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται κατ΄ αθέτηση της εργασιακής σύμβασης, ανεξάρτητα αν αυτή είναι επωφελής ή βλαπτική για τον εργαζόμενο. Για την εφαρμογή όμως της εν λόγω διάταξης απαιτείται η μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ΄ αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία. Σε περίπτωση που η ανωτέρω μονομερής μεταβολή είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της συμβάσεως και δεν γίνεται κατ΄ ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, ο εργαζόμενος δεν προστατεύεται μόνο από τη διάταξη αυτή, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, η οποία απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος. Ειδικότερα, ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης βάσει του διευθυντικού του δικαιώματος, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης. Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής εργασίας δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των παραπάνω σκοπών, αλλά άλλων άσχετων με αυτούς επιδιώξεων του εργοδότη, τότε δεν υπάρχει χρήση αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος. Και τούτο γιατί η καλή πίστη επιβάλλει στο φορέα του δικαιώματος να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκησή του και κατά το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους. Τούτο ιδίως επιβάλλεται, επί συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας καθόσον το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη για προσδιορισμό των όρων εκπλήρωσης της παροχής από το μισθωτό αποτελεί μονομερή εξουσία αυτού, η άσκηση της οποίας υπόκειται στους περιορισμούς που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, έστω και αν η εξουσία αυτού στηρίζεται στο νόμο ή στη συμφωνία των μερών. Από τις προαναφερθείσες διατάξεις σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 288, 648 και 652 Α.Κ., προκύπτει ότι στην περίπτωση συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή εν τη ασκήσει του διευθυντικού δικαιώματός του, προβεί κατά κατάχρηση αυτού στον προσδιορισμό της παροχής της εργασίας, ο μισθωτός έχει διαζευκτικώς τις εξής δυνατότητες:
α) Να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη,
β) Να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη καταγγελία, εκ μέρους του, της εργασιακής σύμβασης και να απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης, που προβλέπεται από το Ν. 2112/1920,
γ) Να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε εάν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτή καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή, εκφράζοντας την αντίδρασή του, να παράσχει την νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 281, 288, 361, 652 ΑΚ και 7 του Ν. 2112/1920 προκύπτει ότι ο εργοδότης, ο οποίος διατηρεί περισσότερα καταστήματα για τις ανάγκες της επιχειρήσεώς του σε διαφόρους τόπους, έχει το δικαίωμα, εφόσον δεν εμποδίζεται από όρο της εργασιακής σύμβασης, να μεταθέσει το μισθωτό σε κατάστημα που βρίσκεται σε άλλο τόπο από εκείνο στον οποίο αυτός υπηρετεί, αλλά για τη μετάθεση αυτή, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και τα συμφέροντα του μισθωτού και συγκεκριμένα η μακροχρόνια παραμονή του σε ορισμένο τόπο και η συνεπεία αυτής δημιουργία ορισμένων συνθηκών διαβιώσεως αυτού και της οικογένειάς του, οι ατομικές και οικογενειακές του ανάγκες και υποχρεώσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται και εκείνες της συζύγου του και η δυνατότητα μετακινήσεως νεοτέρου ως προς την ηλικία και την υπηρεσία υπαλλήλου, ο οποίος πρέπει να προτιμάται για τη μετάθεση, αν εξυπηρετούνται έτσι οι λειτουργικές ανάγκες της επιχειρήσεως, διότι αλλιώς πρόκειται για ενέργεια η οποία αντίκειται εκδήλως στην καλή πίστη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα προσλήφθηκε την 14/6/1999 ως λογίστρια της αναιρεσίβλητης εταιρίας και προσέφερε έκτοτε τις υπηρεσίες της στην έδρα της αναιρεσίβλητης, που ήταν η Θεσσαλονίκη. Από 5/4/2004 η αναιρεσείουσα τελούσε σε άδεια κυήσεως, τοκετού και λοχείας, η οποία μετά και την λήψη της κανονικής ετήσιας άδειάς της έληγε την 23/9/2004. Η αναιρεσίβλητη από ετών, εκτός από την έδρα της και τις εγκαταστάσεις στη Θεσσαλονίκη, διατηρούσε και υποκατάστημα στην Γλυφάδα Αττικής. Με την από 20/5/2004 απόφαση της έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της αναιρεσίβλητης, η οποία εγκρίθηκε με την υπ΄ αριθμ. 17/5744/2-6-2004 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ υπ΄ αριθμ. 5535/10-6-2004 της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, τροποποιήθηκε το καταστατικό της αναιρεσίβλητης και για οικονομοτεχνικούς λόγους που εκφεύγουν τον έλεγχο του Δικαστηρίου ως έδρα της εταιρίας ορίσθηκε ο Δήμος Γλυφάδας, του Νομού Αττικής και ειδικότερα οι εγκαταστάσεις αυτής επί της Λεωφ.... Ποσ.... ...... Μάλιστα εξαιτίας της μεταβολής της έδρας της αναιρεσίβλητης εταιρίας έγιναν οι ανάλογες δηλώσεις "μεταβολής εργασιών νομικού προσώπου" στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ/ΦΑΕ Θεσσαλονίκης και Πειραιώς και από 10/6/2004 ολοκληρώθηκαν όλες οι διατυπώσεις για την μεταφορά της έδρας της εταιρίας στην ως άνω νέα εγκατάστασή της. Όπως δε προκύπτει από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο πρόγραμμα εργασίας του προσωπικού της αναιρεσίβλητης στη Θεσσαλονίκη, όταν ακόμη λειτουργούσε ως κύριο κατάστημα και έδρα της εταιρίας, το προσωπικό ήταν 4 άτομα και συγκεκριμένα: α) η Χ1 ως υπάλληλος γραφείου από το 1983, έγγαμη και μητέρα 2 παιδιών, β) η αναιρεσείουσα, ως λογίστρια από 14/6/1999, γ) η .... , ως υπάλληλος γραφείου, από τον Νοέμβριο 2002 και δ) ο .... , ως χειριστής ανυψωτικού μηχανήματος από τον Μάιο 1990. Αποδείχθηκε ακόμη ότι μετά την μεταφορά της έδρας της αναιρεσίβλητης στην Αττική, η αναιρεσείουσα δεν θα είχε αντικείμενο απασχόλησης στη Θεσσαλονίκη, αλλά ούτε αποδεχόταν να απολυθεί και να αποζημιωθεί, όπως της προτάθηκε από τους υπευθύνους της αναιρεσίβλητης, λόγω δε της εγκυμοσύνης και του τοκετού της αναιρεσείουσας η αναιρεσίβλητη δεν μπορούσε να προχωρήσει σε νόμιμη απόλυση. Για το λόγο αυτό η τελευταία επέλεξε την μετάθεση της αναιρεσείουσας στην Αθήνα, όπου υφίστατο ανάγκη των υπηρεσιών της. Η αναιρεσίβλητη για την επιλογή του διατηρητέου υπαλλήλου στη Θεσσαλονίκη επέλεξε την Χ1, που ήταν η αρχαιότερη υπάλληλος, γραφείου και αποδεχόταν να παραμείνει στην επιχείρηση εκτελώντας καθήκοντα απλής αποθηκαρίου. Στην Αθήνα, όπου μεταφέρθηκε η έδρα της αναιρεσίβλητης η παρακολούθηση των λογιστικών εγγραφών ανατέθηκε προσωρινά σε εξωτερικό λογιστή, με σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Από τα προαναφερόμενα πλήρως αποδεικνύεται ότι η μεταφορά της έδρας της αναιρεσίβλητης δεν υπήρξε εικονική, αλλά πραγματική και έγινε για λόγους οικονομικού προγραμματισμού και ανάπτυξης της εταιρίας. Αποδείχθηκε ακόμη ότι όταν στην αναιρεσείουσα προτάθηκε η απόλυση και αποζημίωσή της η τελευταία αρνήθηκε προβάλλοντας το επιχείρημα ότι προτίθεται να την προσβάλλει ως άκυρη.
Ακολούθως, η αναιρεσίβλητη επέλεξε την μετάθεση της αναιρεσείουσας στην Αθήνα, όπως είχε νόμιμο δικαίωμα, αφού ουδόλως αποδείχθηκε ότι συμφωνήθηκε συμβατικά το αμετάθετο της αναιρεσείουσας και επιπλέον δεν υπήρχε εργασία λογίστριας για την αναιρεσείουσα στη Θεσσαλονίκη, αφού όλες οι λογιστικές εργασίες της αναιρεσίβλητης τηρούνται στην έδρα της εταιρίας στην Αθήνα όπου διατηρείται κενή η αντίστοιχη θέση λογιστή, ενώ στη Θεσσαλονίκη λειτουργεί μόνον μία αποθήκη στις εκεί εγκαταστάσεις της εταιρίας επί της οδού Λαγ...... Παρόλα αυτά η αναιρεσείουσα αρνήθηκε να αποδεχτεί τη μετάθεσή της αυτή στην Αθηνά, η δε αναιρεσίβλητη με την από 30/8/2004 εξώδικη δήλωσή της που κοινοποιήθηκε στην αναιρεσείουσα στις 2/9/2004, ενημέρωσε την αναιρεσείουσα και τυπικά για τη νέα διαμορφωθείσα κατάσταση και της πρότεινε να αναλάβει τα νέα της καθήκοντα στη νέα πραγματική έδρα της εταιρίας, όπου η εργασία της ήταν απαραίτητη, διαλαμβάνοντας μεταξύ άλλων επί λέξει: "Σας δηλώσαμε, λοιπόν, σύμφωνα με το νόμο, γραπτώς, εγκαίρως και εν συνεχεία πολλών προφορικών ενημερώσεών σας και κατ΄ απολύτως νόμιμη και καλόπιστη άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εταιρίας μας, ότι εξαιτίας των ως άνω γεγονότων μετατίθεσθε από 24/9/2004 και θα πρέπει από την ημερομηνία αυτή να προσφέρετε τις υπηρεσίες σας στα γραφεία της έδρας της εταιρίας μας επί της Λεωφ.... Ποσ..... ..... του Δήμου Γλυφάδας Αττικής, με τους αυτούς όπως μέχρι σήμερα όρους, ενώ θεωρούμε τελείως περιττόν να σημειώσουμε ότι, σε περίπτωση μη έγκαιρης εμφάνισης και ανάληψης εργασίας σας, θα θεωρήσουμε την στάση σας αυτήν ως από μέρους σας καταγγελία της συμβάσεως εργασίας και δήλωση οικειοθελούς αποχώρησης σας". Η αναιρεσείουσα, απαντώντας στην παραπάνω δήλωση με την από 16/9/2004 εξώδικη απάντηση - δήλωση - πρόσκληση, που επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 21/9/2004, αναφέρθηκε στην πεποίθησή της ότι η μεταφορά της έδρα της εταιρίας ήταν προσχηματική, ότι η μετάθεσή της είναι καταχρηστική, γίνεται κακόπιστα προς καταστρατήγηση της εργατικής νομοθεσίας και δήλωσε ότι αρνείται να αποδεχτεί την πρόσκληση για τη μετάθεσή της και ότι θα προσέλθει την 24/9/2004 στον συμφωνηθέντα τόπο παροχής της εργασίας της στο 10ο χλμ. ε.ο Θεσσαλονίκης - Λαγκαδά για να προσφέρει τις υπηρεσίες της στην περίπτωση δε που θα υπάρξει άρνηση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης να αποδεχθεί αυτές (υπηρεσίες), θα περιέλθει η τελευταία σε κατάσταση υπερημερίας. Με βάση τα προαναφερόμενα γίνεται φανερό ότι, αφού συρρικνώθηκε η δραστηριότητα της αναιρεσίβλητης και λειτουργεί ως αποθήκη ο χώρος των εγκαταστάσεών της στη Θεσσαλονίκη, όπου υπηρετούσε η αναιρεσείουσα, η αναιρεσίβλητη δικαιούνταν, στα πλαίσια του διευθυντικού της δικαιώματος, και αφού το σχετικό δικαίωμα της δεν αποκλείστηκε ή δεν περιορίσθηκε από τη σύμβαση, να την μεταθέσει, ενόψει του ότι η μετάθεση επιβαλλόταν για οικονομοτεχνικούς λόγους, χωρίς αυτό να συνιστά μονομερή μεταβολή των όρων της υπαλληλικής της συμβάσεως. Εξάλλου, και η μικρή χρονικά παροχή της εργασίας της αναιρεσείουσας στη Θεσσαλονίκη, δεν οδηγεί σε κρίση ότι σιωπηρώς προσετέθη στη σύμβαση της εργασίας της όρος για το αμετάθετο αυτής, ώστε να καθίσταται ανενεργό το διευθυντικό δικαίωμα της αναιρεσίβλητης. Το δικαίωμα αυτό της αναιρεσίβλητης περαιτέρω δεν ασκήθηκε καταχρηστικά, αφού, με βάση τα περιστατικά που προαναφέρθηκαν, το εν λόγω διευθυντικό δικαίωμα ασκήθηκε απολύτως καλόπιστα και χωρίς υπέρβαση, των ορίων, τα οποία διαγράφουν ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, ενόψει του ότι η αναιρεσείουσα, λόγω της συρρίκνωσης της δραστηριότητος της αναιρεσίβλητης στην περιοχή της Θεσσαλονίκης, νόμιμα κατά τα προαναφερόμενα, αλλά και κατ΄ επανάληψη, προσκλήθηκε από την αντίδικό της να παράσχει τις υπηρεσίες της στην έδρα της στην Αττική, στα πλαίσια της μεταξύ τους συμβάσεως εργασίας, τόπος παροχής της οποίας, όπως λέχθηκε, ουδέποτε συμφωνήθηκε να αποτελεί μόνον η πόλη της Θεσσαλονίκης, κατά ρητό αποκλεισμό οποιασδήποτε άλλης και μάλιστα της εκάστοτε έδρας της εταιρίας. Ούτε άλλωστε αποδείχθηκε ότι η μεταφορά της έδρας της αναιρεσίβλητης υπήρξε εικονική και προσχηματική, όχι μόνο λόγω των νομότυπων γραφειοκρατικών διαδικασιών που ακολουθήθηκαν, αλλά και διότι με βάση τα όσα κατέθεσε η μάρτυρας ανταπόδειξης πράγματι η εταιρία εδρεύει στην Αττική, όπου πλέον δραστηριοποιείται, ενώ στη Θεσσαλονίκη οι πρώην εγκαταστάσεις της χρησιμοποιούνται ως αποθήκη. Η μετάθεση λοιπόν της αναιρεσείουσας νομίμως έγινε και η τελευταία όφειλε να συνεχίσει να εργάζεται στη νέα της θέση, η δε άρνησή της ν΄ αποδεχθεί τη μετάθεση αυτή συνιστά μονομερή εκ μέρους της καταγγελία της συμβάσεώς της. Ακολούθως έκρινε ότι η άρνηση της αναιρεσείουσας να αποδεχθεί την ανωτέρω μετάθεσή της συνιστά μονομερή εκ μέρους της καταγγελία της συμβάσεώς της και όχι μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εκ μέρους της αναιρεσίβλητης και εξαφανίζοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε δεχθεί τα αντίθετα, απέρριψε στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη την για επιδίκαση μισθών υπερημερίας, ύψους 6.637,38 ευρώ, ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας. Με τις κρίσεις του αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις του νόμου, γι΄ αυτό και ο περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
`Αρειος Πάγος
Αριθ.απόφασης: 281/2007
Δικαστής: Στέφανος Γαβράς, Αντιπρόεδρος
Αρεοπαγίτες: Εμμ. Καλούδης, Χρ. Αλεξόπουλος,
Ειρήνη Αθανασίου και Αλ. Νικάκης
Αποζημίωση για εργασία κατά τις Κυριακές (κοινή ΑποφΥπΕρ και Οικον 8900/1946, 25825/1951 απόφαση των ίδιων Υπουργών, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 10, παρ. 1 του Β.Δ. 748/1966). Ο μισθωτός (που υπάγεται στο σύστημα πενθήμερης εργασίας), για την εργασία του κατά τις Κυριακές δικαιούται (ανεξαρτήτως του κύρους της συμφωνίας αυτής), αναπληρωματικής εβδομαδιαίας αναπαύσεως κατ΄ άλλη εργάσιμο ημέρα της αρξαμένης την Κυριακήν εβδομάδος και, αν αμείβεται με μηνιαίο μισθό, δικαιούται να λάβει για κάθε Κυριακή προσαύξηση 75% επί του 1/25 του μηνιαίου μισθού του, αν δε δεν του χορηγηθεί εβδομαδιαία ανάπαυση σε άλλη ημέρα της αρχόμενης εβδομάδας, δικαιούται επιπλέον κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ως αποζημίωση, το 1/25 του μηνιαίου μισθού του.
[...] Από τις διατάξεις της 8900/1946 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, όπως αυτή ερμηνεύθηκε με την 25825/1951 απόφαση των ίδιων Υπουργών, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του Β.Δ. 748/1966, με την οποία ορίζεται ότι μισθωτοί απασχολούμενοι κατά Κυριακή δικαιούνται ανεξαρτήτως του κύρους της συμφωνίας περί της απασχολήσεως αυτής και των άλλων ενδεχομένων συνεπειών, αναπληρωματικής εβδομαδιαίας αναπαύσεως κατ΄ άλλη εργάσιμο ημέρα της αρξαμένης την Κυριακήν εβδομάδος, προκύπτει ότι και ο μισθωτός που εργάζεται Κυριακή ως έκτη ημέρα, υπό το σύστημα πενθήμερης εργασίας και αμείβεται με μηνιαίο μισθό δικαιούται να λάβει για κάθε μία Κυριακή προσαύξηση 75% επί του 1/25 του μηνιαίου μισθού του, αν δε δεν του χορηγηθεί εβδομαδιαία ανάπαυση σε άλλη ημέρα της αρχόμενης εβδομάδας, τότε ο μισθωτός δικαιούται επιπλέον κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ως αποζημίωση, το 1/25 του μηνιαίου μισθού του. Εξάλλου, σύμφωνα με τις από 7/9/1978 και από 24/1/1978 ιδιωτικές συμφωνίες, τα κείμενα των οποίων αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της από 14/11/1989 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των υπαλλήλων - μελών της Ενώσεως Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών, που απασχολούνται σε Εφημερίδες - μέλη της Ενώσεως Ιδιοκτητών Ημερήσιων Εφημερίδων Αθηνών", οι συντάκτες - μέλη της ΕΣΗΕΑ που απασχολούνται σε Εφημερίδες - μέλη της ΕΙΗΕΑ υπάγονται στο καθεστώς της πενθήμερης εργασίας. Τέλος, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδαφ. α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος. Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: Μεταξύ της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας), ως ασκούσας το επάγγελμα της δημοσιογράφου και της αναιρεσείουσας (εναγομένης) ως εκδότριας της ημερήσιας εφημερίδας "... ", καταρτίσθηκε την 1/1/1998 η υπό την ίδια ημερομηνία έγγραφη σύμβαση, σύμφωνα με την οποία η αναιρεσείουσα προσέλαβε από 1/1/1998 την αναιρεσίβλητη για να εργάζεται ως δημοσιογράφος στα γραφεία της στην Αθήνα με ελεύθερο ωράριο από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή, έναντι μηνιαίου μισθού 277.885 δραχμών. Κατά την πρόσληψή της από την αναιρεσείουσα η αναιρεσίβλητη ήταν άγαμη και είχε προϋπηρεσία σε άλλες εφημερίδες 21/2 ετών, το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 4, παρ. γ της από 26/10/1989 ΣΣΕ, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από αυτή με επίκληση βεβαίωση του Ταμείου Συντάξεως Προσωπικού Εφημερίδων Αθηνών και Θεσσαλονίκης (ΤΣΠΕΑΘ) με ημερομηνία 27/1/2000. Την προϋπηρεσία της αυτή η αναιρεσίβλητη την γνωστοποίησε στην αναιρεσείουσα κατά την πρόσληψή της και ο συναφής λόγος της εφέσεώς της είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Με την προαναφερθείσα ιδιότητα η αναιρεσίβλητη εργάσθηκε στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας από 1/1/1998 έως 23/1/2000 ως εσωτερική συντάκτρια του αθλητικού ρεπορτάζ της εφημερίδας "... ", υπαγόμενη στις Συλλογικές Συμβάσεις για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Συντακτών - μελών της ΕΣΗΕΑ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/1998 έως 31/12/1998, ενώ εργάσθηκε όλες τις ημέρες των Κυριακών, η αναιρεσείουσα δεν της χορήγησε αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας και συνεπώς δικαιούται για κάθε Κυριακή το 1/25 του νόμιμου μισθού, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ειδικότερα, δικαιούται 36 ημερομίσθια του χρονικού διαστήματος από 1/1/1998 έως 30-9-1998 με νόμιμο μισθό, λαμβανομένης υπόψη της προϋπηρεσίας της, 274.945 δραχμές, δηλαδή 395.921 δραχμές (274.945 Χ 1/25 Χ 36) και 12 ημερομίσθια του χρονικού διαστήματος από 1/10/1998 έως 31/12/1998 με νόμιμο μισθό, λαμβανομένης υπόψη της προϋπηρεσίας της, 291.445 δραχμές, δηλαδή 139.894 δραχμές (291.445 Χ 1/25 Χ 12). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα (1/1/1998 - 23/1/2000) η αναιρεσείουσα εργαζόταν κατά μέσο όρο έξι (6) ώρες την ημέρα τόσο τις καθημερινές από Δευτέρα έως και Παρασκευή όσο και τις Κυριακές, με ελεύθερο ωράριο που τελείωνε πριν την 10η νυκτερινή ώρα. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η αναιρεσείουσα, με συνυπολογισμό και της ανωτέρω προϋπηρεσίας της, εδικαιούτο να λάβει κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ως αποζημίωση, λόγω παράνομης στερήσεως της εβδομαδιαίας αναπαύσεώς της κατά τις ανωτέρω χρονικές περιόδους τα αντίστοιχα ως άνω ποσά των 395.921 και 139.894 δραχμών, επικυρώνοντας και κατά τούτο την ομοίως αποφανθείσα πρωτόδικη απόφαση. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες) τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις του νόμου και κατά συνέπεια οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίθετοι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 559 (αριθμ. 9 ΚΠολΔ.) ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής, η αναιρεσίβλητη περιέλαβε σ΄αυτή, μεταξύ άλλων, και αίτημα επιδικάσεως, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ως αποζημίωση, 1/25 του μηνιαίου μισθού της και ειδικότερα ποσού 303.108 δραχμών, λόγω απασχολήσεώς της όλες τις Κυριακές (4 κατά μήνα και συνολικά 26) και παράνομης στερήσεώς της από τη δικαιούμενη εβδομαδιαία ανάπαυσή της σε άλλη ημέρα της εβδομάδας, κατά τη χρονική περίοδο από 1/10/1998 έως 28/2/1999. Το αγωγικό αυτό αίτημα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε μερικά δεκτό και επιδικάσθηκε για την ανωτέρω αιτία και για τη χρονική περίοδο από 1/10/1998 έως 31/12/1998 το συνολικό ποσό των (291.445 Χ 1/25 Χ 12) 139.894 δραχμών. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη το ως άνω ποσό χωρίς αυτό να έχει ζητηθεί με την υπόψη αγωγή της, είναι αβάσιμος.
`Αρειος Πάγος
Αριθ.απόφασης: 1731/2007
Δικαστής: Δημήτριος Λοβέρδος, Αντιπρόεδρος
Αρεοπαγίτες: Γεώρ. Καλαμίδας, Δημ. Κανελλόπουλος,
Διον. Γιαννακόπουλος και Ιωάν. - Σπ. Τέντες
Εργατικό ατύχημα σε περίπτωση "δανεισμού" εργαζομένου (ΑΚ 648, 651, 361). Σε περίπτωση παραχώρησης των υπηρεσιών εργαζομένου σε τρίτον με τη συναίνεση του εργαζομένου, δεν λύεται η σύμβαση εργασίας, ούτε το πρόσωπο του εργοδότη μεταβάλλεται, αλλά μόνο οι εργοδοτικές αρμοδιότητες και ευθύνες επιμερίζονται μεταξύ δύο εργοδοτών. Σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, ευθύνονται και οι δύο. Οι συγγενείς του θανόντος, ανειδίκευτου αλλοδαπού εργάτη κτηνοτροφικής μονάδας, χωρίς άδεια χειριστή μηχανημάτων, έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν από τον παραλείψαντα τα μέτρα ασφαλείας εργοδότη, χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης, που τους προκάλεσε το ατύχημα.
[...] Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο `Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε καταφατική δε περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που, έχει κλητευθεί. Στην κρινόμενη υπόθεση οι δεύτερη και έβδομος των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο, καίτοι αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού της παραπάνω δικασίμου, καθώς και κλήσεως για εμφάνιση κατ΄ αυτή, τους επιδόθηκε νομίμως, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες ..... από ..... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..... και τα φύλλα της ..... των ημερησίων εφημερίδων των Αθηνών "ΕΣ...." και "Η ΑΥ....". Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων αυτών. Κατά το άρθρο 559, αρ. 1, ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Εξάλλου, κατά το αυτό άρθρο 559, αρ. 19, ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Τέλος, κατά το άρθρο 1 του Β.Δ. της 24-7/25-8-1920 που κωδικοποίησε το Ν. 551/1914, ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕΝΑΚ, ως εργατικό ατύχημα θεωρείται οποιαδήποτε βλάβη, που επέρχεται σε εργάτη ή υπάλληλο των αναφερομένων στο άρθρο 2 επιχειρήσεων, στις οποίες περιλαμβάνονται ρητώς και εκείνες στις οποίες γίνεται χρήση μηχανικών εργαλείων, κατά την εκτέλεση της εργασίας, προηγουμένως ή ύστερα από αυτήν, αλλά εξ αφορμής αυτής και οφείλεται σε αιφνίδιο βίαιο συμβάν, που προήλθε από εξωτερικά αίτια, ήτοι ξένα προς τον οργανισμό του παθόντος. Με την ως άνω διάταξη παρέχεται στα δικαιούμενα κατά τα οικεία άρθρα του κωδικοποιημένου αυτού Ν. 551/1915 πρόσωπα, σε περίπτωση δε θανάτου εργαζομένου, στους αναφερομένους στο άρθρο 6 συγγενείς του παθόντος, δικαίωμα αποζημιώσεως. Κατά το άρθρο 16 του ιδίου Ν. 551/1914, τα προαναφερόμενα πρόσωπα, αν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή προσώπων που αυτός έχει προστήσει στην υπηρεσία του (άρθρο 922 ΑΚ), έχουν επιλεκτικό δικαίωμα να ασκήσουν τις προς αποζημίωση αξιώσεις τους, είτε σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού, είτε σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινού αστικού δικαίου, ήτοι τις διατάξεις των άρθρων 914, 922, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 297-298 ΑΚ. Εφόσον επιλέξουν τη σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού αποζημίωση, σε περίπτωση θανάτου, οι συγγενείς του θανόντος δικαιούνται μόνο την καθοριζομένη στο άρθρο 3 του ιδίου Ν. 551/1914 κατ΄ αποκοπή αποζημίωση. Σε κάθε περίπτωση, όμως, που ο θάνατος επήλθε από εργατικό ατύχημα, οφειλόμενο σε πταίσμα, δηλαδή δόλο ή αμέλεια οποιασδήποτε μορφής του εργοδότη ή των προσώπων που αυτός έχει προστήσει στην υπηρεσία του, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 299, 914 και 932 ΑΚ, οι συγγενείς, που αποτελούν την οικογένεια του θανόντος, έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν από τον εργοδότη χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης, που τους προκάλεσε το ατύχημα. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 651 ΑΚ, που ορίζει ότι σε σχέση με τη σύμβαση εργασίας, η αξίωση του εργοδότη στην εργασία του μισθωτού είναι αμεταβίβαστη, αν από τη συμφωνία ή τις περιστάσεις δεν προκύπτει κάτι άλλο, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 361 και 648 ΑΚ, προκύπτει ότι είναι νόμιμη η συμφωνία, δυνάμει της οποίας ο εργοδότης, ο οποίος είχε στη διάθεση του τις υπηρεσίες μισθωτού, παραχωρεί με τη συναίνεση του τελευταίου τις υπηρεσίες αυτού σε άλλο πρόσωπο, στο οποίο παρέχονται πλέον οι υπηρεσίες του, γιατί η σχέση αυτή στηρίζεται στη βούληση και των τριών μερών. Στην περίπτωση αυτή του "δανεισμού" των υπηρεσιών του μισθωτού, δεν λύεται η σύμβαση εργασίας, ούτε το πρόσωπο του εργοδότη μεταβάλλεται. Μόνον οι εργοδοτικές αρμοδιότητες "επιμερίζονται", με συνέπεια να γίνεται λόγος για δύο εργοδότες. Επέρχεται δηλαδή προσωρινή, βραχυχρόνια ή μακροχρόνια απομάκρυνση του εργαζομένου από τον εργοδότη του, χωρίς να διακόπτεται ο μεταξύ τους ενοχικός δεσμός, ενώ ταυτοχρόνως ο εργαζόμενος προσφέρει την εργασία του σε τρίτο, που και αυτός χαρακτηρίζεται ως εργοδότης και ασκεί το διευθυντικό δικαίωμα, σε αντίθεση με τον αρχικό εργοδότη που περιορίζεται στο δικαίωμα καταγγελίας και, αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία των μερών, βαρύνεται με τη μισθοδοσία του εργαζομένου.
Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Ο πρώτος των εναγομένων ...., ο οποίος διατηρεί κτηνοτροφική μονάδα στο Δημοτικό Διαμέρισμα ....., το μήνα Μάρτιο του έτους 1997 προσέλαβε ως εργάτη με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας τον αλβανό υπήκοο Ψ1 ηλικίας, τότε, 16 ετών, για να απασχολείται σε διάφορες κτηνοτροφικές εργασίες στην παραπάνω μονάδα του, ήτοι βοσκή ζώων (αγελάδων), άρμεγμα, τάϊσμα αυτών, καθάρισμα σταύλων, μεταφορά γάλακτος, φόρτωση ενσιρώματος (καλαμποκιού) με κλούβες, μεταφορά του με γεωργικό ελκυστήρα (τρακτέρ) και εναπόθεσή του στο παχνί, κ.λπ. Ο δεύτερος των εναγομένων ....., ο οποίος είναι εξάδελφος του πρώτου εναγομένου και διατηρεί, επίσης, άλλη, δική του κτηνοτροφική μονάδα, στην ίδια περιοχή, είναι ιδιοκτήτης και κάτοχος μιας μηχανής πολτοποίησης χόρτων και παρασκευής ζωοτροφών, που λέγεται "ενσιροδιανομέας". Το μηχάνημα αυτό είναι διαστάσεων ύψους 2,30 μ., πλάτους 1,80 και μήκους 4,80 μ. και διαθέτει μεγάλα εξωτερικά και εσωτερικά μαχαίρια (λεπίδες) και κοχλίες, τα οποία αλέθουν το χόρτο και το ενσίρωμα (καλαμπόκι) μέσα στον θάλαμό του και τα πολτοποιούν σε υγρή μάζα (πολτόμαζα), με την οποία τρέφονται οι αγελάδες της μονάδος. Τίθεται σε λειτουργία με αυτόματο μηχανισμό και είναι παρελκόμενο, με την χρήση γεωργικού ελκυστήρα, στον οποίο είναι προσαρμοσμένο, ο δε χειριστής του πρέπει να έχει άδεια οδήγησης γεωργικού ελκυστήρα (τρακτέρ), αφού, κατά τη χρήση του, απαιτούνται ελιγμοί για την προσαρμογή του στον σωρό του ενσιρώματος και μεταφορά και εναπόθεση της πολτοποιουμένης τροφής στο χώρο που είναι προορισμένος για την τροφή των ζώων (αγελάδων).Το μηχάνημα αυτό ("ενσιροδιανομέας") για ένα χρονικό διάστημα (10 μηνών περίπου), δεν λειτουργούσε, λόγω βλάβης του (εμπλοκή, μπουκώματα από τα χόρτα), όπως συνομολογούν οι εναγόμενοι στις έγγραφες προτάσεις τους και ήταν εγκαταλελειμένο - παρατημένο στην αυλή της οικίας του δευτέρου εναγομένου "παροπλισμένο" εκεί. Όταν όμως, ο δεύτερος εναγόμενος το επισκεύασε αργότερα και αποφάσισε την επαναλειτουργία του, διότι είχε αυξηθεί εν τω μεταξύ ο αριθμός των αγελάδων σε 92, το έτος 1999 ήλθε σε συνεννόηση με τον πρώτο εναγόμενο - εξάδελφο του, με τον οποίο συνεργάζονται στενά από παλαιά, σ΄ όλα τα θέματα, που αφορούν τις κτηνοτροφικές μονάδες τους και συμφώνησαν άτυπα να το χρησιμοποιήσουν από κοινού, σε αντάλλαγμα δε να του "παραχωρήσει" τον εργαζόμενο στην μονάδα του, ως άνω νεαρό αλλοδαπό εργάτη Ψ1 ηλικίας τότε μόλις 16 ετών, προκειμένου να χειρίζεται το εν λόγω μηχάνημα έργων ("ενσιροδιανομέα") στη δική του κτηνοτροφική μονάδα, παρόλο που, και οι δύο, γνώριζαν ότι ο τελευταίος δεν είχε ούτε την απαιτούμενη από το νόμο άδεια οδήγησης γεωργικού ελκυστήρα (αρθρο 97 του ΚΟΚ - Ν. 2696/1999), αλλά ούτε και την ανάλογη εμπειρία και τις ικανότητες για τον χειρισμό του μηχανήματος αυτού. Έτσι, καταχρώμενοι οι εναγόμενοι το διευθυντικό τους δικαίωμα ως εργοδότες, τον εξηνάγκασαν και οι δύο, παρά την θέλησή του και εκμεταλλευόμενοι την επιτακτική ανάγκη του για εργασία ως αλλοδαπού και οικονομικού μετανάστη από την Αλβανία, άπειρο, αδαή και ανειδίκευτο, να χειρίζεται τον ως άνω ενσιροδιανομέα και στις δύο προαναφερθείσες κτηνοτροφικές τους μονάδες. Επίσης, επειδή το μηχάνημα αυτό συχνά "μπούκωνε", δηλαδή πάθαινε εμπλοκή από το άχυρο, που δεν αλέθονταν και λόγω της μη πλήρους αποκατάστασης της βλάβης του, μετά την παραπάνω επισκευή του, του είχαν υποδείξει κάθε φορά που το μηχάνημα αυτό παρουσίαζε αυτό το πρόβλημα, να ανεβαίνει στο "επάνω μέρος" του και να πατάει και να σπρώχνει με τα πόδια του το χόρτο μέσα στον θάλαμο αλέσεως των τροφών που βρίσκονταν τα μαχαίρια και οι κοχλίες, αν και γνώριζαν μετά την πάροδο ενός και πλέον έτους ότι λόγω της επικινδυνότητας του μηχανήματος, απαγορευόταν αυστηρά οποιαδήποτε προσέγγιση στο "επάνω μέρος" του, ακόμη και όταν αυτό δεν λειτουργούσε, σύμφωνα με την σειρά των προειδοποιητικών σημάνσεων - σημάτων που υπάρχουν στην σελίδα 6η του ξενόγλωσσου εγχειριδίου λειτουργίας του μηχανήματος αυτού, αντίτυπο του οποίου προσκομίζεται με επίκληση από τους ενάγοντες, άλλωστε τα εν λόγω σήματα είναι διεθνή και με αυτά επισημαίνονται, υπογραμμίζονται, όλοι οι κίνδυνοι από την λειτουργία του επιδίκου ενσιροδιανομέα και απευθύνονται προφανώς σε αδειούχους χειριστές γεωργικών ελκυστήρων και ειδικών μηχανημάτων έργων, όπως το επίδικο μηχάνημα. Έτσι, κάτω από αυτές τις συνθήκες και ενώ το απόγευμα της 7/12/1999 (και ώρα 4.30 περίπου) ο νεαρός Ψ1 εργαζόταν, χειριζόμενος, εντελώς μόνος και χωρίς να έχει τις απαιτούμενες γνώσεις και το ειδικό πτυχίο - δίπλωμα που απαιτείται για τον χειρισμό του ως άνω μηχανήματος, όπως εκτίθεται πάρα πάνω, τον εν λόγω ενσιροδιανομέα στην κτηνοτροφική μονάδα του δευτέρου εναγομένου και ήδη εκκαλούντος εκτελώντας τις ως άνω εντολές και υποδείξεις των (μερικών) εργοδοτών του, αρχικού - κανονικού και μεταγενέστερου - περαιτέρω, αντίστοιχα, λόγω του "δανεισμού" του εν λόγω εργαζομένου από τον πρώτο εργοδότη στον δεύτερο, σε κάποια στιγμή του "μπουκώματος" - εμπλοκής του μηχανήματος από τα χόρτα, ανέβηκε στο "επάνω μέρος" του και εισήλθε στο θάλαμο αλέσεως των τροφών (άχυρου, τριφυλλιού, καλαμποκιού, κ.λπ.) χωρίς προηγουμένως να έχει οποιοδήποτε μέτρο ασφάλειας προς προστασία του, όπως άλλωστε κάθε φορά γινόταν, αλλά από "αγαθή τύχη" του εργαζόμενου, απεφεύγετο να συμβεί κάποιο ατύχημα, όπου στην προσπάθεια του να ωθήσει με τα πόδια του το ενσίρωμα (αλεσμένο καλαμπόκι) στο εσωτερικό του κυρίως θαλάμου, "ενεπλάκη" στα υπάρχοντα εξωτερικά μαχαίρια (λεπίδες κοπής χόρτων) και κοχλίες, τα οποία τον "τράβηξαν" μέσα στο εσωτερικό τμήμα του κυρίως θαλάμου ασφαλίσεως των τροφών, όπου υπάρχουν άλλα εσωτερικά μαχαίρια και κοχλίες, που αλέθουν το χόρτο και το καλαμπόκι και τα πολτοποιούν σε μια υγρή μάζα, που χρησιμοποιείται για ζωοτροφή, με αποτέλεσμα όλο το σώμα του να "πολτοποιηθεί" από τη συνεχή λειτουργία του μηχανήματος και αυτή τη φορά να μην αποσοβηθεί τελικά το μοιραίο, ήτοι η επέλευση του τραγικού θανάτου του νεαρού ως άνω εργαζομένου αλλοδαπού. Για το ένδικο ατύχημα ευθύνεται ο δεύτερος εναγόμενος, διότι το επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου του εργαζομένου - θύματος ότι οφειλόταν σε αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) του εναγομένου αυτού, δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν κατέβαλε την επιβαλλόμενη, κατ΄ αντικειμενική κρίση, προσοχή την οποία κάθε μέτριος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος όφειλε να καταβάλει κάτω από τις ίδιες ως άνω περιστάσεις και συνθήκες με βάση τους νομικούς κανόνες, την συνήθεια που επικρατεί στις συναλλαγές και την κοινή πείρα και λογική, ενώ μπορούσε αυτός με βάση τις προσωπικές του ικανότητες και περιστάσεις και κυρίως λόγω του επαγγέλματός του ως εργοδότη του εργαζομένου στην κτηνοτροφική του μονάδα που λειτουργούσε, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, τηρώντας και λαμβάνοντας όλα τα από τις διατάξεις των άρθρων 7, παρ. 15, 6, 8 και 8, παρ. 1 του Π.Δ. 17/1996, προβλεπόμενα μέτρα για την βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, κατά την εργασία τους, υπήρξε δε και αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των παραλείψεων του να λάβει τα τελευταία ως άνω μέτρα και του αποτελέσματος που επήλθε. Η μη ανάθεση δε εργασίας επικίνδυνης σε εργάτη, ανειδίκευτο, άπειρο και ακατάλληλο γι΄ αυτήν, αποτελεί πραγματικά, κατά την κοινή πείρα και λογική, στοιχειώδη πρόβλεψη συνετού ανθρώπου, δεδομένου ότι από την ανάθεση της εργασίας αυτής στα πρόσωπα αυτά ο κίνδυνος γίνεται ακόμη περισσότερος και πάρα πολύ πιθανή η επέλευση του. Επίσης, ο εν λόγω εργοδότης του εκλιπόντος εργαζομένου, επιδεικνύοντας τουλάχιστον αμελή συμπεριφορά, είχε παραλείψει να εξασφαλίσει κατά τον χρόνο του επισυμβάντος θανατηφόρου ατυχήματος, την ασφάλεια του εργαζομένου στην κτηνοτροφική του μονάδα, εφόσον του είχε αναθέσει τον χειρισμό του ζημιογόνου μηχανήματος (ενσιροδιανομέα), χωρίς προηγουμένως να τον έχει ενημερώσει και καταρτίσει κατάλληλα για τον χειρισμό αυτού (μηχανήματος) και τους επαγγελματικούς κινδύνους που διατρέχει από την συγκεκριμένη εργασία, που είχε αναθέσει, ενώ τον εξέθεσε στους κινδύνους αυτούς, αφού τον άφησε να εργάζεται μόνο του, χωρίς δηλαδή επίβλεψη και εποπτεία από κάποιο άλλο εμπειρότερο και ικανότερο, που να έχει και τις απαραίτητες γνώσεις και ικανότητες για τον ακίνδυνο χειρισμό του εν λόγω μηχανήματος". Επομένως, το Εφετείο, που διέγνωσε τα ανωτέρω και επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση στους συγγενείς του θανόντος, δεν παρεβίασε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις και η απόφασή του έχει νόμιμη βάση και ειδικότερα έχει την απαιτουμένη αιτιολογία, η οποία δεν είναι αντιφατική ή ανεπαρκής, αφού εκτίθενται σ΄ αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις τα προκύψαντα εκ της διαδικασίας και τυγχάνοντα αναγκαία προς εφαρμογή των εν λόγω ουσιαστικών κανόνων γεγονότα. Κατ΄ ακολουθίαν, οι αντίθετοι, εκ του άρθρου 559, αρ. 1 και 19, ΚΠολΔ, πρώτος και τέταρτος, λόγοι της αιτήσεως είναι αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 559, αρ. 20 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρεμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, δεχόμενο πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Η ανωτέρω παραμόρφωση επέρχεται όταν το δικαστήριο σχηματίζει τη γνώμη του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο εκ του περιεχομένου του εγγράφου. Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του τα ανωτέρω, κατόπιν συνεκτιμήσεως των μαρτυρικών καταθέσεων, των ενόρκων βεβαιώσεων και των εγγράφων.
Συνεπώς, δεν παρεμόρφωσε το περιεχόμενο των από ..... και ..... εκθέσεων αυτοψίας του τεχνικού επιθεωρητή εργασίας .... Κατ΄ ακολουθίαν, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559, αρ. ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος. Για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559, αριθ. 11, Κ.Πολ.Δ, κατά το οποίο επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, πρέπει μεταξύ άλλων, να προσδιορίζεται το αποδεικτικό περιεχόμενο των μέσων που δεν ελήφθησαν υπόψη και να αναφέρεται ο δυνάμενος να ασκήσει ουσιώδη επίδραση στο διατακτικό ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559, αριθ. 11, Κ.Πολ.Δ, διότι δεν έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση ενώπιον συμβολαιογράφου του .... την οποία ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε. Ο λόγος όμως αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν προσδιορίζεται το περιεχόμενο της καταθέσεως (ένορκης βεβαιώσεως) αυτής ούτε αναφέρεται ο δυνάμενος να έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα μπορούσε να αποδειχθεί με την κατάθεση αυτή.
`Αρειος Πάγος
Αριθ. απόφασης: 1681/2007
Δικαστής: Σπυρίδωνας Κολυβάς, Αντιπρόεδρος
Αρεοπαγίτες: Ανδ. Μαρκάκης, Ηλ. Γιαννακάκης,
Αθαν. Θεμέλης, Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής
Ομαδικές απολύσεις - Ακυρότητα: Ομαδικές απολύσεις που έγιναν λόγω οριστικής διακοπής της λειτουργίας της επιχείρησης με τη βούληση του εργοδότη, δεν είναι έγκυρες, αν η διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησης έγινε χωρίς να προηγηθεί δικαστική απόφαση και να τηρηθεί η διαδικασία διαβουλεύσεων του νόμου 1387/1983 "Έλεγχος ομαδικών απολύσεων και άλλες διατάξεις" και της Οδηγίας του Συμβουλίου 75/129 ΕΟΚ.
[...] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62 εδ. α΄, 73, 159, παρ. 2, 160, παρ. 1 και 556, παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αναίρεση, η οποία ασκήθηκε επ΄ ονόματι προσώπου που έχει αποβιώσει κατά το χρόνο της ασκήσεώς της είναι απορριπτέα ως άκυρη για έλλειψη απαραίτητης διαδικαστικής προϋποθέσεως, η ακυρότητα δε αυτή λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση από τα προσκομιζόμενα αντίγραφα: 1) ................. ιατρικού πιστοποιητικού του Κοινοτάρχη Λατσίων Κύπρου για την αιτία θανάτου του ..................., 2) ............... ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιάρχου Φιλίππων Καβάλας, 3) ................. ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ειδικού Ληξιαρχείου Αθηνών και 4) ..................... ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου Καβάλας, αντίστοιχα, προκύπτει ότι απεβίωσαν οι αναιρεσείοντες: α) Β 26ος .................. την 2/10/200, β) 182ος ................ την 1/7/2000, γ) 184η .................. την 1/6/2000 και δ) 161ος ................ την 6/10/2001, ενώ η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στο όνομα και των θανόντων αυτών την 3/4/2003 με κατάθεση του δικογράφου της στο Εφετείο Αθηνών, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι ασκήθηκε μετά το θάνατο των εν λόγω αναιρεσειόντων. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που αφορά τους ανωτέρω αναιρεσείοντες, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω της ακυρότητας κατά τούτο του δικογράφου της, που συνεπάγεται αναγκαίως και το απαράδεκτο της συμμετοχής στη δίκη και των φερομένων ως κληρονόμων, συζύγου και τέκνων τους, αντίστοιχα, τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Κων/νος Ρήγος, ο οποίος δήλωσε ότι συνεχίζουν τη δίκη, σύμφωνα με σχετική δήλωσή του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του δικαστηρίου αυτού. Νόμιμα, κατά τα άρθρα 287, 288 και 290 Κ.Πολ.Δ. χωρεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης στο πρόσωπο των κληρονόμων των ήδη αποβιωσάντων αναιρεσειόντων ............... (62ου), ................ (Β 19ος) και ........................ (186ος), μετά τη γνωστοποίηση απ΄ αυτούς του θανάτου αυτών και τη δήλωσή τους στα πρακτικά ότι συνεχίζουν τη δίκη. Με την 165/2006 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου αναβλήθηκε η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης. Ήδη, όπως προκύπτει από τις .............. και .............. εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Καβάλας ...................., και την ..................... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ................, αντίγραφο των ταυταρίθμων με την ανωτέρω 165/2006 απόφαση πρακτικών συνεδριάσεως του Δικαστηρίου αυτού και κλήση προς εμφάνιση και συζήτηση γης κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, αντίστοιχα, α) προς τη δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "................................", β) προς την πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία ".............................." και γ) προς την συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "............................", που είχαν ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Οι συνδικαλιστικές, όμως, αυτές οργανώσεις, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου αυτού, δεν εμφανίσθηκαν κατά την παραπάνω δικάσιμο, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οπότε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.. Πρέπει, επομένως, να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία τους σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρα 568, παρ. 4 και 576, παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Η Οδηγία 75/129, η οποία εκδόθηκε με βάση το άρθρο 100 της Συνθήκης της ΕΟΚ (μετέπειτα άρθρο 100 της Συνθήκης Ε.Κ., τώρα άρθρο 94 Ε.Κ.), αποσκοπεί στην ενίσχυση της προστασίας των εργαζομένων, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης ισόρροπης οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης εντός της κοινότητας. Ως "ομαδικές απολύσεις", κατά το άρθρο 1, παρ. 1, εδ. α΄ της οδηγίας αυτής, νοούνται οι απολύσεις που πραγματοποιούνται από ένα εργοδότη για ένα ή περισσότερους λόγους, οι οποίοι έχουν σχέση με το πρόσωπο των εργαζομένων, εφόσον ο αριθμός των απολύσεων ανέρχεται, ανάλογα με την επιλογή των κρατών - μελών, στις εκεί αναφερόμενες διακρίσεις. Κατά δε την παράγραφο 2, εδ. δ΄ του ίδιου άρθρου 1 η παρούσα Οδηγία δεν εφαρμόζεται επί των εργαζομένων που θίγονται από τη διακοπή της δραστηριότητας της επιχειρήσεως, εφόσον αυτή επέρχεται κατόπιν δικαστικής αποφάσεως. Το άρθρο της εν λόγω Οδηγίας προβλέπει ορισμένες υποχρεώσεις του εργοδότη που προτίθεται να προβεί σε ομαδικές απολύσεις. Κατ΄ αρχάς, ο εργοδότης αυτός υποχρεούται να προβαίνει σε διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, οι οποίες αφορούν τουλάχιστον τις δυνατότητες αποφυγής ή μειώσεως των ομαδικών απολύσεων, καθώς και τις δυνατότητες αμβλύσεως των συνεπειών τους.
Επίσης, προκειμένου να τους παράσχει τη δυνατότητα να υποβάλουν εποικοδομητικές προτάσεις, ο εργοδότης υποχρεούται να κοινοποιεί στους εκπροσώπους των εργαζομένων κάθε χρήσιμη πληροφορία και, σε κάθε περίπτωση, να τους ανακοινώνει εγγράφως τους λόγους των απολύσεων, τον αριθμό των υπό απόλυση εργαζομένων, τον αριθμό των συνήθως απασχολουμένων, καθώς και την περίοδο μέσα στην οποία πρόκειται να πραγματοποιηθούν οι απολύσει. Το άρθρο 3, παράγραφος 1 της Οδηγίας (75/129) ορίζει ότι ο εργοδότης υποχρεούται να κοινοποιεί εγγράφως στην αρμόδια αρχή κάθε σχεδιαζόμενη ομαδική απόλυση. Η κοινοποίηση πρέπει να περιέχει κάθε χρήσιμη πληροφορία σχετικά με τη σχεδιαζόμενη ομαδική απόλυση και τις διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, που προβλέπονται στο άρθρο 2, και ιδίως τους λόγους της απολύσεως, τον αριθμό των υπό απόλυση εργαζομένων, τον αριθμό των συνήθως απασχολουμένων και την περίοδο μέσα στην οποία πρόκειται να πραγματοποιηθούν οι απολύσεις. Οι ομαδικές απολύσεις, το σχέδιο των οποίων έχει κοινοποιηθεί στην αρμόδια αρχή ισχύουν, κατ΄ άρθρο 4, παρ. 1 της Οδηγίας, το νωρίτερο 30 ημέρες από την κοινοποίηση που προβλέπεται στο άρθρο 3, παρ. 1. Η Οδηγία 75/129 τροποποιήθηκε με την Οδηγία 92/56/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 1992 (EEL 245, σ. 3), κατόπιν της εγκρίσεως του κοινοτικού χάρτη των θεμελιωδών κοινοτικών δικαιωμάτων των εργαζομένων κατά τη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στο Στρασβούργο στις 9 Δεκεμβρίου 1989. Η τροποποίηση αυτή περιλαμβάνει κυρίως την επέκταση των προβλεπομένων στο άρθρο 2 της Οδηγίας 75/129 υποχρεώσεων του εργοδότη σε θέματα ενημερώσεως και διαβουλεύσεων, με τους εκπροσώπους των εργαζομένων. Στο πλαίσιο της τροποποίησης επήλθε κατάργηση του στοιχείου δ΄ του άρθρου 1 παράγρ. 2 της Οδηγίας 75/129 και προστέθηκε, μετά το πρώτο εδάφιο του άρθρου 3, παρ. 1 της Οδηγίας, το ακόλουθο εδάφιο: "Εντούτοις, τα κράτη - μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι στην περίπτωση ενός σχεδίου ομαδικών απολύσεων που προκαλούνται από τη διακοπή της δραστηριότητας της επιχείρησης, η οποία επέρχεται κατόπιν δικαστικής αποφάσεως, ο εργοδότης υποχρεούται να το κοινοποιήσει γραπτώς στην αρμόδια δημόσια αρχή μόνον κατόπιν αιτήσεώς της". Οι τροποποιήσεις που επέφερε η Οδηγία 92/56 μεταφέρθηκαν στην ελληνική έννομη τάξη με τους νόμους 2736/1999 και 2874/2000. Η προβλεπόμενη στο άρθρο 2 της Οδηγίας 92/56 προθεσμία μεταφοράς των εν λόγω τροποποιήσεων στην εσωτερική έννομη τάξη έληξε την 24η Ιουνίου 1994. Περαιτέρω, από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η μη εφαρμογή της Οδηγίας είναι δυνατή μόνον όταν η διακοπή της δραστηριότητας της επιχειρήσεως επέρχεται κατόπιν δικαστικής αποφάσεως και ότι σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, ιδίως όταν η οριστική διακοπή των δραστηριοτήτων της οικείας επιχειρήσεως αποφασίζεται οικειοθελώς από τον εργοδότη και θεμελιώνεται σε εκτιμήσεις οικονομικής φύσεως ή άλλες, οι απορρέουσες από την Οδηγία 75/129 υποχρεώσεις του εργοδότη παραμένουν στο ακέραιο (απόφαση Δ.Ε.Κ. από 7ης Σεπτεμβρίου 2006). Εξάλλου, με το νόμο 1387/1983 "Έλεγχος ομαδικών απολύσεων και άλλες διατάξεις", ο οποίος αποτελεί μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της Οδηγίας του Συμβουλίου 75/129 ΕΟΚ, θεσπίζεται ειδική διαδικασία για την πραγματοποίηση των ομαδικών απολύσεων, η οποία εξασφαλίζει: α) την πλήρη πληροφόρηση των εργαζομένων σχετικά με τις σχεδιαζόμενες ομαδικές απολύσεις, β) στάδιο διαβουλεύσεων του εργοδότη με τους εκπροσώπους των εργαζομένων και γ) σε περίπτωση ασυμφωνίας των μερών αποφασιστική παρέμβαση της διοικητικής αρχής. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του νόμου αυτού, ομαδικές απολύσεις θεωρούνται όσες γίνονται από επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, που απασχολούν περισσότερους από είκοσι εργαζόμενους, για λόγους που δεν αφορούν το πρόσωπο των απολυομένων και υπερβαίνουν κάθε ημερολογιακό μήνα τα όρια της επομένης παραγράφου. Το άρθρο 2, παρ. 2, εδ. γ΄ ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού δεν εφαρμόζονται στους εργαζόμενους που απολύονται λόγω διακοπής των εργασιών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης κατόπιν πρωτόδικης απόφασης. Κατά δε το άρθρο 3, παρ. 1 ο εργοδότης, πριν προχωρήσει σε ομαδικές απολύσεις, οφείλει να προέλθει σε διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων με σκοπό να ερευνηθεί η δυνατότητα αποφυγής ή μείωσης των απολύσεων και των δυσμενών συνεπειών τους. 2. Ο εργοδότης οφείλει: α) να γνωστοποιήσει εγγράφως στους εκπροσώπους των εργαζομένων τους λόγους, για τους οποίους σχεδιάζει να πραγματοποιήσει ομαδικές απολύσεις, τον αριθμό εκείνων που θέλει να απολύσει κατά φύλο, ηλικία και ειδικότητα και τον αριθμό των εργαζομένων που απασχολεί και β) να παρέχει κάθε πληροφορία που μπορεί να τους διευκολύνει στη διατύπωση εποικοδομητικών προτάσεων. 3. Αντίγραφα των εγγράφων αυτών υποβάλλονται από τον εργοδότη στο Νομάρχη και τον Επιθεωρητή Εργασίας. Τέλος, κατά το άρθρο 5, παρ. 1 η προθεσμία των διαβουλεύσεων μεταξύ των εργαζομένων και του εργοδότη είναι είκοσι ημερών και αρχίζει από την πρόσκληση του εργοδότη για διαβουλεύσεις στους κατά το άρθρο 4 εκπροσώπους των εργαζομένων. Το αποτέλεσμα των διαβουλεύσεων διατυπώνεται σε πρακτικό που υπογράφεται από τα δύο μέρη και υποβάλλεται από τον εργοδότη στο Νομάρχη ή τον Υπουργό Εργασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 3. 2. Εάν υπάρξει συμφωνία των μερών, οι ομαδικές απολύσεις πραγματοποιούνται σύμφωνα με το περιεχόμενο της συμφωνίας και ισχύουν, αφού περάσουν δέκα ημέρες από την ημερομηνία υποβολής του σχετικού πρακτικού στο Νομάρχη ή τον Υπουργό Εργασίας κατά περίπτωση. 3. Εάν δεν υπάρξει συμφωνία των μερών, ο Νομάρχης ή ο Υπουργός Εργασίας, με αιτιολογημένη απόφαση που εκδίδεται μέσα σε δέκα ημέρες από την ημερομηνία υποβολής του παραπάνω πρακτικού και αφού λάβει υπόψη τα στοιχεία του φακέλου και συνεκτιμήσει τις συνθήκες της αγοράς εργασίας, την κατάσταση της επιχείρησης, καθώς και το συμφέρον της εθνικής οικονομίας, μπορεί είτε να προτείνει για είκοσι ακόμη ημέρες τις διαβουλεύσεις ύστερα από αίτηση ενός των ενδιαφερομένων μερών, είτε να μην εγκρίνει την πραγματοποίηση του συνόλου ή μέρους των σχεδιαζομένων απολύσεων. 4. Ο εργοδότης μπορεί να πραγματοποιήσει ομαδικές απολύσεις στην έκταση που καθορίζει η απόφαση του Νομάρχη ή του Υπουργού Εργασίας. Αν δεν εκδοθεί τέτοια απόφαση μέσα στις προβλεπόμενες προθεσμίες, οι ομαδικές απολύσεις πραγματοποιούνται στην έκταση που δέχθηκε ο εργοδότης κατά τις διαβουλεύσεις. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι σε περίπτωση ομαδικών απολύσεων, λόγω οριστικής παύσεως της λειτουργίας επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, η οποία αποφασίζεται οικειοθελώς από τον εργοδότη και θεμελιώνεται σε εκτιμήσεις οικονομικής φύσεως, χωρίς προηγούμενη δικαστική απόφαση, ο εργοδότης αυτός πριν προχωρήσει σε ομαδικές απολύσεις, υποχρεούται να προβαίνει σε διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, οι οποίες αφορούν τουλάχιστον τις δυνατότητες αποφυγής ή μειώσεως των ομαδικών απολύσεων και των δυσμενών συνεπειών. Επίσης, να τους γνωστοποιεί εγγράφως τους λόγους των απολύσεων, τον αριθμό των υπό απόλυση εργαζομένων κατά φύλο, ηλικία και ειδικότητα και τον αριθμό των εργαζομένων που απασχολεί και να τους παρέχει κάθε πληροφορία προκειμένου να τους παράσχει τη δυνατότητα να υποβάλουν εποικοδομητικές προτάσεις. Αντίγραφα δε των εγγράφων αυτών υποχρεούται ο εργοδότης να υποβάλει στο Νομάρχη ή τον Επιθεωρητή Εργασίας. Το αποτέλεσμα των διαβουλεύσεων διατυπώνεται σε πρακτικό που υπογράφεται από τα δύο μέρη και υποβάλλεται από τον εργοδότη στο Νομάρχη ή τον Υπουργό Εργασίας. Σε περίπτωση που υπάρξει ή δεν υπάρξει συμφωνία του εργοδότη με τους εκπροσώπους των εργαζομένων ακολουθείται η διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 5 του πιο πάνω νόμου 1387/1983. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της δεύτερης αναιρεσίβλητης Κοινοπραξίας των εταιριών: α)........, β)........, γ) ............. και δ)........, που εκπροσωπείτο από την εταιρία με την επωνυμία..........., είχε συναφθεί η από ........... σύμβαση που κυρώθηκε με το νόμο 98/1975 "περί ερεύνης και εκμεταλλεύσεως Υδρογονανθράκων στη θαλάσσια περιοχή του θρακικού πελάγους" (Σύμβαση Παραχώρησης). Με τη σύμβαση αυτή, η οποία μεταγενέστερα τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με την από .................. σύμβαση που κυρώθηκε με το νόμο 539/1977, την από .............. σύμβαση που κυρώθηκε με το νόμο 1769/1988 και την από ................ όμοια σύμβαση, που κυρώθηκε με το νόμο 2159/1993, το Ελληνικό Δημόσιο, ως διαχειριστής της περιουσίας του, παρέσχε στην Κοινοπραξία, κατ΄ αποκλειστικότητα, το δικαίωμα και την άδεια έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων στην περιοχή του κόλπου της ................. και του ........ πελάγους, γενικότερα. Σύμφωνα με τα άρθρα 1.7 και 1.8 της πιο πάνω σύμβασης Παραχώρησης, όπως αυτά τροποποιήθηκαν με το άρθρο 4 της τροποποιητικής σύμβασης, η οποία, ακολούθως, κυρώθηκε με το νόμο 1769/1988, η πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρία διορίσθηκε εντολοδόχος της δεύτερης αναιρεσίβλητης Κοινοπραξίας, αναδόχου, και ανέλαβε, εργολαβικά, τη διεκπεραίωση των εργασιών πετρελαίου στις περιοχές ........... και νότιας ................, έχοντας γι΄ αυτές την αποκλειστική ευθύνη. Τούτο έγινε, κατ΄ επιταγή του άρθρου 4.1 του νόμου 1769/1988, κατά το οποίο "ο Ανάδοχος θα διορίσει ως εντολοδόχο..... αυτού εταιρία που θα συσταθεί στην Ελλάδα και που, με την επιφύλαξη του άρθρου 34, θα φέρει την ευθύνη της εκτέλεσης των εργασιών πετρελαίου και θα υποβάλει στο Ελληνικό Δημόσιο όλες τις σχετικές, με τις εργασίες αυτές, εκθέσεις, πληροφορίες και έγγραφα". Στα πλαίσια της εκτέλεσης του έργου που έπρεπε να φέρει εις πέρας η πρώτη αναιρεσίβλητη προέβη σε πρόσληψη προσωπικού. Έτσι, προέβη στην κατάρτιση συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου με τους αναιρεσείοντες, τους οποίους προσέλαβε με τις ειδικότητες του μηχανοτεχνήτη, εργοδηγού, ηλεκτρολόγου, φύλακα, ραδιοτηλεφωνητή, χειριστή παραγωγής, γεωτρυπανιστή, ηλεκτροσυγκολλητή, τηλεφωνητή, κ.λπ. Οι προσλήψεις έλαβαν χώρα, στις αναφερόμενες ημερομηνίες, κατά τα έτη 1979 έως και 1989. Η ανάδοχος Κοινοπραξία έπρεπε να επενδύσει όσα κεφάλαια απαιτούντο για να γίνει η καλύτερη δυνατή εκμετάλλευση του έργου. Είχε, μαζί με το Ελληνικό Δημόσιο, δικαιώματα στα έσοδα από την παραγωγή των υδρογονανθράκων, ενώ η πρώτη αναιρεσίβλητη θα εκτελούσε, αποκλειστικά, τις εργασίες πετρελαίου, οι οποίες άρχισαν, ουσιαστικά, τον Ιούλιο 1981 και, έκτοτε, αντλούσε συνεχώς υδρογονάνθρακες από τους χώρους εκμετάλλευσης στις περιοχές του ........... και της νότιας ........... Η προοπτική άντλησης δεν ήταν απεριόριστη χρονικά, εφόσον αυτή θα διαρκούσε περί τα 10 έως 12 έτη, ενόψει και των σχετικών αργών ρυθμών άντλησης και του περιορισμένου των κοιτασμάτων. Η παραγωγή από το 1992 - 1993 άρχισε να φθίνει και παρέστη ανάγκη να αντιμετωπισθεί το θέμα. Την 5/7/1997 έλαβε χώρα σύσκεψη μεταξύ των αρμοδίων οργάνων της δεύτερης αναιρεσίβλητης και εκπροσώπων του Ελληνικού Δημοσίου, κατά την οποία (σύσκεψη) διαπιστώθηκε: α) η φθίνουσα παραγωγή, β) οι πολύ υψηλές λειτουργικές δαπάνες, σε συνδυασμό με τις χαμηλές τιμές του αργού πετρελαίου στην ελληνική και διεθνή αγορά γ) η ανάγκη διενέργειας νέων σεισμικών ερευνών και ερευνητικών γεωτρήσεων, προκειμένου να ανευρεθούν νέα εκμεταλλεύσιμα αποθέματα υδρογονανθράκων. Έτσι παρέστη ανάγκη να εξευρεθούν από την πρώτη αναιρεσίβλητη λύσεις και να ληφθούν μέτρα για την μείωση των λειτουργικών δαπανών της. Ήταν, δηλαδή, εμφανές πως αυτή αντιμετώπιζε ικανά οικονομικά προβλήματα που οδηγούσαν στην ανάγκη εξεύρεσης λύσεων. Αρχικά, άρχισε, από το Νοέμβριο 1997, νέες έρευνες για ανεύρεση υδρογονανθράκων σε νέα κοιτάσματα της περιοχής του κόλπου .........., στις τοποθεσίες .......... και ..........., πλην όμως, κατά τους ισχυρισμούς της, απέβησαν άκαρπες. Παράλληλα, η πρώτη αναιρεσίβλητη άρχισε από τον Αύγουστο 1997 και συνέχισε για αρκετό χρόνο επαφές με τους εκπροσώπους των σ΄ αυτή εργαζομένων (353 άτομα) για την εξεύρεση λύσης. Έτσι, ανακοινώθηκε, πλην άλλων, προς τους εργαζόμενους και πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου. Επειδή, όμως, τα προβλήματα συνεχίζονταν και οξύνονταν και οι θέσεις των μερών ήταν αντίθετες, το Σωματείο των αναιρεσειόντων, με την από 17/3/1998 αίτησή του προς τον ΟΜΜΕΔ, ζήτησε τη μεσολάβησή του, για να υπογραφεί ΣΣΕ για το έτος 1998. Με τη μεσολάβηση τούτου βρέθηκε λύση, ώστε να περιοριστούν οι λειτουργικές δαπάνες της αναιρεσίβλητης και συμφωνήθηκε: α) να χορηγηθεί στους εργαζόμενους αύξηση 3% αντί 7% που αυτοί ζητούσαν, β) να καταργηθεί το ασφαλιστικό πρόγραμμα με την εταιρία "......".
Ακόμη το σωματείο των εργαζομένων αποδέχθηκε την εθελουσία έξοδο εξήντα εργαζομένων, με κίνητρο που τους χορήγησε, μέσω ΟΑΕΔ, το Ελληνικό Δημόσιο. Επιπρόσθετα, οι εργαζόμενοι δέχθηκαν τη μείωση του κόστους μισθοδοσίας κατά 20%, την κατάργηση των ημερησίων γευμάτων και την καθιέρωση συστήματος τριών βαρδιών εργασίας, αντί των πέντε που μέχρι τότε ίσχυαν. Όμως δεν επήλθαν, παρά ταύτα, θεαματικές μεταβολές, ούτε η πιο πάνω αναιρεσίβλητη ορθοπόδησε. Αντίθετα, αυτή ενημέρωσε την 2/10/1998 το σωματείο των εργαζομένων, ότι "όλο το βάρος και οι ελπίδες για το μέλλον της εταιρίας και της αναδόχου έχουν εναποτεθεί..."στη γεώτρηση" Ύφαλος ..........", του γνωστοποίησε δε, ότι η οικονομική κατάσταση της εταιρίας ".... είναι πολύ κακή, ιδίως λόγω μείωσης της παραγωγής και των χαμηλών τιμών πώλησης του αργού πετρελαίου....". Στη συνέχεια, με το από 14/10/1998 έγγραφό της, η πρώτη αναιρεσίβλητη ανακοινώνει στον Υπουργό Εργασίας την πρόθεσή της να καθυστερήσει την ανακοίνωση για την προσωρινή διακοπή των εργασιών της για την 22/10/1998, πράγμα που, πρόδηλα, του είχε ανακοινωθεί σε συνάντησή τους την 28/9/1998. Με τηλεομοιότυπο (FAX) η ανάδοχος θεωρεί πως η πρώτη αναιρεσίβλητη πρέπει να σταματήσει την παραγωγή και να παύσει τη λειτουργία της από 15/11/1998, περιορίζοντας τα μετέπειτα έξοδα μόνο σε αυτά που θεωρούνται αναγκαία για την ασφάλεια του προσωπικού των πηγαδιών και των εγκαταστάσεων. Παράλληλα, την 22/10/1998, η πρώτη αναιρεσίβλητη ανακοινώνει προς το Δ.Σ. του σωματείου των αναιρεσεσειόντων ότι η ανάδοχος θα ανακοινώσει "σήμερα" (22/10/1998) τη διακοπή της παραγωγής και όλων των σχετικών εργασιών του κοιτάσματος ........., ζήτησε δε συνάντηση για την 23/10/1998. Εξάλλου, την 22/10/1998 εκδίδεται ανακοίνωση, στην οποία η εταιρία αυτή (πρώτη αναιρεσίβλητη) γνωστοποιεί ότι η παραγωγή θα πρέπει να σταματήσει μέχρι την 15/11/1998 και όλες οι σχετικές εργασίες θα ανασταλούν ή θα διακοπούν οριστικά, εκτός αν καταστεί δυνατή η άμεση και δραστική μείωση των λειτουργικών δαπανών. Αν αυτό δε, δεν επιτυγχανόταν, 50 περίπου άτομα μόνο θα παρέμειναν για να προστατεύσουν τις εγκαταστάσεις και να οργανώσουν τις εργασίες διακοπής της παραγωγής, ενώ το υπόλοιπο προσωπικό θα έπρεπε να απολυθεί. Στη σύσκεψη που έγινε την 23/10/1998 μεταξύ της παραπάνω εταιρείας και του σωματείου, η πρώτη δήλωσε ότι "δεν μπορεί να εγγυηθεί τίποτα, ότι τα λειτουργικά της έξοδα είναι πολύ μεγάλα, ενώ το σωματείο ζήτησε από την εταιρεία να παρατείνει την ημερομηνία της 15/11/1998 για την 20/11/1998. Ακόμη η εταιρεία επέδωσε στο σωματείο πίνακες, από τους οποίους προέκυπτε η ζημιογόνος λειτουργία της, και μάλιστα, με αυξανόμενο ρυθμό. Την 5/11/1998 έγινε νέα σύσκεψη μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών, κατά την οποία η εταιρεία δήλωσε ότι "δεν υπάρχει μέλλον, αν δεν μειωθούν τα έξοδα". Κατά τη σύσκεψη της 16/11/1998 στην Αθήνα μεταξύ της πρώτης αναιρεσίβλητης, του σωματείου των εργαζομένων και των αντιπροσώπων του Ελληνικού Δημοσίου, η πρώτη (αναιρεσίβλητη) ανέβαλε την παύση της παραγωγής μέχρι την 23/11/1998. Στη σύσκεψη αυτή δεν υπήρξαν αποφάσεις. Με την από 18/11/1998 επιστολή της προς τον αρμόδιο Υπουργό Εργασίας η πρώτη αναιρεσίβλητη του γνωστοποίησε ότι η διακοπή της λειτουργίας των γεωτρήσεων θα γίνει την 29/30-11-1998 και την 7/8-12-1998 θα γίνει η έναρξη των απολύσεων προσωπικού, σε περίπτωση μη επίτευξης συμφωνίας.
Περαιτέρω, παρά το ότι οι εργαζόμενοι δέχθηκαν την περικοπή του 15ου μισθού, του επιδόματος διακοπών, και των γευμάτων, η πρώτη αναιρεσίβλητη, κρίνοντας ότι αυτά είναι ανεπαρκή, γνωστοποίησε την 26/11/1998 στον Υφυπουργό Εργασίας ότι θα ακολουθήσει το χρονοδιάγραμμα που έχει ήδη ανακοινώσει. Την 28/11/1998 επακολούθησε νέα σύσκεψη μεταξύ της πρώτης αναιρεσίβλητης (εταιρίας) και του σωματείου, κατά την οποία η πρώτη ( αναιρεσίβλητη) δήλωσε ότι η οικονομική κατάσταση δεν έχει καθόλου αλλάξει, ενώ το σωματείο συμφώνησε ότι αντιμετωπίζουν τις χειρότερες τιμές των τελευταίων δέκα πέντε ετών και συνεχίστηκαν οι εκατέρωθεν προσπάθειες για να βρεθεί λύση. Την 5/12/1998 η πρώτη αναιρεσίβλητη ανακοίνωσε προς όλους τους εργαζομένους την παύση των εργασιών, μετά από εντολή της Αναδόχου και επισήμανε ότι από 7/12/1998 θα απολύσει όλους τους εργαζόμενους. Την 8/12/1998 επέδωσε στους αναιρεσείοντες (με δικαστικό επιμελητή) ατομικά κείμενα καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας, ενώ ταυτόχρονα τους πρόσφερε αποζημιώσεις, λόγω καταγγελίας, τις οποίες κατέθεσε στο Τ.Π.Δ.Α.. Το σωματείο των εργαζομένων επέδωσε στην πρώτη αναιρεσίβλητη την από 9/12/1998 εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία του με την οποία διαμαρτυρήθηκε για τη στάση της και ανέφερε ότι η είσπραξη των αποζημιώσεων γίνεται με την επιφύλαξη κάθε δικαιώματος των μελών του. Με βάση τις παραδοχές αυτές έκρινε το Εφετείο ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν προέβη αιφνιδίως την 8/12/1998 στην καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσειόντων, αλλά ότι προηγήθηκε μακρά σειρά επαφών, διαπραγματεύσεων, συζητήσεων, ανακοινώσεων και γνωστοποιήσεων, που όλα τα μέρη γνώριζαν, είναι δε εντελώς διαφορετικό αν οι αναιρεσείοντες συμφωνούσαν και το αποδέχονταν ή όχι, ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη καθόλη την τελευταία χρονική περίοδο της λειτουργίας της ήταν σε δυσχερή οικονομική κατάσταση, η οποία συνεχώς επιδεινωνόταν, ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη διέκοψε τη λειτουργία της νόμιμα, ουσιαστικά και πραγματικά και ότι οι στην προκειμένη περίπτωση απολύσεις των αναιρεσειόντων, ενόψει της παύσης της λειτουργίας της επιχείρησης της πρώτης αναιρεσίβλητης, δεν υπάγονταν στις διατάξεις του νόμου 1387/1983. Με βάση τις παραδοχές αυτές έκρινε το Εφετείο ότι οι ως άνω ομαδικές απολύσεις, ως γενόμενες συνεπεία της οριστικής διακοπής της λειτουργίας της επιχείρησης της πρώτης αναιρεσίβλητης με τη βούληση του εργοδότη, είναι έγκυρες, παρά το γεγονός ότι η διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησης έγινε χωρίς να προηγηθεί δικαστική απόφαση και δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης απόφασης.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του νόμου 1387/1983 "έλεγχος ομαδικών απολύσεων και άλλες διατάξεις" και της Οδηγίας του Συμβουλίου 75/129 ΕΟΚ "περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των Κρατών μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις", καθόσον η πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρεία ως εργοδότρια δεν τήρησε την υποχρέωση ενημερώσεως και διαβουλεύσεως με τους εργαζόμενους στην ερευνώμενη περίπτωση των ομαδικών απολύσεων, λόγω διακοπής των δραστηριοτήτων εκμεταλλεύσεως της ανωτέρω επιχειρήσεως, όπως είχε την υποχρέωση, κατά τα προεκτεθέντα, καθόσον κατά τις προαναφερόμενες διαβουλεύσεις για την εξεύρεση λύσης προς αντιμετώπιση των οικονομικών προβλημάτων της επιχείρησης, δεν ερευνήθηκε η δυνατότητα αποφυγής ή μείωσης των απολύσεων και των δυσμενών συνεπειών τους, οι αναιρεσίβλητοι δεν γνωστοποίησαν, όπως είχαν υποχρέωση, εγγράφως στους εκπροσώπους των εργαζομένων τους λόγους, για τους οποίους σχεδιάζουν να πραγματοποιήσουν ομαδικές απολύσεις, τον αριθμό εκείνων που θέλουν να απολύσουν κατά φύλο, ηλικία και ειδικότερα και τον αριθμό των εργαζομένων που απασχολούν, αντίγραφα δε των εγγράφων αυτών δεν υπέβαλαν οι αναιρεσίβλητοι στο Νομάρχη και τον Επιθεωρητή Εργασίας. Σε κάθε δε περίπτωση που έλαβαν χώρα διαβουλεύσεις μεταξύ της πρώτης αναιρεσίβλητης και των εκπροσώπων των εργαζομένων σχετικές με την έρευνα της δυνατότητας αποφυγής ή μείωσης των απολύσεων και των δυσμενών συνεπειών τους και υπήρξε αποτέλεσμα των διαβουλεύσεων αυτών, το αποτέλεσμα αυτό δεν διατυπώθηκε σε πρακτικό, το οποίο έπρεπε να υπογραφεί και από τα δύο μέρη και να υποβληθεί από την εργοδότρια στο Νομάρχη ή τον Υπουργό Εργασίας και σε περίπτωση της υπάρξεως ή μη υπάρξεως συμφωνίας των μερών να πραγματοποιηθούν οι ομαδικές απολύσεις κατά τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 5 του Ν. 1387/1983. Και ναι μεν έλαβαν χώρα οι προαναφερόμενες διαβουλεύσεις, αυτές μόνο δεν αρκούν για την εφαρμογή των αναφερομένων διατάξεων του Ν. 1387/1983 και της Οδηγίας του Συμβουλίου 75/129 ΕΟΚ. Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτός ως βάσιμος στην ουσία ο από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
`Αρειος Πάγος
Αριθ.απόφασης: 1485/2007
Δικαστής: Σπυρίδωνας Κολυβάς, Αντιπρόεδρος
Αρεοπαγίτες: Ανδ. Μαρκάκης, Ηλ. Γιαννακάκης,
Αθ. Θεμέλης, Μάρ. - Φώτ. Χατζηπανταζής
Τα επιδόματα εορτών, οι αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας για τον αμειβόμενο μισθωτό με μηνιαίο μισθό ή ημερομίσθιο υπολογίζονται με βάση τον καταβαλλόμενο μηνιαίο μισθό ή ημερομίσθιο σε συγκεκριμένη ημερομηνία, σύμφωνα με τα άρθρα 1, παρ. 2 και 3 του Ν. 1082/1980 και 3 του Α.Ν. 539/1945 αντίστοιχα.
[...] Επειδή, κατά το άρθρο 167 του Β.Δ. της 31/12/1957/20-1-1958 "περί κωδικοποιήσεως διατάξεων αφορωσών το Σώμα της Αστυνομίας Πόλεων", με διάταγμα, που προκαλείται από τον Υπουργό Εσωτερικών, θέλουν κανονισθεί εκείνα που αφορούν την παροχή άδειας για την ίδρυση ή διατήρηση: 1) καταστημάτων πωλήσεως ή καταναλώσεως μεθυστικών ποτών ή φαρμάκων ή άλλων τέτοιων ουσιών και 2) τόπων δημόσιας διασκέδασης ή εξυπηρέτησης του κοινού, στα οποία πωλούνται ή καταναλώνονται τρόφιμα, ποτά ή αναψυκτικά. Εις εκτέλεση της εν λόγω εξουσιοδοτικής διατάξεως εκδόθηκε το Π.Δ. 180/1979 "περί των όρων ιδρύσεως και λειτουργίας καταστημάτων πωλήσεως οινοπνευματωδών ποτών και κέντρων διασκεδάσεως" το οποίο στο άρθρο 4, παρ. 1 αυτού διαλαμβάνει ότι απαγορεύεται η εργασία με οποιαδήποτε ιδιότητα στα κέντρα διασκεδάσεως και καταστήματα, που αναφέρονται στο άρθρο 1, παρ. 1 αυτού, χωρίς άδεια της αστυνομικής Αρχής, ενώ στο άρθρο 4 παρ. 2 αυτού καθορίζει τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις χορήγησης της ως άνω άδειας και στο άρθρο 4, παρ. 3 αυτού προβλέπει ποινικές κυρώσεις για όσους απασχολούν προσωπικό, χωρίς την ανωτέρω άδεια. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι το εν λόγω Π.Δ. 180/1979, όπως ισχύει ήδη μετά και τις τροποποιήσεις του με τα Π.Δ. 231/1989, 552/1989 και 457/1990, αναφέρεται κυρίως στους όρους λειτουργίας των ως άνω καταστημάτων και κέντρων διασκέδασης και ορίζει τις προϋποθέσεις χορήγησης άδειας λειτουργίας αυτών από την αρμόδια αστυνομική Αρχή και ως προς το σημείο αυτό βρίσκεται εντός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 167 ψηφ. 1, αριθ. 2 του Β.Δ. της 31-12-1957/20-1-1958. Κατά το μέρος όμως, κατά το οποίο με το εν λόγω άρθρο 4, παρ. 1 του Π.Δ. 180/1979 θεσπίζεται απαγόρευση εργασίας με οποιαδήποτε ιδιότητα σε κέντρα διασκέδασης, χωρίς άδεια της αστυνομικής Αρχής, κείται τούτο εκτός νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, αφού η εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 167 του ανωτέρω Β.Δ. της 31-12-1957/20-1-1958 παρέχει τέτοια εξουσιοδότηση μόνο καθόσον αφορά την ίδρυση ή διατήρηση κέντρων διασκέδασης και όχι για την παροχή εργασίας σ΄ αυτά, πράγμα που είναι διαφορετικό από τη λειτουργία ή διατήρηση των εν λόγω κέντρων. Κατόπιν αυτών το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, είναι άκυρη, ως απαγορευμένη από το νόμο, η σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος στο εστιατόριο - μπαρ - καφετέρια της αναιρεσίβλητης διότι ο ίδιος δεν ήταν εφοδιασμένος με την απαιτούμενη άδεια της αρμόδιας αστυνομικής Αρχής, προκειμένου να εργασθεί με την ιδιότητά του ως μουσικού (σαξοφωνίστα) στην ορχήστρα αυτού και στη συνέχεια απέρριψε για το λόγο αυτό, κατά την κύρια βάση της, την ένδικη από 27/1/2000 αγωγή, κατά τα αιτήματά της περί καταβολής αποδοχών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1/11/1999 έως 30/4/2000, παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως, ο πρώτος, κατά τα δύο πρώτα μέρη του, λόγος του κύριου δικογράφου της αναιρέσεως, από το άρθρο 559, αριθ. 1, Κ.Πολ.Δ., όπως συμπληρώθηκε με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων αυτής, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Επειδή, τόσο ο συμβατικός όρος και ο νόμιμος μισθός, καθόσον αναφέρονται σε θέματα σχετικά με τη λειτουργία της εργασιακής συμβάσεως και την προστασία της αξιώσεως του μισθού, υπόκεινται στο ίδιο νομικό καθεστώς. Η διάκριση όμως μεταξύ αυτών διατηρεί τη σημασία της, αφού ορισμένες προσαυξήσεις επί του βασικού μισθού υπολογίζονται στο ποσό του συμβατικού μισθού, ενώ άλλες προσαυξήσεις υπολογίζονται στο ποσό του νομίμου μισθού. Έτσι, ο μισθωτός για την εργασία, που παρέχει τη νύχτα, δικαιούται σύμφωνα με την ΥΑ 18310/1946 πρόσθετη αμοιβή (προσαύξηση) 25%, η οποία υπολογίζεται με βάση το νόμιμο μισθό ή ημερομίσθιο και όχι τον καταβαλλόμενο. Επίσης, ο μισθωτός, που απασχολείται την Κυριακή, έχει αξίωση προσαυξήσεως 75% σύμφωνα με την ΥΑ 8900/1946, η οποία υπολογίζεται στο νόμιμο ωρομίσθιό του, είτε πρόκειται για αμειβόμενο με μηνιαίο μισθό, είτε πρόκειται για αμειβόμενο με ημερομίσθιο. Εξάλλου, τα επιδόματα εορτών, οι αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας για τον αμειβόμενο μισθωτό με μηνιαίο μισθό ή ημερομίσθιο υπολογίζονται με βάση τον καταβαλλόμενο μηνιαίο μισθό ή ημερομίσθιο σε συγκεκριμένη ημερομηνία, σύμφωνα με τα άρθρα 1, παρ. 2 και 3 του Ν. 1082/1980 και 3 του Α.Ν. 539/1945 αντίστοιχα. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι το συμφωνημένο ημερομίσθιο του αναιρεσείοντος κατά το χρονικό διάστημα από 13/5/1999 έως 31/10/1999, κατά τη διάρκεια του οποίου απασχολήθηκε στην αναιρεσίβλητη με την ως άνω ιδιότητά του, ανερχόταν στο ποσό των 11.000 δρχ., ενώ το νόμιμο ημερομίσθιο αυτού κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα ανερχόταν στο ποσό των 10.000 δρχ., σύμφωνα με την από 9/6/1997 οικεία Σ.Σ.Ε., που κηρύχθηκε εκτελεστή με την υπ΄ αριθ. 13.458/1997 ΥΑ. Ακολούθως, το Εφετείο υπελόγισε την αμοιβή του αναιρεσείοντος για την εργασία του τη νύχτα και την Κυριακή, καθώς και το επίδομα Χριστουγέννων 1999, τις αποδοχές άδειας και το επίδομα αδείας 1999 με βάση το νόμιμο ημερομίσθιο των 10.000 δρχ. Με την κρίση του αυτή, καθόσον αφορά την αμοιβή του αναιρεσείοντος για τη νυχτερινή εργασία του και εκείνη την Κυριακή, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ενώ, καθόσον αφορά το επίδομα Χριστουγέννων 1999, τις αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας 1999, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου ως άνω διατάξεις. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559, αριθ. 1, Κ.Πολ.Δ. πρέπει να γίνει δεκτός κατά ένα μέρος, ως βάσιμος κατ΄ ουσία και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα αναφερόμενα ως άνω μέρη της, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, κατά τα αναιρούμενα μέρη της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.
`Αρειος Πάγος
Αριθ.απόφασης: 118/2007
Δικαστής: Στέφανος Γαβράς, Αντιπρόεδρος
Αρεοπαγίτες: Γεώρ. Καράμπελας, Εμμ. Καλούδης,
Χρ. Αλεξόπουλος και Ειρ. Αθανασίου
Μέσα απόδειξης ισχυρισμών - Η καθυστέρηση καταβολής των νομίμων αποδοχών της μισθωτής από την αναιρεσείουσα εργοδότριά της δεν οφείλεται σε οικονομικά προβλήματα αυτής, αλλά έγινε με σκοπό τον εξαναγκασμό της πρώτης σε παραίτηση και αποχώρηση από την εργασία της, όπως αποδείχθηκε από τις μαρτυρικές καταθέσεις και από όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά έγγραφα.
[...] Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη 11778/20-5-2005 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Ηρακλείου .... προκύπτει, ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, ακριβές αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, η οποία όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242, παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης (άρθρο 576, παρ. 2 ΚΠολΔ).
Λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 559, αριθμ. 19 ΚΠολΔ, δημιουργείται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος, λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559, αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο εφετείο η αιτίαση ότι κατά το σχηματισμό της κρίσεώς του περί του ότι η από του Δεκεμβρίου 1999 έως και το Δεκέμβριο του 2000 καθυστέρηση καταβολής των νομίμων αποδοχών της αναιρεσίβλητης από την αναιρεσείουσα εργοδότριά της έγινε με σκοπό τον εξαναγκασμό της πρώτης σε παραίτηση και αποχώρηση από την εργασία της, δεν αναφέρει το γεγονός της δόλιας και τείνουσας προς επίτευξη του εν λόγω σκοπού συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας. Όμως από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο ρητώς και ειδικώς διαλαμβάνει το ως άνω γεγονός της δόλιας, προς εξαναγκασμό της αναιρεσίβλητης σε παραίτηση και αποχώρηση από την εργασία της, επί το ανωτέρω μακρό χρονικό διάστημα, καθυστερήσεως καταβολής από την αναιρεσείουσα των νόμιμων αποδοχών της αναιρεσίβλητης. Ως προς την αιτίαση συνεπώς αυτή, ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος. Τέλος, ως προς την αιτίαση ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν εκτίθεται ούτε δικαιολογείται "γιατί η καθυστέρηση αυτή στην καταβολή του μισθού της αναιρεσίβλητης δεν οφείλετο σε οικονομικά προβλήματα της αναιρεσείουσας", ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο έχει διατυπωθεί με σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από το καθόλον περιεχόμενο της τελευταίας αυτής προκύπτει. Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11, περ. γ΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ. δημιουργείται, αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και τα έγγραφα, που παραδεκτώς και νομίμως προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως (Ολομ. ΑΠ 42/2002). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ΄ ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα έγγραφα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ΄ αυτά, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και, ιδίως, από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναιρέσεως. Στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, το Εφετείο βεβαιώνει ότι, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την αγωγή της αναιρεσίβλητης, έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων που περιέχονταν στα 317/2-4-2001 πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, καθώς και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη βεβαίωση αυτή, αλλά και από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο, μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα που η αναιρεσείουσα προσκόμισε και επικαλέσθηκε, ήτοι τα 317/2-4-2001 πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που περιείχαν τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων των διαδίκων, και την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου με αριθμό 718/2001 αίτηση συντηρητικής κατασχέσεως της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας. Επομένως, ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προσάπτεται στο εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα δύο ως άνω έγγραφα και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559, αριθμ. 11 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την εκ του άρθρου 559, αριθμ. 10 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δέχθηκε πως η καθυστέρηση καταβολής των νόμιμων αποδοχών απ΄ αυτή στην αναιρεσίβλητη έγινε προς το σκοπό να εξαναγκασθεί η τελευταία αυτή σε παραίτηση και αποχώρηση από την εργασία της και ότι δεν οφείλετο σε δικά της (της αναιρεσείουσας) οικονομικά προβλήματα, χωρίς να έχει προσκομισθεί σχετικώς κανένα αποδεικτικό μέσο και χωρίς να αναφέρει στην απόφασή του τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία άντλησε την πραγματική αυτή διαπίστωση. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο σχημάτισε την ως άνω κρίση από τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις και από όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά έγγραφα. Επομένως, ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
`Αρειος Πάγος
Αριθ.απόφασης: 1671/2007
Δικαστής: Σπυρίδωνας Κολυβάς, Αντιπρόεδρος
Αρεοπαγίτες: Ανδ. Μαρκάκης, Ηλ. Γιαννακάκης,
Αθαν. Θεμέλης, Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής
Ομαδικές απολύσεις που έγιναν λόγω οριστικής διακοπής της λειτουργίας της επιχείρησης με τη βούληση του εργοδότη, δεν είναι έγκυρες, αν η διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησης έγινε χωρίς να προηγηθεί δικαστική απόφαση και να τηρηθεί η διαδικασία διαβουλεύσεων του νόμου 1387/1983 "Έλεγχος ομαδικών απολύσεων και άλλες διατάξεις" και της Οδηγίας του Συμβουλίου 75/129 ΕΟΚ.
[...] Από το συνδυασμό των άρθρων 3 παρ. 1β, 8, παρ. 2 και 11 παρ. 2 του Ν. 1876/1990 προκύπτει ότι οι κλαδικές ΣΣΕ και Δ.Α. περιέχουν τους όρους εργασίας που αφορούν τους εργαζομένους ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων πόλεως, περιφέρειας ή και όλης της χώρας. Ομοειδείς είναι οι επιχειρήσεις που έχουν το αυτό αντικείμενο δραστηριότητας και λειτουργούν υπό τις αυτές συνθήκες παραγωγής και διαθέσεως προϊόντων ή παροχής υπηρεσιών και συναφείς είναι οι επιχειρήσεις που έχουν παρεμφερές αντικείμενο δραστηριότητας και λειτουργούν υπό παρόμοιες συνθήκες. Οι κλαδικές Σ.Σ.Ε. ρυθμίζουν τους όρους εργασίας των εργαζομένων σε ομοειδείς ή συναφείς επιχειρήσεις, ανεξαρτήτως από την ειδικότητα των εργαζομένων και συνάπτονται από συνδικαλιστικές οργανώσεις που εκπροσωπούν τους εργαζομένους των επιχειρήσεων αυτών. Αντίθετα, οι ομοιοεπαγγελματικές ΣΣΕ και ΔΑ ρυθμίζουν τους όρους εργασίας εργαζομένων του αυτού επαγγέλματος, ανεξαρτήτως από το είδος της επιχειρήσεως στις οποίες ασχολούνται. Ως επαγγέλματα νοείται το συγκεκριμένο είδος εργασίας που προσφέρει ο μισθωτός και τα ειδικότερα καθήκοντα που συνδέονται με το είδος αυτό εργασίας. Από τις παραπάνω διατάξεις, περαιτέρω, προκύπτει ότι με απόφαση που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας, ο Υπουργός Εργασίας μπορεί να επεκτείνει και να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική για όλους τους εργαζομένους του κλάδου ή επαγγέλματος συλλογική σύμβαση εργασίας, η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος. Στην περίπτωση αυτή η ΣΣΕ όταν έχει κλαδικό χαρακτήρα ισχύει όχι μόνο έναντι των μελών των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την είχαν συνάψει, αλλά επεκτείνεται με βάση την άνω διοικητική κανονιστική πράξη και πέρα από τα πρόσωπα αυτά, πάντως όμως μέσα στα όρια της τοπικής της ισχύος, στους εργαζομένους και εργοδότες του κλάδου ή του επαγγέλματος που αυτή αφορά, οι οποίοι θα μπορούσαν να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψη της (Ολ. ΑΠ 540/1980). Αντίθετα, επί ομοιοεπαγγελματικής ΣΣΕ η επέκταση αυτής δεσμεύει όλους τους εργαζομένους του συγκεκριμένου επαγγέλματος, ανεξάρτητα από το είδος της επιχείρησης η εκμετάλλευση στην οποία προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, εκτός αν υφίσταται γι΄ αυτούς κλαδική ή επιχειρησιακή ΣΣΕ, οπότε υπερισχύει η τελευταία. Εξάλλου, με την από 6/6/2000 ΣΣΕ "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των χειριστών Εκσκαπτικών, Ανυψωτικών, κ.λπ. Μηχανημάτων, Εκτελέσεως Τεχνικών Έργων όλης της χώρας, στη σύναψη της οποίας μετείχαν η Ομοσπονδία Χειριστών, Μηχανοδηγών και γεωτρυπανιστών Ελλάδας και οι εργοδοτικές οργανώσεις: 1) Πανελλήνιος Σύνδεσμος Ανωνύμων Τεχνικών Εταιριών, 2) Πανελλήνια Ενωση Διπλωματούχων Εργοληπτών Δημοσίων Εργων, 3) Πανελλήνια Ενωση Συνδέσμων Εργοληπτών Δημοσίων Εργων, 4) Σύνδεσμος Τεχνικών Εταιριών Η΄ τάξεως και 5) Σύνδεσμος ΑΕ και ΕΠΕ και η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 11416/3-8-2000 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ 1062/2000 Τ.Β.) ορίσθηκε (Κεφ. Α) ότι στις διατάξεις αυτής υπάγονται οι χειριστές και βοηθοί χειριστών των παντός τύπου και συστήματος λειτουργίας εκσκαπτικών, ανυψωτικών, γεωτρητικών, ισοπεδωτικών, οδοποιητικών και χωματουργικών εν γένει Μηχανημάτων Εκτελέσεως Τεχνικών Εργων που περιλαμβάνονται στο Π.Δ.31/90 όλης της χώρας. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, αναφορικά με το καθεστώς που ρύθμιζε τους όρους αμοιβής του αναιρεσείοντος για την απασχόλησή του στην αναιρεσίβλητη, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του τα εξής: Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου τη 17/7/1988, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του, ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου στην επιχείρηση της, εμπορίας ξυλείας και οικοδομικών υλικών, που διατηρούσε στο Αίγιο, με τη συμφωνία να αμείβεται με βάση τις σχετικές για την ειδικότητά του συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Το 1994 στα πλαίσια της εμπορικής της δραστηριότητας και για την κάλυψη των αναγκών της, η εναγομένη - εργοδότρια απέκτησε γερανοφόρο φορτηγό αυτοκίνητο, την οδήγηση του οποίου ανέθεσε στον ενάγοντα μετά από σχετική συμφωνία που καταρτίσθηκε μεταξύ τους. Έτσι ο ενάγων, που μέχρι τότε μετέφερε τα εμπορεύματα στους πελάτες της εναγομένης με το απλό φορτηγό αυτοκίνητο, θα συνέχιζε την ίδια εργασία του οδηγού του νέου γερανοφόρου φορτηγού. Δηλαδή, ο ενάγων θα παραλάμβανε από τις εγκαταστάσεις της εναγομένης φορτωμένο το παραπάνω όχημα με τα εμπορεύματα της συσκευασμένα, σε παλέτες και θα το οδηγούσε στον τόπο προορισμού του, που κατά κύριο λόγο ήταν περιοχές του Ν. Αχαϊας και μια φορά το μήνα πραγματοποιούσε δρομολόγια στους Νομούς Αρκαδίας, Λακωνίας και Φωκίδας, όπου κατά την εκφόρτωση θα χειριζόταν το γερανό, που υπήρχε πάνω στο ίδιο όχημα. Ειδικότερα, αφού έφθανε ο ενάγων στον τόπο προορισμού του, τοποθετούσε τα πέδιλα του γερανού στο έδαφος, ανύψωνε τα συσκευασμένα εμπορεύματα, που ήταν φορτωμένα στο αυτοκίνητο και τα εναπέθετε όπου οι πελάτες - αγοραστές του υποδείκνυαν. Η εργασία αυτή του χειρισμού του γερανού, για την οποία διέθετε ο ενάγων μια ώρα την ημέρα είναι δευτερεύουσα, σε σχέση με την κύρια συμφωνημένη εργασία του, του οδηγού του παραπάνω γερανοφόρου οχήματος και συναφής με αυτήν. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι η παρεχόμενη από αυτόν εργασία είναι του οδηγού χειριστή γερανοφόρου οχήματος και ότι υπάγεται στην ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας των χειριστών και βοηθών μηχανημάτων Τεχνικών Εργων, από 6/6/2000, που προαναφέρθηκε και κηρύχθηκε υποχρεωτική με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, η οποία προβλέπει και μεγαλύτερες αποδοχές από εκείνες της αντίστοιχης συλλογικής σύμβασης εργασίας, που αφορά τους οδηγούς φορτηγών αυτοκινήτων. Όπως ήδη έχει αναφερθεί στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η εργοδότρια δεν υπήρξε μέλος των εργοδοτικών οργανώσεων μεταξύ των οποίων καταρτίσθηκε η παραπάνω ΣΣΕ. Ενόψει όμως του ότι αυτή κηρύχθηκε υποχρεωτική με απόφαση του Υπουργού Εργασίας δεσμεύονται από αυτήν, σύμφωνα και πάλι με όσα αναφέρονται στην ίδια νομική σκέψη, όλοι οι φορείς επιχειρήσεων και οι εργαζόμενοι που υπάγονται στο επαγγελματικό και προσωπικό πεδίον της, που είναι "οι χειριστές και βοηθοί χειριστών των παντός τύπου και συστήματος λειτουργίας εκσκαπτικών, ανυψωτικών, γεωτρητικών, ισοπεδωτικών, οδοποιητικών και χωματουργικών εν γένει μηχανημάτων εκτελέσεως Τεχνικών Εργων, που περιλαμβάνονται στο ΠΔ/ΓΜΑ 31/1990 όλης της χώρας". Πλην όμως, η εναγομένη εταιρεία ασκεί εμπορία ξυλείας και οικοδομικών υλικών και το παραπάνω γερανοφόρο φορτηγό αυτοκίνητο χρησιμοποιούσε για την κάλυψη των αναγκών αυτής της δραστηριότητας. Συνεπώς, και μετά την κήρυξη της προαναφερόμενης ΣΣΕ, ως υποχρεωτικής, δε δεσμεύεται από αυτήν η εναγομένη, αφού δεν υπάγεται στο επιχειρησιακό πεδίο των συμβληθέντων στην ίδια εργοδοτικών οργανώσεων, δεν έχει σχέση με την ανάληψη και κατασκευή τεχνικών έργων, ούτε ο ενάγων ασκεί το επάγγελμα του χειριστή ή βοηθού χειριστή μηχανήματος εκτελέσεως τεχνικών έργων, ούτε άλλωστε η παραπάνω κύρια εργασία του, του οδηγού γερανοφόρου φορτηγού αυτοκινήτου, σχετίζεται ή αποτελεί συναφή ειδικότητα με αυτήν του χειριστή ή βοηθού χειριστή μηχανημάτων εκτελέσεως τεχνικών έργων. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατά τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης εκτός από την παραπάνω κύρια εργασία του, εκτελούσε μέσα στο νόμιμο ωράριό του και καθήκοντα χειριστή περονοφόρων μηχανημάτων (κλαρκ), τα οποία του ανέθεσε η εναγομένη και τον απασχολούσαν περίπου δύο ώρες την ημέρα. Για την εργασία αυτή, που είναι διαφορετική από την κύρια εργασία του, δε διέθετε τη σχετική άδεια ικανότητας χειρισμού, γεγονός το οποίο γνώριζε η εναγομένη. Επίσης, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων μέσα στο νόμιμο ωράριό του εκτελούσε απλές εργασίες συντήρησης των γερανοφόρων φορτηγών αυτοκινήτων, που είχε αποκτήσει η εναγομένη, καθώς και των ανυψωτικών μηχανημάτων της (κλαρκ), όπως αλλαγή λαδιών, φίλτρων και γρασσάρισμα, που τον απασχολούσαν δύο με τρεις ώρες την εβδομάδα. Οι υπόλοιπες σοβαρές εργασίες συντήρησης και επισκευής των παραπάνω μηχανημάτων γινόταν από εξειδικευμένα συνεργεία όπως των "......... ΑΒΕΕ", "....... ΕΠΕ", "........ ΕΠΕ". Οι παραπάνω εργασίες που εκτελούσε ο ενάγων είναι συναφείς με τα καθήκοντά του, ως οδηγού γερανοφόρου οχήματος και χειριστή κλάρκ, αφού χωρίς αυτές ο χειρισμός τους δεν είναι ασφαλής και δε θεωρούνται πρόσθετες, ώστε να οφείλεται προς τούτο ιδιαίτερη αμοιβή. Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ασκούσε κατ΄ εντολή της εναγομένης κατά τη διάρκεια της εργασιακής σύμβασης και καθήκοντα αρχιχειριστή των γερανοφόρων οχημάτων της τελευταίας και βοηθού χειριστή και συνεπώς δικαιούται κατά τους ισχυρισμούς του, αμοιβή για πρόσθετη εργασία και δε θα μπορούσε άλλωστε να ασκήσει τα παραπάνω καθήκοντα, που προβλέπεται για την εκτέλεσή τους σχετικό επίδομα, με βάση την προαναφερόμενη ΣΣΕ, αφού όπως ήδη αναφέρθηκε δεν εφαρμόζεται στην περίπτωσή του, ως ασκούντος το επάγγελμα του οδηγού γερανοφόρου φορτηγού αυτοκινήτου, που δεν είναι μηχάνημα εκτέλεσης τεχνικών έργων. Περαιτέρω, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η εναγομένη δεν του παρείχε, όπως είχε υποχρέωση με βάση την ίδια παραπάνω ΣΣΕ φόρμες, κράνος, παπούτσια και αδιάβροχο, τα οποία αγόραζε ο ίδιος και υποβαλλόταν για την αιτία αυτή σε δαπάνη 8.333 δρχ. το μήνα, που πρέπει να υπολογισθούν για τη διαμόρφωση των αποδοχών του. Ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι νόμιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθ΄ όσον η επικαλούμενη ΣΣΕ, όπως ήδη έχει αναφερθεί, αφορά άλλη κατηγορία εργαζομένων και όχι τον ενάγοντα. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο μεταξύ των οποίων ότι ο αναιρεσείων προσέφερε τις υπηρεσίες του στην αναιρεσίβλητη κυρίως ως οδηγός γερανοφόρου φορτηγού αυτοκινήτου, ότι η εργασία του χειρισμού του γερανού του άνω οχήματος ήταν δευτερεύουσα και συναφής προς τα καθήκοντά του ως οδηγού και ότι αυτός απασχολείτο πρόσθετα ως χειριστής περονοφόρου κλάρκ επί δίωρο ημερησίως, χωρίς να διαθέτει άδεια χειρισμού αυτού, κατ΄ ακολουθίαν δε αυτών, κατ΄ επικύρωση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου έκρινε ότι οι μηνιαίες αποδοχές του αναιρεσείοντος, κατά τον αναφερόμενο χρόνο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, με βάση τις οποίες ήσαν υπολογιστέοι οι αξιωθέντες με την ένδικη αγωγή μισθοί υπερημερίας ανέρχονταν στο συμφωνημένο ποσό των 410.000 δρχ. και όχι όπως ο ίδιος υποστηρίζει στο ποσό των 621.133 δρχ. ως οδηγό χειριστή γερανοφόρου οχήματος, στο οποίο υπολογίζει και αμοιβή για πρόσθετες εργασίες αρχιχειριστή, βοηθού χειριστή, χειριστή κλαρκ, επίβλεψη και συντήρηση των τροχοφόρων της αναιρεσίβλητης κ.λ.π. ορθά κατ΄ αποτέλεσμα δέχθηκε, αν και με εν μέρει εσφαλμένη αιτιολογία (578 ΚΠολΔ) ότι δεν ήταν εφαρμοστέα για τον υπολογισμό των αποδοχών του αναιρεσείοντος η από 6/6/2000, κηρυχθείσα υποχρεωτική, ομοιοεπαγγελματική ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Χειριστών Εκσκαπτικών, Ανυψωτικών κ.λπ. Μηχανημάτων εκτελέσεως Τεχνικών Εργων όλης της χώρας". Εντεύθεν, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις κανονιστικές διατάξεις της εν λόγω ΣΣΕ, ούτε τις παραπάνω διατάξεις του Ν. 1876/1990 και όσα αντιθέτως υποστηρίζονται με τους πρώτο και δεύτερο εκ του άρθρου 559, αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ αντίστοιχα, λόγους αναίρεσης, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο τον αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι οι μηνιαίες αποδοχές αυτού κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ανέρχονταν σε 621.133 δρχ. κατ΄ εφαρμογή της άνω από 6/6/2000 ΣΣΕ, δεχόμενο ότι κατά συμφωνία των διαδίκων, από 15/7/1998 οι αποδοχές αυτού για την κύρια απασχόλησή του ως οδηγού και για τις συναφείς πρόσθετες εργασίες του χειριστή των γερανών των φορτηγών αυτοκινήτων και του κλαρκ που θα παρέχονταν μέσα στο ωράριο εργασίας του ανέρχονταν σε 410.000 δρχ. μηνιαίως. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου τις παραπάνω διατάξεις και εκείνη του άρθρου 871 ΑΚ με το να δεχθεί ότι επειδή υπήρξαν διαφωνίες μεταξύ των διαδίκων ως προς τη συλλογική σύμβαση εργασίας, στην οποία υπάγεται ο αναιρεσείων σε σχέση με το ύψος των αποδοχών του προέβησαν στη 30/6/1998 σε εξώδικο συμβιβασμό με αμοιβαίες υποχωρήσεις και η αναιρεσίβλητη αποδέχθηκε ότι οφείλει στον αναιρεσείοντα πρόσθετη αμοιβή για τις εργασίες αυτού ως χειριστή του ανυψωτικού μηχανήματος των δύο γερανοφόρων φορτηγών της και του κλαρκ και του κατέβαλε για το λόγο αυτό 6.000.000 δρχ. ποσό που προσδιορίσθηκε από κοινού με τον αναιρεσείοντα και αφορούσε το χρονικό διάστημα από 1/7/1994 μέχρι 30/6/1998, ότι ο εξώδικος αυτός συμβιβασμός που επέλυσε την μεταξύ των διαδίκων διαφορά με αμοιβαίες αυτών υποχωρήσεις είναι νόμιμος κατ΄ άρθρο 871 ΑΚ, ότι την ίδια ημέρα που καταρτίσθηκε ο παραπάνω συμβιβασμός οι διάδικοι προέβησαν σε νέα συμφωνία ως προς τις μηνιαίες αποδοχές του αναιρεσείοντος για την οποία συντάχθηκε το από 30/6/1998 ιδιωτικό συμφωνητικό, με βάση την οποία, ο μισθός του αναιρεσείοντος από 15/7/1998 συμφωνήθηκε να ανέρχεται στο ποσό των 410.000 δρχ. στο οποίο περιλαμβάνεται η αμοιβή του για την κύρια απασχόληση του ως οδηγού και για τις συναφείς πρόσθετες εργασίες του χειριστή των γερανών των φορτηγών αυτοκινήτων και του κλαρκ και ότι με το παραπάνω ποσό αμειβόταν ο αναιρεσείων μέχρι τον Ιούλιο του 2000, ενώ η νόμιμη αμοιβή του ως οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου μόνον, ανήρχετο κατά τον ίδιο χρόνο στο ποσό των 272.000 δρχ., καθόσον έκρινε ότι η αμοιβή του αναιρεσείοντος ως οδηγού ανέρχονταν στο χρόνο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, σε 272.000 δρχ. χωρίς να αιτιολογείται με βάση ποια Σ.Σ.Ε. και περαιτέρω γιατί οι υπόλοιπες εργασίες αυτού αμείβονταν νομίμως με το υπόλοιπο για τη συμπλήρωση των 410.000 δρχ. ποσό. Εξάλλου έκρινε νόμιμο τον ως άνω εξώδικο συμβιβασμό, χωρίς να αιτιολογεί αν το βάσει αυτού συμφωνηθέν ποσό των 410.000 δρχ. ως μηνιαίες αποδοχές του αναιρεσείοντος, ανταποκρίνονταν με βάση τις ισχύουσες Σ.Σ.Ε. στο δικαιούμενο ποσό ή υπελείπετο αυτού, επιπλέον δε δεν αναφέρει ποια ήταν η υπάρχουσα σοβαρή αμφιβολία για την έκταση των δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος, ώστε να δικαιολογείται οποιαδήποτε υποχώρηση του απ΄ αυτού. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος καθόσον το Εφετείο περιέλαβε στην απόφασή του πλήρεις αιτιολογίες ως προς το ύψος του συμφωνηθέντος μισθού που ήταν υπέρτερος του νομίμου, ώστε να είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της αποφάσεως. Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 652, 653, 656 και 361 ΑΚ προκύπτει ότι ο εργοδότης διαθέτοντας με βάση το διευθυντικό του δικαίωμα, την εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεως του για την επίτευξη των σκοπών της, δεν έχει κατ΄ αρχήν, εκτός από αντίθετη συμφωνία, υποχρέωση να απασχολεί το μισθωτό και η μη αποδοχή εκ μέρους του των προσφερομένων υπηρεσιών αυτού δεν έχει κατά τις εν λόγω διατάξεις άλλες συνέπειες εκτός από εκείνες που επέρχονται από την υπερημερία του. Η καταρχήν όμως νόμιμη άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία του μισθωτού καθίσταται παράνομη όταν υπερβαίνει προφανώς τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ και αποβαίνει έτσι καταχρηστική, όπως όταν θίγει υλικά ή ηθικά συμφέροντα του εργαζομένου ή επιφέρει χωρίς λόγο προσβολή της προσωπικότητας του κατά τα άρθρα 59, 914 και 932 ΑΚ, οπότε παρέχεται σ΄ αυτόν αξίωση για την άρση της προσβολής και την παράλειψη της στο μέλλον, καθώς και για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Σημειωτέον ότι η διάταξη του άρθρου 23, παρ. 2 του Ν. 1264/1982 που επιβάλλει στον εργοδότη με απειλή ποινικών κυρώσεων για πραγματική απασχόληση του μισθωτού, αναφέρεται στην εξαιρετική περίπτωση που ο εργαζόμενος απολύθηκε και η απόλυση του κρίθηκε άκυρη με δικαστική απόφαση. Και στην περίπτωση όμως αυτή, η υποχρέωση του εργοδότη για αποδοχή των υπηρεσιών του εργαζομένου, δεν ανακύπτει ως αυτόματη συνέπεια της αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας, αλλά με την συνδρομή των παραπάνω περιστάσεων. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι ο αναιρεσείων εθεμελίωσε το αίτημα αυτής να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του στο γεγονός της άκυρης ως καταχρηστικής, για τους λόγους που επικαλείται, καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του. Κατά συνέπεια η αγωγή ως προς το συγκεκριμένο αίτημα δεν είναι νόμιμη. Επομένως, το Εφετείο που την απέρριψε ως προς το εν λόγω αίτημα ως κατ΄ ουσίαν αβάσιμη, με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε ότι από την άρνηση αποδοχής από την αναιρεσίβλητη της εργασίας του αναιρεσείοντος μειώθηκε ηθικά η προσωπικότητά του, σε βαθμό που να υπερβαίνει τα όρια που διαγράφονται από το άρθρο 281 ΑΚ, έκρινε κατ΄ αποτέλεσμα ορθά, αλλά με εσφαλμένη αιτιολογία. Κατά συνέπεια, οι τέταρτος και πέμπτος λόγοι της κρινόμενης αίτησης με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι με την άνω απορριπτική κρίση της παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου της διάταξης των άρθρων 57 και 281 ΑΚ είναι απορριπτέοι κατ΄ άρθρο 578 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/1993, 37/1996). Ο από τη διάταξη του άρθρου 559, αρ. 11 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα στα οποία περιλαμβάνονται και τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη πραγματικών περιστατικών που κατά την έννοια του άρθρου 335 ΚΠολΔ ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 42/2002). Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο της κρινόμενης αίτησης προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην εκ της άνω διάταξης πλημμέλεια, διότι δεν έλαβε υπόψη: 1) την από 7/8/2000 κατάσταση αναγγελίας πρόσληψης στην Επιθεώρηση Εργασίας του ΙΚΑ του προσληφθέντος ......, 2) την από 28/2/2001 μήνυση της αναιρεσίβλητης εναντίον του αναιρεσείοντος ότι δήθεν την συκοφάντησε και 3) το με αρ. 43/2002 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αιγίου, τα οποία ο αναιρεσείων προσκόμισε και επικαλέστηκε και από τα οποία αποδεικνύεται ακόμα περισσότερο ότι η αναιρεσίβλητη δεν τον επαναπροσέλαβε από εχθρότητα και εμπάθεια, διότι αμέσως τον αντικατέστησε με άλλο εργαζόμενο, επειδή δεν ήθελε να τον απασχολεί. Με δεδομένο ότι κατά τ΄ ανωτέρω το σχετικό αίτημα της αγωγής δεν είναι νόμιμο, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής.
Αρειος Πάγος
Αριθ.απόφασης: 888/2007
Δικαστής: Στέφανος Γαβράς, Αντιπρόεδρος
Αρεοπαγίτες: Εμμ. Καλούδης, Αθ. Θέμελης,
Χρ. Αλεξόπουλος και Ειρήνη Αθανασίου
Η τοποθέτηση άλλου υπαλλήλου, αντί του αναιρεσείοντος, σε θέση προϊσταμένου από την εργοδότρια ασφαλιστική εταιρία απορρέει από την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος αυτής βάσει του ισχύοντος Κανονισμού Προσωπικού της. Συνεπώς, δεν είναι καταχρηστική κατ΄ άρθρο 281 ΑΚ, αφού δεν αποτελεί βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή, αλλά αφορά την οργάνωση της επιχειρήσεως, ούτε ενέχει ευνοϊκή μεταχείριση ενός ισάξιου υπαλλήλου με αντίστοιχη υπηρεσιακή επίδοση και απόδοση, άρα δεν αποτελεί αδικοπραξία του άρθρου 932 ΑΚ ούτε συνιστά παραβίαση της αρχής του άρθρου 288 ΑΚ ως προς την αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων.
[...] Mε το πρώτο μέρος του πρώτου από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πλήσσεται η προσβαλλόμενη απόφαση, που: α) απέρριψε την αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να τον προαγάγει από 17/7/1997 στο βαθμό του Διευθυντή και να αναθέσει σ΄ αυτόν καθήκοντα προϊσταμένου της Υποδιεύθυνσης - Περιφερειακής Μονάδας .... και β) έκανε εν μέρει δεκτή (την αγωγή) για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, διότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, διότι ενώ δέχθηκε ότι η μετάθεσή του (αναιρεσείοντος) στην Αθήνα, η τοποθέτησή του εκτός οργανικής θέσεως, η ανάθεση καθηκόντων απλού υπαλλήλου, τα οποία δεν ανάγονται στα καθήκοντα του βαθμού του και δεν έχουν σχέση με τα προσόντα, συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής σύμβασης, επιδίκασε μόνο χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη από την ανωτέρω αιτία της μεταθέσεως και της μη αναθέσεως καθηκόντων προϊσταμένου και δεν υποχρέωσε την αναιρεσίβλητη να τον προάγει στο βαθμό του Διευθυντή από 17/7/1997 και να του αναθέσει καθήκοντα Προϊσταμένου της Υποδιεύθυνσης Περιφερειακής Μονάδας ..., παραβιάζοντας έτσι τις διατάξεις των άρθρων 201, 207, 281 Α.Κ. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση, τόσο για την προαγωγή του αναιρεσείοντος, όσο και για την ανάθεση καθηκόντων προϊσταμένου (της Υποδιεύθυνσης Περιφερειακής Μονάδας ...) δεν αρκεί μόνο η βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής σύμβασης, αλλά πρέπει να συντρέξουν και άλλες (αναγκαίες) προϋποθέσεις, η διαπίστωση της συνδρομής των οποίων γίνεται από τον εργοδότη (ή εξουσιοδοτημένο όργανό του), όταν η υπό προϋποθέσεως προαγωγή του υπαλλήλου προβλέπεται από Κανονισμό Εργασίας που έχει συμβατική ισχύ, όπως στην ερευνώμενη περίπτωση.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 932 Α.Κ. σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνοίας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας κρίνει αν ο αιτών υπέστη ηθική βλάβη και ποιο το επιδικαστέο ποσό της χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάσταση αυτής, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, την οικονομική, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών. Επομένως, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης κατά τα ανωτέρω χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η δε περί τούτου κρίση του δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου. Σύμφωνα με αυτά, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ και υπό την αιτίαση ότι το Εφετείο επιδικάζοντας ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το χρηματικό ποσό των 1.500 ευρώ, αντί εκείνου των 29.348 ευρώ που είχε ζητήσει ο αναιρεσείων με την αγωγή του, παραβίασε ευθέως την άνω διάταξη, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 201 Α.Κ., αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από μελλοντικό και αβέβαιο γεγονός (αναβλητική αίρεση), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός, ενώ κατά το άρθρο 207 παρ. 1 ΑΚ η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της. Τέτοια δικαιοπραξία με αναβλητική αίρεση, στην οποία εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 207 παρ. 1 ΑΚ, είναι και εκείνη, με την οποία συμφωνήθηκε μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού η προαγωγή αυτού, αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις, η διαπίστωση της συνδρομής των οποίων γίνεται από τον εργοδότη (η εξουσιοδοτημένο όργανό του), όπως όταν η υπό προϋποθέσεις προαγωγή του υπαλλήλου προβλέπεται από κανονισμό εργασίας, που έχει συμβατική ισχύ. Στην περίπτωση αυτή, όταν κρίνεται από τον εργοδότη (η εξουσιοδοτημένο όργανό του) ότι ο μισθωτής δεν συγκεντρώνει τις συμφωνημένες προϋποθέσεις και η κρίση αυτή, που είναι κατ΄ αρχήν ελεύθερη, αντίκειται προς την καλή πίστη ως καταφώρως εξ αντικειμένου άδικη, όταν δηλαδή παραλείφθηκε να προαχθεί υπάλληλος, που υπερείχε καταφανώς ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα, συνολικώς εκτιμώμενα έναντι, έστω και ενός, προαχθέντος συναδέλφου του, τότε η αναβλητική αίρεση, υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του παραλειφθέντος λογίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 207 παρ. 1 Α.Κ., ότι πληρώθηκε από τότε που έπρεπε να γίνει η προαγωγή. Ειδικότερα, ο κατά τα ανωτέρω δικαστικός έλεγχος χωρεί, αφού δεν πρόκειται για αίρεση αμιγώς εξουσιαστική, εξαρτώμενη δηλαδή μόνο από τη βούληση του υποχρέου, αλλά και από τη συνδρομή και αντικειμενική εκτίμηση των υπηρεσιακών προσόντων των κρινομένων. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 14 του Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσίβλητης, ο οποίος έχει συμβατική ισχύ, οι προαγωγές στο βαθμό του Διευθυντή διενεργούνται κατά απόλυτη εκλογή από τα υπηρεσιακά συμβούλια (συμβούλια κρίσεως) μια φορά το χρόνο μετά τη συμπλήρωση υπό του κρινόμενου ευδόκιμης πραγματικής υπηρεσίας τριών (3) ετών στον προηγούμενο βαθμό. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων είχε προσληφθεί από την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία την 17/7/1984, ως υπάλληλος, με έγγραφη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Η σύμβαση αυτή διέπεται από τους όρους του Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσίβλητης, ο οποίος έχει συμβατική ισχύ. Είχε ομαλή βαθμολογική εξέλιξη και κατέχει τον βαθμό του Υποδιευθυντή από 17/7/1995. Είναι πτυχιούχος του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών (Α.Σ.Ο.Ε.Ε.) και από 18/1/1993 έχει άδεια ασκήσεως οικονομολογικού επαγγέλματος, η οποία του χορηγήθηκε από το Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδος. Από της προσλήψεώς του μέχρι τον Οκτώβριο 1987 άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου του Γραφείου Λογιστηρίου ..., της Διευθύνσεως Οικονομικών Υπηρεσιών. Στη συνέχεια υπηρέτησε ως Αναπληρωτής Προϊστάμενος του Τμήματος Εισπράξεων και Πληρωμών μέχρι το Μάρτιο 1990, οπότε τοποθετήθηκε στη θέση του Αναπληρωτή Προϊσταμένου του Τμήματος Προϋπολογισμού και Επενδύσεων, στην οποία (θέση) υπηρέτησε έως τον Ιούνιο 1994 και μετά τον οποίο τοποθετήθηκε ως Προϊστάμενος του Τμήματος Γενικού Λογιστηρίου. Την 30/6/1997 τοποθετήθηκε στην Διαμερισματική Διεύθυνση ..... ως Αναπληρωτής Προϊστάμενος, όπου, ελλείψει Διευθυντή, άσκησε διευθυντικά καθήκοντα έως την 30/6/1999, κατά την οποία η αναιρεσίβλητη, παρά την μέχρι τότε επιτυχημένη θητεία του στην άσκηση των καθηκόντων του, τον μετέθεσε στην Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών στην Αθήνα, εκτός οργανικής θέσεως, όπου στην αρχή δεν του ανατέθηκε συγκεκριμένο έργο, ενώ στη συνέχεια ανατέθηκαν (στον αναιρεσείοντα) καθήκοντα απλού υπαλλήλου, μη αναγόμενα στα καθήκοντα του βαθμού του, αλλά και μη έχοντα καμία σχέση με τα προσόντα του, ούτε και με τα καθήκοντα του μέχρι τότε εκτελούσε, κατά τα άνω, στις προαναφερθείσες Υπηρεσίες της αναιρεσίβλητης και έτσι με τον τρόπο αυτόν ουσιαστικά αδρανοποιήθηκε.
Ότι η ενέργεια αυτή του οργάνου της αναιρεσίβλητης συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως του αναιρεσείοντος και δεν αποτελεί επιτρεπτή ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, κατά τις διατάξεις του Κανονισμού Εργασίας αυτής. Αφενός διότι υπερβαίνει κατάδηλα τα όρια που καθορίζονται από την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, που ρυθμίζουν τις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου (άρθρ. 281 Α.Κ.), δεδομένου μάλιστα ότι η ως άνω μετάθεση του αναιρεσείοντος από τη Διεύθυνση .... στη Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών στην Αθήνα, δεν αποσκοπούσε στη κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών, ούτε έγινε προς όφελος των συμφερόντων της αναιρεσίβλητης. Αφετέρου δε, αποτελεί παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσείοντος, αφού θίγει την επαγγελματική του αξία και υπόληψη, γιατί δημιουργείται η ψευδής εντύπωση στον υπηρεσιακό και κοινωνικό περίγυρο, ότι δεν χρησιμοποιείται από τη Διοίκηση για λόγους υπηρεσιακής ανεπάρκειας και ελλείψεως ήθους, επιδικάζοντας το αναφερόμενο χρηματικό ποσό για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη ο αναιρεσείων από την ανωτέρω αιτία. Περαιτέρω, το Εφετείο, δέχθηκε, αναφορικά με το αίτημα για προαγωγή του αναιρεσείοντος στο βαθμό του Διευθυντή από 17/7/1997 (από παραδρομή έχει γραφεί 1995), ότι σε κανένα σημείο της αγωγής δεν αναφέρεται ότι έλαβαν χώρα προαγωγικές κρίσεις για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων στο βαθμό του Διευθυντή, κατά τις οποίες τα αρμόδια όργανα της αναιρεσίβλητης παρέλειψαν καταχρηστικά (άρθρο 281 Α.Κ.) να προάγουν τον αναιρεσείοντα στον βαθμό αυτό, ενώ προήγαγαν ομοιόβαθμους συναδέλφους του, οι οποίοι έπρεπε να κατονομάζονται στην αγωγή και να αναφέρονται τα προσόντα ενός εκάστου, έναντι των οποίων υπερείχε καταφανώς ο αναιρεσείων κατά τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα. Ακολούθως, το Εφετείο αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε κρίνει αντίθετα, απέρριψε την αγωγή κατά παραδοχή του σχετικού λόγου έφεσης της αναιρεσίβλητης. Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ενώ διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες.
Συνεπώς, τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν.
Ο εργοδότης, ασκώντας το διευθυντικό του δικαίωμα, έχει την εξουσία να προσδιορίσει το περιεχόμενο υποχρεώσεως του μισθωτού για παροχή εργασίας καθορίζοντας τους όρους της παροχής της, τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση. Έχει, δηλονότι, ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμετάλλευσης την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τα κρινόμενα από αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά δι΄ αυτήν κριτήρια. Το υπό το άνω περιεχόμενο δικαίωμα του εργοδότη δεν επιτρέπεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, να ασκείται καταχρηστικά. Δεν είναι όμως καταχρηστική, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη να τοποθετεί συγκεκριμένο εργαζόμενο ως προϊστάμενο ενός τμήματος ή ενός καταστήματος της επιχειρήσεώς του κατά παράλειψη άλλου μισθωτού, ο οποίος υπερέχει, έστω και καταφανώς, σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι του τοποθετηθέντος. Και τούτο, διότι δεν πρόκειται για απλή βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή, που εντάσσεται στα εκ της εργασίας δικαιώματα του μισθωτού, τα οποία ευλόγως συνδέονται με τις αντικειμενικώς εκτιμώμενες ικανότητες αυτού, αλλά για επιλογή του έχοντος την εκμετάλλευση εργοδότη, που αφορά αποφασιστικώς την οργάνωση και διεύθυνση της επιχειρήσεως. Για να είναι καταχρηστική στην περίπτωση αυτή η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη απαιτείται η συνδρομή και άλλων πραγματικών περιστατικών, τα οποία, σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος, να θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (Ολ ΑΠ 25/2003, Α.Π. 309/2007). Εξάλλου, κατά τον από 8/12/1998 κανονισμό τοποθετήσεων ή πλήρωσης θέσεων ευθύνης, με προκήρυξη, κεφάλαιο Ι "Γενικές Αρχές του Συστήματος" της αναιρεσίβλητης.
1. Οι τοποθετήσεις σε θέσεις ευθύνης βασίζονται σε συγκεκριμένα και καθορισμένα κριτήρια και διαδικασίες από τα οποία δεν αναιρείται το Διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη, για την τελική επιλογή.
2. Το σύστημα τοποθετήσεων σε θέσεις ευθύνης στηρίζεται στην αρχή της κάλυψης των υπηρεσιακών αναγκών της εταιρίας, αλλά και στην ανάγκη ολοκληρωμένης επαγγελματικής κατάρτισης των στελεχών της, απόκτησης επαρκούς εμπειρίας σε διαφορετικά αντικείμενα εργασίας και επωφελούς για τον εργαζόμενο και την εταιρία, αξιοποίησής του.
3. Η δημοσιοποίηση των προς κάλυψη κενών θέσεων ευθύνης και η καθιέρωση συγκεκριμένης διαδικασίας και κριτηρίων ανάδειξης του πλέον κατάλληλου για τη θέση στελέχους, αποσκοπεί στην παροχή ίσων ευκαιριών εξέλιξης σε όλο το προσωπικό που συγκεντρώνει τις απαραίτητες για την κάλυψη της θέσης προϋποθέσεις, καθώς και στην ανάδειξη, με αξιοκρατικό και διαφανή τρόπο, των ανωτάτων και ανώτερων στελεχών της εταιρίας.
4. Το σύστημα των τοποθετήσεων λειτουργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού Εργασίας, τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας και τη Σχετική Εργατική Νομοθεσία και Νομολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το κεφάλαιο για την τοποθέτηση του αναιρεσείοντος στη θέση του προϊσταμένου της Υποδιεύθυνσης ..., το Εφετείο δέχθηκε, περαιτέρω, ανέλεγκτα τα εξής: Ο αναιρεσείων υπέβαλε αίτηση, σύμφωνα με τον ισχύοντα από 8/12/1998 Κανονισμό Τοποθετήσεων (ή Πλήρωσης θέσεων Ευθύνης με προκήρυξη) της αναιρεσίβλητης, που ορίζει τα κριτήρια και τις προϋποθέσεις για την κατάληψη από τους υπαλλήλους της θέσεως ευθύνης, για να τοποθετηθεί στη θέση Προϊσταμένου της Υποδιεύθυνσης Περιφερειακής Μονάδος .... με βάση την 5/1999 προκήρυξη. Ότι ίδια αίτηση υπέβαλε και ο συνάδελφός του Z1. Ο τελευταίος είχε προσληφθεί από την αναιρεσίβλητη την 16/7/1984, κατέχει τον βαθμό του Τμηματάρχη Α΄ και είναι απόφοιτος εξαταξίου Γυμνασίου.
Κατά την κρίσιμη περίοδο αξιολογήσεως, δηλαδή από 1/1/1998 έως 31/12/1998, ο αναιρεσείων είχε βαθμολογία 101, με βάση την οποία, κατά τον Κανονισμό Αξιολογήσεως και Αναπτύξεως Υπαλλήλων, χαρακτηρίζεται "πολύ ικανοποιητικός", ο δε Z1 είχε βαθμολογία 122, με βάση την οποία χαρακτηρίζεται "εξαίρετος". Ότι, κατά την προβλεπομένη από τον ως άνω Κανονισμό Τοποθετήσεων διαδικασία επιλογής υποψηφίων, που τηρήθηκε και στην προκειμένη περίπτωση, για την τοποθέτηση στη θέση του Προϊσταμένου της Υποδιεύθυνσης ...., ο αναιρεσείων συγκέντρωσε βαθμολογία στα αντικειμενικά κριτήρια 142 και στα υποκειμενικά κριτήρια - συνέντευξη 85 και συνολική βαθμολογία 227 και ο Z1 συγκέντρωσε βαθμολογία στα αντικειμενικά κριτήρια 110, στα υποκειμενικά κριτήρια - συνέντευξη 124 και συνολική βαθμολογία 234, δηλαδή υψηλότερη από εκείνη που συγκέντρωσε ο αναιρεσείων. Ότι, με βάση τα στοιχεία αυτά, σύμφωνα πάντοτε με τα οριζόμενα στον εν λόγω Κανονισμό Τοποθετήσεων της αναιρεσίβλητης, τα εγκριτικά κλιμάκια αυτής, δηλαδή το Διοικητικό Συμβούλιο και ο Διευθύνων Σύμβουλος, τα οποία αποφασίζουν τελικά για τις τοποθετήσεις σε θέσεις ευθύνης, επέλεξαν και τοποθέτησαν στη θέση Προϊσταμένου της Υπ/νσης .... τον Z1. Το Εφετείο στη συνέχεια έκρινε ότι υπό τα περιστατικά αυτά, η τοποθέτηση αυτή του συγκεκριμένου υπαλλήλου, αντί του αναιρεσείοντος, στην άνω θέση, αποτελεί ενέργεια, ευρισκομένη εντός των πλαισίων ασκήσεως του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, κατά τις διατάξεις του ισχύοντος Κανονισμού αυτής, δεν υπερβαίνει δε μάλιστα προφανώς τα αντικειμενικά όρια που τίθενται από το άρθρο 281 ΑΚ, αφού δε πρόκειται για βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή, αλλά για απόφαση που αφορά, κυρίως και προεχόντως, την οργάνωση της επιχειρήσεως, ούτε ενέχει ευνοϊκή μεταχείριση, έναντι του αναιρεσείοντος, του συγκεκριμένου υπαλλήλου, ο οποίος δεν υστερεί έναντι αυτού σε υπηρεσιακή επίδοση και απόδοση και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει λόγος για παραβίαση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης της από το άρθρο 288 συναγομένης αρχής της ίσης μεταχείρισης των υπαλλήλων της. Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού εξαφάνισε κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε δεχθεί τα αντίθετα, απέρριψε την αγωγή ως κατ΄ ουσίαν αβάσιμη, κατά παραδοχή ως βασίμου του σχετικού λόγου της έφεσης της αναιρεσίβλητης. Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Τα αντίθετα δε που υποστηρίζονται με τον πέμπτο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ελέγχονται ως αβάσιμα και πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, αναίρεση της αποφάσεως επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως. Εξάλλου, κατ΄ άρθρο 671, παρ. 1, εδ. γ΄ ΚΠολΔ, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, νόμιμο αποδεικτικό μέσο είναι και οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες. Κατά την έννοια της τελευταίας διατάξεως, η προηγούμενη εμπρόθεσμη και νομότυπη κλήτευση του αντιδίκου του αποδεικνύοντος να παραστεί κατά τη δόση των ενόρκων βεβαιώσεων αποτελεί στοιχείο του υποστατού αυτών, ως αποδεικτικών μέσων, την έλλειψη του οποίου το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Εξάλλου όμως, η βεβαίωση του δικαστηρίου περί προσαγωγής ή μη αποδεικτικού μέσου δεν ελέγχεται αναιρετικά, ως αναγόμενη εις πράγματα. Με το δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ. 8 (αληθώς όμως από τον αρ. 11) ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την 12291/2002 ένορκη βεβαίωση του ..., η οποία έγινε ενώπιον του συμβολαιογράφου Πειραιώς Γεωργίου Παπαθανασίου μετά προηγούμενη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αναιρεσίβλητης, την οποία έλαβε υπόψη και στην οποία στηρίχθηκε το πρωτόδικο δικαστήριο. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, βεβαιώνει ότι "η 12291/2002 ένορκη βεβαίωση δεν προσκομίζεται". Επομένως, εφόσον βεβαιώνεται ρητώς στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν είχε προσκομισθεί η εν λόγω ένορκη βεβαίωση στο Εφετείο δεν μπορούσε αυτό εκ των πραγμάτων να την λάβει υπόψη κατά την από αυτό εκτίμηση των αποδείξεων και είναι αβάσιμος ο λόγος αυτός (δεύτερος), o οποίος πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, απορριπτέος ως αόριστος είναι και ο λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο "Παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εγγράφων που αφορούσαν την υπηρεσιακή επίδοση και απόδοση των δυο υποψηφίων", δοθέντος ότι δεν προσδιορίζεται το περιεχόμενο των εγγράφων και ποια ακριβώς αυτά, ούτε σε ποιο διαγνωστικό λάθος προέβη το δικαστήριο, κατά την ανάγνωσή τους.
Αρειος Πάγος
Αριθ.απόφασης: 141/2007
Η πενταετής παραγραφή (937, παρ. 1, εδ. ά ΑΚ) αξίωσης από αδικοπραξία αρχίζει αφότου ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της ζημίας και του υποχρέου προς αποζημίωση. Μόνο όταν υπάρχει η γνώση αυτών των δύο στοιχείων μπορεί να εγερθεί αγωγή με ελπίδες επιτυχίας. Θεωρείται ότι ο εν γένει δικαιούχος αποζημιώσεως γνωρίζει τον υπόχρεο όταν αυτός γνωρίζει τόσα περιστατικά ώστε βάσει αυτών να μπορεί να εγείρει αγωγή εναντίον ορισμένου προσώπου με ελπίδες επιτυχίας. Δεν αρκούν απλές εικασίες, υποψίες ή εξ αμελείας άγνοια. Αν μπορούν να διαπιστωθούν το όνομα και η διεύθυνση του υποχρέου σε αποζημίωση, τότε ο παθών θεωρείται ότι γνωρίζει το πρόσωπο του υποχρέου σε αποζημίωση κατά το χρόνο που αυτός ερευνώντας θα μπορούσε να το πληροφορηθεί. Βάρος απόδειξης ότι ο δικαιούχος της αποζημίωσης γνώριζε ότι από ορισμένο χρονικό σημείο τη ζημία και τον υπόχρεο προς αποζημίωση, φέρει εκείνος που επικαλείται την πενταετή παραγραφή της αξίωσης. Λόγος αναίρεσης (559, αρ. 11 Κ.Πολ.Δ.) θεμελιώνεται όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπ΄ όψιν του και τα έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά και όταν παρά την βεβαίωση αυτή από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι ελήφθησαν υπ΄ όψιν όλα ή ορισμένα από τα έγγραφα αυτά. Αναίρεση απόφασης για πλημμελή εκτίμηση αποδεικτικών εγγράφων.
[...] Από τη διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ ορίζεται ότι: "η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, σε κάθε όμως περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Αν η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημιώσεως". Προϋποθέσεις για την εφαρμογή της κατά το άρθρο 937, παρ. 1, εδ. α΄ ΑΚ πενταετούς παραγραφής είναι η παρέλευση χρονικού διαστήματος πέντε ετών από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υποχρέου. Ειδικότερα, καθ΄ όσον αφορά την άλλη προϋπόθεση αυτή δικαιολογείται γιατί μόνο από της γνώσεως της ζημιάς και του υποχρέου προς αποζημίωση μπορεί να εγερθεί μία αγωγή με ελπίδες επιτυχίας. Θεωρείται ότι ο παθών ή ο εν γένει δικαιούχος της αποζημιώσεως γνωρίζει τον υπόχρεο όταν αυτός γνωρίζει τόσα περιστατικά ώστε βάσει αυτών να μπορεί να εγείρει αγωγή εναντίον ορισμένου προσώπου με ελπίδες επιτυχίας. Δεν αρκούν απλές εικασίες, υποψίες ή εξ αμελείας άγνοια. Πότε συμβαίνει κάτι τέτοιο είναι ζήτημα πραγματικό εξαρτώμενο από τη συνολική εκτίμηση της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Αν μπορούν να διαπιστωθούν το όνομα και η διεύθυνση του υποχρέου σε αποζημίωση προσώπου, τότε ο παθών θεωρείται ότι γνωρίζει το πρόσωπο του υποχρέου σε αποζημίωση κατά το χρόνο που αυτός ερευνώντας θα μπορούσε να το πληροφορηθεί. Από τις ίδιες διατάξεις του νόμου σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 338 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το βάρος αποδείξεως ότι ο δικαιούχος της αποζημιώσεως γνώριζε από ορισμένο χρονικό σημείο τη ζημία και τον υπόχρεο προς αποζημίωση, φέρει εκείνος που επικαλείται πενταετή παραγραφή της αξιώσεως, δηλαδή ο εναγόμενος, ο δε ισχυρισμός του ενάγοντος ότι έλαβε γνώση του υπαιτίου σε αποζημίωση σε μεταγενέστερο χρόνο, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της ένστασης παραγραφής και όχι αντένσταση κατ΄ αυτής. Εξάλλου, από το άρθρο 559, αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ. που ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν" προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως θεμελιώνεται όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας, που είναι υποχρεωμένο κατά τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεώς του να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για την απόδειξη των πραγματικών ισχυρισμών τους, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά και όταν παρά τη βεβαίωση αυτή από το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι ελήφθησαν υπόψη όλα ή ορισμένα από τα έγγραφα αυτά. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες προς απόκρουση της αγωγής, με την οποία ζητείται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και αποζημίωση, συνεπεία εργατικού ατυχήματος, ισχυρίσθηκαν ότι η αξίωση της πρώτης αναιρεσίβλητης έχει υποπέσει στην παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, επειδή το εργατικό ατύχημα συνέβη στις 18/6/1996 και η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στις 28/12/2001. Η πρώτη αναιρεσίβλητη ισχυρίσθηκε ότι πίστευε ότι εργοδότης της ήταν ο δεύτερος αναιρεσείων και ότι αυτή έμαθε ότι εργοδότης της ήταν η πρώτη αναιρεσείουσα και ο δεύτερος αναιρεσείων νόμιμος εκπρόσωπός της το έτος 1997. Για στήριξη της πιο πάνω ενστάσεώς τους οι αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν ενώπιον του Εφετείου τα πιο κάτω έγγραφα: α) Την αναγγελία πρόσληψης της πρώτης αναιρεσίβλητης, που αυτή υπέγραψε την 1/5/1996 και η οποία κατατέθηκε στον ΟΑΕΔ .....Χαλκιδικής στις 8/5/1996, στην οποία υπάρχουν πλήρη στοιχεία της επιχείρησης της πρώτης αναιρεσείουσας, β) Τα εκκαθαριστικά σημειώματα μισθοδοσίας της πρώτης αναιρεσίβλητης των μηνών Μαϊου και Ιουνίου 1996, τα οποία υπογράφηκαν από αυτή και στα οποία αναγράφεται ο διακριτικός τίτλος της επιχείρησης της πρώτης αναιρεσείουσας, γ) Επικυρωμένο αντίγραφο του ασφαλιστικού βιβλιαρίου του ΙΚΑ της πρώτης αναιρεσίβλητης, το οποίο αναφέρει τα ίδια στοιχεία, δ) Τους πίνακες εβδομαδιαίας αναπαύσεως και ωρών εργασίας προσωπικού των μηνών Ιουνίου και Ιουλίου 1996, θεωρημένους από την αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας Χαλκιδικής, στους οποίους είναι τυπωμένα τα ίδια στοιχεία, ε) Επικυρωμένο φωτοαντίγραφο της από 24/10/1996 δήλωσης ατυχήματος της πρώτης αναιρεσείουσας προς το Ταμείο Ασφαλίσεως Ξενοδοχοϋπαλλήλων. Και στ) Την υπ΄ αριθ. 548/5-5-2004 βεβαίωση του ίδιου Ταμείου του τοπικού παραρτήματος Κασσανδρείας από την οποία προκύπτει η εμπρόθεσμη αναγγελία ατυχήματος, ο χαρακτηρισμός του ως εργατικού και η κοινοποίηση στην πρώτη αναιρεσίβλητη της σχετικής αποφάσεως στις 4/11/1996. Το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες δεν απέδειξαν την παραπάνω ένσταση παραγραφής και έτσι απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση η ένσταση αυτή.
Ειδικότερα, το Εφετείο, ως προς την ένσταση παραγραφής δέχθηκε τα εξής: "Οι αναιρεσείοντες που έφεραν το βάρος αποδείξεως του ισχυρισμού τους ότι η παθούσα γνώριζε, από τις 18/6/1996, ότι οι ίδιοι ήσαν υπόχρεοι (υπό τις ανωτέρω ιδιότητές τους της εργοδότριας και του νομίμου εκπροσώπου αυτής αντίστοιχα) προς αποζημίωσή της, δεν απέδειξαν αυτόν, αφού δεν προσκομίζουν κάποιο σχετικό αποδεικτικό στοιχείο και συνεπώς η προβληθείσα από αυτούς ένσταση παραγραφής πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη ... Στην από 19/12/1996 προανακριτική κατάθεσή της η παθούσα αναφέρει σχετικά με το θέμα τούτο, ότι ο αντισυμβαλλόμενός της κατά την κατάρτιση της εργασιακής της συμβάσεως ήταν "ο ιδιοκτήτης (του άνω ξενοδοχείου) .....(δηλαδή ατομικά). Ακόμη και ο ίδιος ο δεύτερος εναγόμενος αναφέρει στην από 19/10/1996 ένορκη κατάθεσή του σχετικά: "Είμαι ιδιοκτήτης και διευθυντής του ξενοδοχείου..". Μάλιστα υπό την φερομένη ιδιότητα αυτή, δηλαδή ως ιδιοκτήτης ατομικά και διευθυντής του άνω ξενοδοχείου, δικάστηκε (και αθωώθηκε) από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πολυγύρου στις 15/12/2000, ως κατηγορούμενος για σωματική βλάβη. Αλλά και στο 1019/3/15-δ77-1-1997 έγγραφο του αστυνομικού Τμήματος Κασσανδρείας, με το οποίο υποβλήθηκε η σχηματισθείσα ποινική δικογραφία προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκιδικής, ομοίως ο δεύτερος εναγόμενος αναφέρεται ατομικά ως ιδιοκτήτης του πιο πάνω ξενοδοχείου".
Στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαιώνεται ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και ότι μερικών από αυτά γίνεται μνεία στην απόφαση. Από τη βεβαίωση όμως αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία δεν σχολιάζονται τα παραπάνω προσκομισθέντα από τους αναιρεσείοντες έγγραφα, ενώ σχολιάζονται άλλα αποδεικτικά στοιχεία και στην οποία αναφέρεται ότι οι αναιρεσείοντες δεν προσκόμισαν κάποιο αποδεικτικό μέσο για απόδειξη της ένστασής τους, καταλείπεται αμφιβολία αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα αυτά, τα οποία είναι κρίσιμα για τη διάγνωση της βασιμότητας ή όχι της ένστασης παραγραφής. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 11, περ. γ΄ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση επειδή δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο τα παραπάνω έγγραφα, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που έγινε δεκτή η αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά των αναιρεσειόντων, να συναναιρεθεί δε αναγκαίως η ίδια απόφαση και κατά το μέρος κατά το οποίο απορρίφθηκε η παρεμπίπτουσα αγωγή της πρώτης αναιρεσείουσας κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, ανεξάρτητα από σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την απόρριψη και της αγωγής αυτής, αφού η έρευνα της παρεμπίπτουσας αυτής αγωγής προϋποθέτει την έρευνα και ευδοκίμηση της κύριας αγωγής η οποία ήρτηται. Στη συνέχεια πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι σε πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας.
`Αρειος Πάγος
Αριθ.απόφασης: 366/2007
Δικαστής: Σπυρίδωνας Κολυβάς, Αντιπρόεδρος
Αρεοπαγίτες: Ανδρέας Μαρκάκης, Ηλίας Γιαννακάκης,
Αθανάσιος Θεμέλης, Σπυρίδωνας Ζιάκας
Το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας κατά το άρθρο 656 ΑΚ, λόγω άκυρης καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως, υπόκειται, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός η οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Τέτοια υπέρβαση υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, για να εισπράττει από αυτόν, χωρίς να εργάζεται τους μισθούς υπερημερίας (Ομοια με ΑΠ 362/2007).
[...] Με την υπ΄ αριθμ. 1170/2006 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης από 29/5/2005 αιτήσεως αναιρέσεως λόγω μη κλητεύσεως του προσθέτως υπέρ του ενάγοντος παρεμβάντος, κατά την κατ΄ έφεση δίκη, σωματείου με την επωνυμία "Σύν.... Υπ.... Καφ.... και Κατ.... Αν.... και Εσ.... Αθ.... - Πρ....". Ήδη, όπως προκύπτει από την υπ΄ αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών .... , αντίγραφο της από 11/9/2006 κλήσεως, με την οποία επαναφέρεται προς συζήτηση η υπόθεση, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχή της παρούσας αναφερόμενη, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στο πιο πάνω σωματείο. Τούτο, όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως, δεν εμφανίστηκε κατά την παραπάνω δικάσιμο, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση, παρά την απουσία του, σαν να ήταν και αυτό παρόν (άρθρα 568, παρ. 4 και 576, παρ. 2 Κ.Πολ.Δ). Το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας κατά το άρθρο 656 ΑΚ, λόγω άκυρης καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως, υπόκειται, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Τέτοια υπέρβαση υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, για να εισπράττει από αυτόν, χωρίς να εργάζεται τους μισθούς υπερημερίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσέφερε την εργασία του, ως σερβιτόρος, στο εκμεταλλευόμενο από την πρώτη των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητη ζαχαροπλαστείο - εστιατόριο Α΄ κατηγορίας με το διακριτικό τίτλο "... " στη .... , από 1/10/1974 μέχρι 31/12/2001, οπότε λύθηκε η σύμβαση εργασίας του λόγω καταγγελίας αυτής με προμήνυση την 1/3/2000, η οποία, όμως, ήταν άκυρη, διότι έγινε καταχρηστικά και συγκεκριμένα από εμπάθεια και εκδικητικότητα των εναγομένων, εξαιτίας της αρνήσεώς του να καταθέσει ως μάρτυρας υπέρ αυτών σε δίκη με τον εργαζόμενο στην ίδια επιχείρηση .... , που είχε εγείρει κατά της πρώτης των εναγομένων την από 31/3/1994 αγωγή. Στη συνέχεια, το Εφετείο δέχτηκε ότι ο ενάγων, ηλικίας 54 ετών και πτυχιούχος σχολής τουριστικών επαγγελμάτων με πολυετή εμπειρία ως σερβιτόρος, ενόψει του ότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν υπάρχει στην περιοχή Αθηνών ιδιαίτερο πρόβλημα ανεργίας στους σερβιτόρους, θα μπορούσε με ευχέρεια να ανεύρει εργασία με τον ίδιο μισθό σε άλλο εργοδότη μετά την πάροδο έξι μηνών από τη λύση της συμβάσεως εργασίας του, δηλαδή μετά την 1/7/2002. Όμως, από κακοβουλία και αδικαιολόγητα απέφυγε να ανεύρει τέτοια εργασία με πρόθεση να αποκομίσει αδικαιολόγητη ωφέλεια με ζημιά της πρώτης των εναγομένων. Κάτω δε από αυτές τις συνθήκες η άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος για τη λήψη των αιτούμενων μισθών υπερημερίας από 1/7/2002, είναι καταχρηστική κατά παραδοχή ως εν μέρει κατ΄ ουσία βάσιμης της σχετικής ενστάσεως των εναγομένων. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο αφενός μεν δεν παραβίασε με κακή ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 656 και 281 ΑΚ, αφετέρου δε διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως υπό την επίκληση των αριθ. 1, 10 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αληθώς, όμως, από τους αριθμούς 1 και 19 του ιδίου άρθρου, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 653 κα 656 ΑΚ προκύπτει ότι ο εργοδότης, διαθέτοντας με βάση το διευθυντικό του δικαίωμα την εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεώς του για την επίτευξη των σκοπών της, δεν έχει κατ΄ αρχήν, εκτός από αντίθετη συμφωνία, υποχρέωση να απασχολεί το μισθωτό και η μη αποδοχή εκ μέρους του των προσφερομένων υπηρεσιών του δεν έχει κατά τις διατάξεις αυτές, άλλες συνέπειες από εκείνες που ορίζουν οι ως άνω διατάξεις και ειδικότερα αυτή του άρθρου 656 ΑΚ, εκτός αν η απόκρουση των προσφερομένων υπηρεσιών είναι παράνομη όπως όταν γίνεται υπό περιστάσεις που υπερβαίνουν προφανώς τα τιθέμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια ή που συνιστούν παράνομη προσβολή της προσωπικότητας (άρθρο 57 ΑΚ), ή όταν εκ προθέσεως ζημιώνεται ο εργαζόμενος κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη (άρθρο 919 ΑΚ) ή προσβάλλεται το δικαίωμά του στην ανάπτυξη της προσωπικότητάς του και της συμμετοχής του στην οικονομική ζωή. Στις περιπτώσεις αυτές γεννάται αξίωση του εργαζομένου για την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον (ΑΠ 1354/2001). Επομένως, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε το αγωγικό αίτημα του αναιρεσείοντος - ενάγοντος να υποχρεωθεί η πρώτη των αναιρεσιβλήτων - εναγομένων να αποδέχεται τις υπηρεσίες του με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κρατήσεως εις βάρος των λοιπών αναιρεσιβλήτων-ομορρύθμων μελών της πρώτης, για την περίπτωση αρνήσεώς τους να αποδέχονται την εργασία του, διότι δέχτηκε ότι δεν αποδείχθηκαν περιστατικά που να θεμελιώνουν το εν λόγω αίτημα, δεν παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε αυτή του άρθρου 23, παρ.2 του Ν. 1264/1982, το οποίο δεν αφορά την προκειμένη περίπτωση και δεν άφησε αδίκαστο το σχετικό αγωγικό αίτημα του αναιρεσείοντος. Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τους οποίους προβάλλεται η περί του αντιθέτου αιτίαση, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
`Αρειος Πάγος
Αριθ.απόφασης: 1043/2007
Δικαστής: Σπυρίδωνας Κολυβάς, Αντιπρόεδρος
Αρεοπαγίτες: Ανδ. Μαρκάκης, Ηλ. Γιαννακάκης,
Αθαν. Θεμέλης, Σπυρ. Ζιάκας
Ένσταση της εργοδότριας εταιρείας του aρ. 281 ΑΚ περί επιδίκασης μισθών υπερημερίας στον εργαζόμενο, διότι εκείνος απέφυγε αδικαιολόγητα και κακόβουλα να εξεύρει άλλη εργασία. Ανεπαρκής αιτιολογία απόφασης εφετείου, η οποία δε διαλαμβάνει αν υπήρχε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για την ετήσια αναπροσαρμογή μισθού, ούτε προσδιορίζει τα κριτήρια εκτίμησης του ύψους του εκάστοτε ετήσιου πληθωρισμού, με βάση το δείκτη τιμών καταναλωτή ή τους πίνακες της κρατικής Στατιστική Υπηρεσίας και του Υπουργείου Εμπορίου, σε μέσα ετήσια επίπεδα.
[...] Με την από 1/3/2006 κλήση του αναιρεσιβλήτου φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση και έρευνα των λοιπών λόγων, η από 1/7/2002 αίτηση για αναίρεση της υπ΄ αριθμ. 5087/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, μετά την, με την υπ΄ αριθμ. 30/2004 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, παραπομπή στην Ολομέλεια του πρώτου (κατά το πρώτο μέρος του) λόγου αναιρέσεως (από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ) και την απόρριψη αυτού με την υπ΄ αριθμ. 2/2005 απόφαση της εν λόγω Ολομέλειας.
Από τη διάταξη του άρθρου 527, αριθ. 1, περίοδος πρώτη του Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι ο εφεσίβλητος, που υπήρξε στην πρωτοβάθμια δίκη εναγόμενος, παραδεκτά προβάλλει στην κατ΄ έφεση δίκη ενστάσεις που τείνουν σε κατάλυση της αγωγής και μέσω τούτου σε απόρριψη της εφέσεως, έστω και αν δεν είχε προβάλει αυτές πρωτοδίκως ή τις είχε μεν προβάλει, αλλά απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες, λόγω μη έγκαιρης προβολής τους ή ως αόριστες. Εξάλλου, το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας κατά το άρθρο 656 ΑΚ, λόγω άκυρης καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως, υπόκειται, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Τέτοια υπέρβαση υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, για να εισπράττει από αυτόν, χωρίς να εργάζεται, τους μισθούς υπερημερίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, η αναιρεσείουσα είχε προβάλει πρωτοδίκως την ανωτέρω εκ του άρθρου 281 ΑΚ, καταλυτική της περί επιδικάσεως μισθών υπερημερίας αγωγής, ένσταση, ότι δηλαδή ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος απέφυγε αδικαιολόγητα και κακόβουλα την εξεύρεση άλλης εργασίας. Την ένσταση αυτή, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επανέφερε η αναιρεσείουσα στο Εφετείο προς απόκρουση του δεύτερου λόγου εφέσεως του αναιρεσιβλήτου με τον οποίο εκείνος διατύπωνε παράπονο σχετικά με το ύψος των μισθών υπερημερίας που του επιδικάστηκαν. Το Εφετείο, όμως, ερεύνησε τον ισχυρισμό αυτό μόνο ως προς το παραδεκτό ή μη της προβολής του στον πρώτο βαθμό με αφορμή τους σχετικούς λόγους των αντίθετων εφέσεων των διαδίκων και όχι ως ισχυρισμό που προβάλλεται παραδεκτώς στη δευτεροβάθμια δίκη προς απόκρουση της εφέσεως. Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, της μη λήψεως δηλαδή παρά το νόμο υπόψη πράγματος που προτάθηκε και έχει έννομη επίδραση στην έκβαση της δίκης, συνακόλουθα δε πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που προβάλλεται η εν λόγω πλημμέλεια. Από το συνδυασμό των άρθρων 648, παρ. 1 και 653 του ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση εργασίας ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση να παρέχει, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, την εργασία του στον εργοδότη και αυτός να του καταβάλει το συμφωνημένο ή συνηθισμένο μισθό. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε, κατά τα προκύπτοντα από την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα εξής:
Με δεδομένο ότι οι μέχρι την κατά την 14/5/1997 μηνιαίες αποδοχές του ανέρχονταν σε 941.760 δραχμές, παρέπεται ότι αυτές κατά τα επόμενα έτη, τα οποία εμπίπτουν στο επίδικο χρονικό διάστημα (από 5/2/98 έως 24/2/2000), θα ανέρχονταν: α) το έτος 1998 στο ποσό των 988.848 δραχμών, δηλαδή θα προσαυξάνονταν κατά ποσοστό 5% για την κάλυψη του πληθωρισμού, β) το έτος 1999, μετά την προσαύξηση κατά ποσοστό 2,5% για την κάλυψη του πληθωρισμού, στο ποσό των 1.013.569 δραχμών και γ) το έτος 2000, μετά την κατά ποσοστό 2,5% προσαύξηση για την κάλυψη του πληθωρισμού, στο ποσό των 1.034.246 δραχμών. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων, σχετικά με ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι σχετικά με τη διαμόρφωση του εκάστοτε οφειλόμενου μισθού υπερημερίας. Συγκεκριμένα δε, διαλαμβάνει αν υπήρχε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για την αναπροσαρμογή κάθε έτος του μισθού του αναιρεσιβλήτου, ούτε προσδιορίζει τα στοιχεία από τα οποία το εν λόγω δικαστήριο συνήγαγε το ύψος του εκάστοτε ετήσιου πληθωρισμού, ενώ επιπλέον δε διευκρινίζει σε ποιον πληθωρισμό αναφέρεται, δηλαδή τον προκύπτοντα από το δείκτη τιμών καταναλωτή ή τον καθοριζόμενο από την κρατική στατιστική υπηρεσία και το Υπουργείο Εμπορίου, σε μέσα ετήσια επίπεδα. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται η πιο πάνω πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Επομένως, πρέπει, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580, παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Α . Π . 571/2007( Τμ . Β 1 Πολ .)
Προεδρεύων : ΣΤ . ΓΑΒΡΑΣ , Αντιπρόεδρος
Εισηγήτρια : ΕΙΡ . ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ , Αρεοπαγίτης
2. ΕΠΕΙΔΗ , από τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν . 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β . δ . της 24.7/25.8.1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α. Κ. ( άρθρο 38, παρ. 1, ΕισΝΑΚ), προκύπτει ότι εργατικό ατύχημα, δηλαδή ατύχημα από βίαιο συμβάν που επέρχεται σε εργάτη ή υπάλληλο των αναφερόμενων στο άρθρο 2 του ως άνω νόμου εργασιών και επιχειρήσεων, θεωρείται και ο θάνατος ή ο τραυματισμός του μισθωτού εξαιτίας έκτακτης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου προς τη σύσταση του οργανισμού του παθόντος, αλλά συνδεόμενου με την εργασία του, λόγω της εμφανίσεως του κατά την εκτέλεση ή με αφορμή την εκτέλεση αυτής, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι το εξωτερικό αυτό αίτιο είναι, ενόψει των εκάστοτε περιστατικών που συντρέχουν, η πρόσφορη αιτία της επελεύσεως του θανάτου ή του τραυματισμού. Ως ατύχημα δε που επήλθε με αφορμή την εργασία θεωρείται, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως, και εκείνο το οποίο δεν αποτελεί την άμεση συνέπεια της εκτελέσεως της εργασίας, όπως είναι και εκείνο που επήλθε εκτός του τόπου και του χρόνου της εργασίας, συνδέεται όμως με αυτή με σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως εκ του ότι, λόγω της εργασίας, δημιουργήθηκαν οι ιδιαίτερες εκείνες πραγματικές συνθήκες και περιστάσεις, που ήταν αναγκαίες για την επέλευση του και οι οποίες δεν θα υπήρχαν χωρίς την εργασία ( Α . Π . 1357/2001, 1078/1985, 272/1979).
Εξάλλου , κατά το άρθρο 16 του ανωτέρω νόμου , ο παθών από εργατικό ατύχημα του άρθρου 1 και σε περίπτωση θανάτου αυτού τα αναφερόμενα στο άρθρο 6 του ίδιου νόμου συγγενικά του πρόσωπα δικαιούνται να ζητήσουν πλήρη αποζη μίωση κατά τις διατάξεις του κοινού αστικού δικαίου μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστιθέντων από αυτόν ή όταν επήλθε σε εργασία ή επιχείρηση , στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις ισχυό ντων νόμων , διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων εξ αιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών.
Στην τελευταία περίπτωση οι εν λόγω διατάξεις πρέπει να προβλέπουν ειδικώς τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων, δηλαδή να προσδιορίζουν τους όρους αυτούς, μνημονεύοντας και συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόπους για την επίτευξη τους και δεν αρκεί να επήλθε το ατύχημα από τη μη τήρηση όρων που επιβάλλονται από την κοινή αντίληψη, τη γενική υποχρέωση πρόνοιας ( άρθρο 662 Α. Κ ) και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, χωρίς να προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμου ( Ολ Α . Π . 26/1995, Α . Π . 1357/2001).
Ο ως άνω κ . ν . 551/1915, κατά τα άρθρα 1, παρ . 2, και 66, παρ . 2, του Κ . Ι . Ν . Δ . ( ν . 3816/1958), είναι εφαρμοστέος και επί των ναυτικών , εργατικό δε ατύχημα αποτελεί και ο θάνατος ή τραυματισμός ναυτικού κατά τη διάρκεια της ψυχαγωγίας του , εφόσον αυτή , ως εκ των συγκεκριμένων συνθηκών εργα σίας του , ήταν αναγκαία για εκείνον προς αποκατάσταση ή διατήρηση της ψυχικής του ισορροπίας ( Α . Π . 1078/1985, 272/1979).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559, αριθ. 19, Κ. Πολ. Δ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό. χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε κατ' ουσία την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 1373/2002 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καθόσον η έφεση αυτή απευθυνόταν κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης Α.Ε. και έτσι επικύρωσε την απόφαση αυτήν κατά το μέρος της με το οποίο είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένδικη από 28.11.2001 αγωγή των αναιρεσειόντων κατά το μέρος που απευθυνόταν κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης Α.Ε., με την οποία ζητείτο η εκδίκαση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης σε κάθε έναν από τους αναιρεσείοντες, κυρίως με βάση το κοινό αστικό δίκαιο, επικουρικώς με βάση τις διατάξεις του κ . ν . 551/1915 και επικουρικότερα με βάση τις διατάξεις της Σ.Σ.Ε. υπαλλήλων ναυτιλιακών επιχειρήσεων του έτους 2000.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τους, τις ως άνω διατάξεις του κωδικοποιημένου ν . 551/1915, αφού, με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, πράγματι η θανάτωση του ως άνω Χ4 δεν αποτελεί εργατικό ατύχημα κατά την έννοια του άρθρου 1 του εν λόγω . νό μου , ενόψει του ότι δεν συνδέεται με την εργασία του, δηλαδή και δεν έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση ή με αφορμή την εκτέλεση αυτής, αλλά και δεν συνέβη κατά το χρόνο της επιστροφής του από τον τόπο της εργασίας του στην κατοικία του, δεδομένου ότι μεσολάβησε η πολύωρη παραμονή του προς ψυχαγωγία σε κατάστημα "μπαρ" της περιοχής, από όπου ανεχώρησε περί τη 12η νυκτερινή ώρα, παρατείνοντας έτσι υπερβολικώς το χρόνο της εκεί ψυχαγωγίας του.
Ενώ, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, δεν στοιχειοθετείται οποιαδήποτε υπαιτιότητα {δόλος ή, έστω, αμέλεια) της πρώτης αναιρεσίβλητης για την κατά τα άνω επελθούσα θανάτωση του μισθωτού της και, πέραν τούτου, δεν προκλήθηκε η εν λόγω θανάτωση εξαιτίας μη τηρήσεως διατάξεων ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας μη τηρήσεως τέτοιων διατάξεων, δεδομένου ότι για την εργασία, που είχε ανατεθεί στο θανατωθέντα και την οποία εκτελούσε αυτός δεν προβλέπονταν τέτοιες ειδικές διατάξεις νόμου.
Εξάλλου, με την ως άνω κρίση του το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, αφού έχει διαλάβει στην απόφαση του αιτιολογίες επί όλων των κρίσιμων ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση την έκβαση της δίκης.
Οι αιτιολογίες δε αυτές είναι πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που εφάρμοσε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του.
Ειδικότερα, με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις καθορίζεται με ακρίβεια η εργασιακή σχέση που συνέδεε την πρώτη αναιρεσίβλητη με τον θανατωθέντα μισθωτό της, προσδιορίζεται ο λόγος για τον οποίο έγινε, και μάλιστα με τη συναίνεση του θανατωθέντος, η μίσθωση του μικρού διαμερίσματος προς κατοικία του τελευταίου, το οποίο αυτός τελικά επέλεξε, καθώς και ο τόπος (το γραφείο) όπου θα εργαζόταν ο ίδιος, καθορίζοντας επίσης ο ίδιος το χρόνο (εντός του ωραρίου του γραφείου της εταιρείας "...") και τον τρόπο διεξαγωγής της εργασίας του.
Επίσης, καθορίζονται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις οι ειδικότεροι λόγοι για τους οποίους η θανάτωση του ως άνω μισθωτού δεν αποτελεί εργατικό, υπό την πιο πάνω έννοια, ατύχημα και ακόμη ότι δεν υφίσταται οποιαδήποτε υπαιτιότητα (δόλος ή αμέλεια) του ή των νόμιμων εκπροσώπων της πρώτης αναιρεσίβλητης ή των από αυτήν προστηθέντων προσώπων για την προαναφερόμενη θανάτωση του μισθωτού της.
Ενόψει αυτών : 1) Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το από το άρθρο 559, αριθ. 1, Κ . Πολ . Δ . μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως (με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους) των ως άνω διατάξεων του κ . ν . 551/1915, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, με τον ίδιο (δεύτερο) λόγο αναιρέσεως προβάλλεται και ότι το Εφετείο με το να κρίνει όπως πιο πάνω αναφέρεται υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 εδ . β ' του άρθρου 559 Κ. Πολ. Δ , προβλεπόμενη πλημμέλεια, επειδή παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία, κατά τους αναιρεσείοντες, αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου και την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Συγκεκριμένα, ότι δέχτηκε, ότι «....ο παθών υπέστη το ατύχημα μετά από υπερβολική παράταση του χρόνου της ψυχαγωγίας του», ενώ ταυτοχρόνως δέχτηκε, ως αποδειχθέν, ότι ο θανών επισκέφθηκε το μπαρ, όπου παρέμεινε μέχρι τις δώδεκα τα μεσάνυχτα περίπου και «συνεπώς εσφαλμένως κατά νόμο ερμήνευσε τον κωδικοποιηθέντα δια του β.δ.. της 24.7/25.8.1920 ν . 551/1915 θεωρώντας ως υπερβολική παράταση το χρόνο αναχωρήσεως, ήτοι την24.00, λαμβανομένων ιδιαιτέρως υπόψη των αποδειχθέντων γεγονότων ότι ο ληστευθείς είχε οπωσδήποτε και τουλάχιστον περαιώσει την εργασία του μετά την 18.00, η δε ληστεία και δολοφονία του δεν έλαβε χώρα στο μπαρ, αλλά έξωθεν της οικίας που του επέβαλαν οι εναγόμενοι (αναιρεσίβλητοι) να διαμένει». Ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά το σχετικό (αμέσως πιο πάνω) μέρος του πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, προεχόντως γιατί με αυτόν, υπό την επίδραση της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας πλήττεται στην πραγματικότητα η κατά το άρθρο 561, παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου, αναφορικό με το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο αυτό κατέληξε. 2) Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559, αρθ . 19, Κ . Πολ . Δ ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, λόγω ελλείψεως αιτιολογιών, αλλά και ανεπαρκών, ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών επί των ως άνω ζητημάτων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
3. ΕΠΕΙΔΗ το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση του προκύπτει, στην επί της ουσίας της υποθέσεως κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, εκτός των μνημονευόμενων ένορκων μαρτυρικών καταθέσεων, και των εγγράφων, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση από τους διαδίκους.
Κατά τη γνώμη, που επικράτησε στο δικαστήριο, από τη βεβαίωση αυτήν και την όλη περαιτέρω σχετική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως του καθίσταται χωρίς οποιαδήποτε αμφιβολία βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε και το από 1.12.2000 με ώρα 21.47 έγγραφο που είχε αποσταλεί μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από τον ως άνω θανατωθέντα Χ4, το οποίο οι αναιρεσείοντες είχαν επικαλεστεί ως προσκομιζόμενο με τις προτάσεις που υπέβαλαν κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από τις προτάσεις αυτές προκύπτει, και συγχρόνως προσκόμισαν (εφόσον δεν γίνεται μνεία περί του αντιθέτου στην εν λόγω απόφαση), μολονότι το εν λόγω έγγραφο δεν το μνημονεύει στην προσβαλλόμενη απόφαση του ειδικώς και δεν το αξιολογεί χωριστά και παρά το ότι, αντιθέτως, στην απόφαση του αυτήν κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση άλλων αποδεικτικών στοιχειών, επειδή τους αποδίδει ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα αναφορικά με ορισμένα από τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά.
Εξάλλου, οι αναιρεσείοντες, προς υποστήριξη του κατ' ουσία βάσιμου της ένδικης αγωγής τους, επικαλέστηκαν ως προσκομιζόμενες με τις αμέσως πιο πάνω προτάσεις τους, όπως από αυτές περί του αντιθέτου στην προσβαλλόμενη απόφαση) τις υπ' αριθ. 2096/12.9,2003 ένορκες βεβαιώσεις των και ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών. Στο προτασσόμενο μέρος του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν αναφέρονται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη το Εφετείο, για να σχηματίσει την κρίση του επί της υποθέσεως, και οι αμέσως πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες, κατά το άρθρο 671, παρ. 1, εδ. τελευταίο του Κ. Πολ. Δ., αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, διακρινόμενα από τους μάρτυρες ή τα έγγραφα ( άρθρα 339, 393 επ . και 432 επ . ίδιου Κώδικα ).
Πλην όμως, ως προς τις ένορκες αυτές βεβαιώσεις το Δικαστήριο ομοφώνως κρίνει, ότι από την περαιτέρω σχετική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως του, καθίσταται χωρίς οποιαδήποτε αμφιβολία βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε και τις δύο αμέσως πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις, δεδομένου ότι αυτές ρητώς μνημονεύονται στη συνέχεια σε άλλο σημείο του αιτιολογικού ως ληφθείσες υπόψη, αξιολογηθείσες και εκτιμηθείσες.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της μη λήψεως υπόψη των παραπάνω εγγράφου και ένορκων βεβαιώσεων, δηλαδή λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559, αριθ. 11, περ. γ', Κ . Πολ . Δ ., πρέπει να απορριφθεί στο ως αβάσιμος στο σύνολο του.
Η ΜΕΙΟΝΟΨΗΦΗΣΑΣΑ ΓΝΩΜΗ
Ένα μέλος όμως του Δικαστηρίου, ο Αντιπρόεδρος Στέφανος Γαβράς, έχει την εξής γνώμη, σχετικά με την αποδιδόμενη στο Εφετείο πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη του ανωτέρω, από 1. 12.2000, εγγράφου.
Με την αγωγή τους οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι ο θάνατος του συζύγου και πατέρα τους, οφείλεται σε υπαιτιότητα των οργάνων της εργοδότιδάς του α' αναρεσίβλητης και ειδικότερα στην αμέλεια αυτής να λάβει τα αναγκαία μέτρα προστασίας του στην αλλοδαπή, όπως ήταν η ασφαλής διαμονή του σε ξενοδοχείο στη Σεβαστούπολη, με την επιμονή της να εγκατασταθεί, προς οικονομία δαπάνης, σε μίσθιο διαμέρισμα, σε επικίνδυνη μάλιστα περιοχή της πόλης, παρά την αντίθεση του εργαζομένου. Και ότι στην απόφαση της αυτή ενέμεινε μάλιστα και μετά την αποστολή σ' εκείνη του από 1.12.2000 εγγράφου του μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, με το οποίο της καθιστούσε γνωστό ότι έλαβε χώρα ληστεία εις βάρος του και του αφαίρεσαν χρήματα.
Το Εφετείο δέχθηκε σχετικά, ότι «με την άφιξη του (στη Σεβαστούπολη) εγκαταστάθηκε σε ξενοδοχείο της πόλης, αλλά επειδή η παραμονή του θα διαρκούσε επί μακρόν, κατ εντολή της α' εναγομένης, αλλά και με δική του αποδοχή μίσθωσε διαμέρισμα, ότι αυτή δεν παρέλειψε να λάβει μέτρα για την προστασία του ενόψει της αυξημένης εγκληματικότητας, ότι αυτός δεν διαμαρτυρήθηκε για την περιοχή που βρίσκεται το διαμέρισμα, ούτε επεδίωκε εκ νέου την εγκατάσταση του σε ξενοδοχείο φοβούμενος την παραμονή του στο διαμέρισμα».
Από τις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης και τη γενική σ' αυτήν αναφορά, ότι έλαβε υπόψη «τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι», δεν καθίσταται χωρίς αμφιβολία βέβαιο ότι το Εφετείο, έλαβε πράγματι υπόψη και το ανωτέρω, από 1.12.2000, έγγραφο, το οποίο δεν μνημονεύει στην απόφαση τον, όπως κάνει αντίθετα με άλλα σχετικά έγγραφα, ούτε αναφέρεται με οποιοδήποτε τρόπο στο περιεχόμενο του, το οποίο, ενόψει των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, θα μπορούσε ν' ασκήσει επιρροή στην έκβαση της δίκης, θα έπρεπε, συνεπώς, κατά τη γνώμη αυτή, να γίνει δεκτός ο σχετικός, από το άρθρο 559, αρ. 11, Κ. Πολ. .Δ., λόγος της αναιρέσεως για μη λήψη υπόψη από το Εφετείο του εγγράφου αυτού και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Περαιτέρω, με τα υπόλοιπα μέρη του ίδιου (τρίτου) λόγου αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο με το να κρίνει όπως πιο πάνω αναφέρεται υπέπεσε στις από τους αριθμούς 12,19 και 20 του άρ θρου 559, Κ . Πολ. . Δ . προβλεπόμενες πλημμέλειες. Όλοι οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν, προεχόντως, ως απαράδεκτοι, γιατί με αυτούς και υπό την επίκληση πλημμελειών προβλεπόμενων από τους αριθμούς 12,19 και 20 του άρθρου 559, Κ . Πολ . Δ ., στην πραγματικότητα πλήττεται η κατά το άρθρο 561, παρ. 1, του ίδιου Κώδικα ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου, αναφορικά με το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο αυτό κατέληξε. Αναφορικά δε με την προσβαλλόμενη, από τον αριθμό 12 του άρθρου 559, Κ . Πολ . Δ ., πλημμέλεια, τέτοιος λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται εδώ, όπου για την εκδίκαση της υποθέσεως τηρήθηκε η ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών ( άρθρα 663 επ . Κ . Πολ . Δ .).
4. ΕΠΕΙΔΗ , κατ' ακολουθία των παραπάνω, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι, στη δικαστική δαπάνη της παριστάμενης πρώτης αναιρεσίβλητης Α.Ε., κατά το σχετικό αίτημα αυτής ( άρθρα 183 και 176 Κ . Πολ . Δ .).
Η ολοκλήρωση της παράδοσης της μελέτης (του έργου) γίνεται με την υποβολή της στην αρμόδια Πολεοδομική Υπηρεσία για την έκδοση της σχετικής άδειας.
Α . Π. 686/2007 ( Τμ . Β 1 Πολ .)
Προεδρεύων : ΣΤ . ΓΑΒΡΑΣ , Αντιπρόεδρος
Εισηγητής : ΧΡ . ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ , Αρεοπαγίτης
Η σύμβαση, με την οποία ανατίθεται σε μηχανικό η εκπόνηση μελέτης και η επίβλεψη συγκεκριμένου οικοδομικού έργου, φέρει τον χαρακτήρα της συμβάσεως μισθώσεως έργου.
Με την σύμβαση αυτή ο μηχανικός αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο της μελέτης και επίβλεψης ( άρθρο 681 Α. Κ ) και έχει την αξίωση να λάβει την συμφωνηθείσα αμοιβή (άρθρο 681 Α. Κ. ), η οποία δεν επιτρέπεται να είναι κατώτερη από τα ελάχιστα όρια της νόμιμης αμοιβής, που καθορίζονται από τις διατάξεις του Β . Δ / τος 696/1974, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 104, παρ. 2, εδ. 1, του εν λόγω Π . Δ / τος «Δια τα ιδιωτικά έργα η πλήρης αμοιβή της μελέτης δέον να κατατίθεται, κατά τας κειμένας διατάξεις, προ της υποβολής της συνταχθείσης μελέτης προς έγκριση ή έκδοση της τυχόν απαιτουμένης αδείας».
Με την διάταξη αυτή, για την πληρωμή της αμοιβής του μηχανικού, εισάγεται παρέκκλιση από την από το άρθρο 694 Α. Κ. καθιερωμένη αρχή, κατά την οποία η αμοιβή του εργολάβου καταβάλλεται συγχρόνως με την παράδοση του έργου , και ορίζεται ότι η κατα βολή της αμοιβής του μηχανικού για την εκπόνηση μελέτης προς έκδοση αδείας ανεγέρσεως οικοδομής γίνεται μόλις ολοκληρω θεί η μελέτη και πριν αυτή υποβληθεί στην αρμόδια Πολεοδομική Υπηρεσία προς έκδοση της αδείας .
Δεν καταβάλλεται μάλιστα αυτή (αμοιβή) στα χέρια του μηχανικού, αλλά κατατίθεται στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος για λογαριασμό του, μετά την κατάθεση δε αυτής ο μηχανικός υποβάλλει το φάκελο, μαζί με την απόδειξη προκαταθέσεως της αμοιβής του στην Πολεοδομική Υπηρεσία.
Εάν δεν προσκομίσει την απόδειξη αυτή ο φάκελος θεωρείται ελλιπής και δεν επιτρέπεται να εκδοθεί άδεια.
Συνεπώς, η αμοιβή του μηχανικού είναι καταβλητέα μόλις αυτός ολοκληρώσει την μελέτη, η ολοκλήρωση δε της παράδοσης αυτής ( του έργου ) γίνεται με την υποβολή της μελέτης στην αρμόδια Πολεοδομική Υπηρεσία για την έκδοση της άδειας ( Α . Π . 225/2003).
Εξάλλου, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1, εδαφ. α, και 19, του άρθρου 559, Κ . Πολ . Δ ., ιδρύονται, ο μεν πρώτος , αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεων του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος , όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.
Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Α.Π. 63/2007 (Τμ. Β1 Πολ.)
Προεδρεύων : ΣΤ. ΓΑΒΡΑΣ, Αντιπρόεδρος
Εισηγητής : ΑΛΕΞ. ΝΙΚΑΚΗΣ, Αρεοπαγίτης
Στην παρ.1 του άρθρου 1, ν.1387/1983 «Έλεγχος Ομαδικών Απολύσεων και άλλες διατάξεις» ορίζεται, ότι «Ομαδικές απολύ σεις θεωρούνται όσες γίνονται από επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που απασχολούν περισσότερους από είκοσι εργαζομένους, για λόγους που δεν αφορούν το πρόσωπο των απολυομένων και υπέρβαίνουν κάθε ημερολογιακό μήνα τα όρια της επομένης παραγράφου».
Κατά την επομένη παράγραφο «τα όρια πέρα από τα οποία οι απολύσεις θεωρούνται ομαδικές, καθορίζονται από τον αριθμό του προσωπικού που απασχολείται στην αρχή του μήνα και είναι τα εξής α) πέντε εργαζόμενοι για επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που απασχολούν 20-50 άτομα β) ποσοστό 2-3% του προσωπικού και μέχρι 30 άτομα για επιχειρήσεις και εκμεταλλεύσεις που απασχο λούν πάνω από 50 εργαζομένους. Το ποσοστό αυτό καθορίζεται για κάθε ημερολογιακό εξάμηνο και ανάλογα με τις συνθήκες ερ γασίας με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, η οποία εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως».
Ακολούθως στα άρθρα 3 - 5 του νόμου, ορίζεται η διαδικασία, που πρέπει να ακολουθήσει ο εργοδότης για να επιτύχει την έγκριση των σχεδιαζόμενων απολύσεων και, τέλος με το άρθρο 6, παρ. 1, ορίζεται, ότι οι ομαδικές απολύσεις που γίνονταν κατά παράβαση των διατάξεων του νόμου αυτού είναι άκυρες.
Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με το άρθρο 216 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία ζητείται να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας ένεκα παράβασης του νόμου περί ομαδικών απολύσεων, είναι ανάγκη, προκειμένου περί επιχειρήσεως που απασχολεί περισσό τερους από 50 εργαζομένους να μνημονεύεται σ' αυτήν ο αριθμός των εργαζομένων που απασχολούνταν στην αρχή κάθε μηνός, εντός του οποίου έγινε η προσβαλλόμενη ως άκυρη απόλυση, ώστε με βάση τον αριθμό αυτόν, πολλαπλασιαζόμενο με το ποσο στό που ορίζει κάθε φορά η οικεία υπουργική απόφαση, να προκύ πτει ο αριθμός των δυναμένων να απολυθούν κάθε μήνα νομίμως, εκ της συγκρίσεως του οποίου προς τον αριθμό των απολυθέντων να προκύπτει η τυχόν γενομένη υπέρβαση (Α.Π. 175/2000).
Περαιτέρω η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας για οι κονομικοτεχνικούς λόγους είναι καταχρηστική, όταν ο εργο δότης, προκειμένου να επιλέξει τους μισθωτούς που θα απο λυθούν, παραλείπει να λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει τα κριτήρια της αρχαιότητας, ηλικίας, οικονομικής και οικογενειακής κατάστασης του καθενός, όπως επιβάλλεται από το καθήκον προνοίας που τον βαρύνει κατά τα άρθρα 651, 657, 658, 660, σε συνδυασμό με τα άρθρα 200, 281 και 288 του Α. Κ και επιτάσσει την απόλυση εκείνων για τους οποίους το μέτρο αυτό θα είναι λιγότερο επαχθές.
Επομένως, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 216, παρ.1α, του Κ. Πολ. Δ, ο μισθωτός, ο οποίος προβάλλει αξιώσεις από άκυρη για το λόγο αυτό καταγγελία, οφείλει με ποινή απαραδέκτου, λόγω αοριστίας της αγωγής του, να εκθέσει σαφώς, είτε καθ' υποφοράν στην αγωγή του, είτε αντενιστάμενος με τις προτάσεις του, εκτός από τις δικές του ανάγκες, την αρχαιότητα, την ηλικία και την οικονομική και οικογενειακή του κατάσταση, και εκείνες συγκεκριμένων συναδέλφων του, που έπρεπε ν' απολυθούν αντ' αυτού.
Με τα δεδομένα αυτά το Εφετείο, που απέρριψε ως αόριστη την αγωγή, ως προς τον πρώτο λόγο ακυρότητας της καταγγελίας δεν κήρυξε απαράδεκτο παρά το νόμο και ο αντίθετος από το άρ θρο 559, αριθμ. 14, Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος της αναιρέσεως ως προς το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος.
Αντίθετα, απορρίπτοντας ως αόριστη την αγωγή ως προς το δεύτερο λόγο ακυρότητας της καταγγελίας, αξιώνοντας για την πληρότητα του δικογράφου της και το στοιχείο, ότι ο αναιρεσείων διέθετε τα προσόντα για την εκτέλεση της εργασίας των μη απολυθέντων συναδέλφων του υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559, αριθμ. 14, κατά το βάσιμο πρώτο λόγο της αναιρέσεως ως προς το δεύτερο σκέλος του.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559, αριθμ. 8, του Κ. Πολ. Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί οι οποίοι θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα που αξιώνεται με την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση. Επομένως πράγματα, κατά την έννοια αυτήν αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, ο αναιρεσείων ζήτησε την ακύρωση της καταγγελίας και για το λόγο ότι δεν του καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως αόριστη χωρίς να εξετάσει το λόγο αυτό ακυρότητας της καταγγελίας. Έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559, αριθμ. 8, Κ. Πολ. Δ. κατά το βάσιμο δεύτερο λόγο της αναιρέσεως.
Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο με άλλη σύνθεση (άρθρο 580, παρ. 3, Κ.Πολ.Δ.).
Α . Π. 69/2007( Τμ . Β 2 Πολ .)
Προεδρεύων : ΣΠΥΡ . ΚΟΛΥΒΑΣ , Αντιπρόεδρος
Εισηγητής : ΑΝΔΡ . ΜΑΡΚΑΚΗΣ , Αρεοπαγίτης
Από τα άρθρα 914, 932 του Α. Κ και 1,16 του ν. 551/1915 προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.
Οι διατάξεις του άρθρου 16, παρ . 1, του ν . 551/1915 κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα κατά το άρθρο 6 αυτά πρόσωπα, δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση για ηθική ζημία, για την οποία εν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτό μόνο οι γενικές διατάξεις ( Ολ . Α . Π . 1117/1986).
Επομένως για να δικαιούται η οικογένεια του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα, χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του θανατωθέντος ή του κυρίου του έργου ή των προστηθέντων απ' αυτούς ( άρθρο 922 Α. Κ ) με την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ δηλαδή της υπαίτιας ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης ( Α . Π . 1155/1993, 60/2003).
Τέτοιο πταίσμα , προκειμένου περί οικοδομικών εν γένει εργασιών θεμελιώνεται και από την μη τήρηση των διατάξεων του Π . Δ . 778/1980 « περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών» από τους κατά νόμο υπεύ θυνους του έργου ( άρθρο 1), μεταξύ των οποίων η διάταξη του άρθρου 20 αυτού κατά την οποία «φωταγωγοί , φρεάτια ανελκυστήρων και εν γένει ανοίγματα επί των δαπέδων , δέ ον όπως προστατεύονται είτε περιμετρικώς δι ' ανθεκτικών κιγκλιδωμάτων ύψους τουλάχιστον ενός (1.00) μέτρου και θωρακίων ύψους δεκαπέντε εκατοστών (0,15) του μέτρου , είτε δια της πλήρους καλύψεως των δι ' αμετακίνητου στερεού σανιδώματος πάχους δυο και ημίσεως εκατοστών (0,025) του μέτρου , ηλουμένου επί ανθεκτικού πλαισίου εκ ξύλινων λατακίων , είτε δια της τοποθετήσεως σιδηρού πλέγματος οπλισμού , στερεουμένου εντός της πλακός κατά την κατασκευή της»
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, κατ' ακολουθία των ο ποίων έκαμε εν μέρει δεκτή την αγωγή των αναιρεσιβλήτων περί επιδικάσεως σ' αυτούς χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης συνεπεία του άνω ατυχήματος, δεν παραβίασε τις εφαρμοστέες εν προκειμένω ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αίτησης με τους οποίους η πρώτη των αναιρεσειόντων προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις άνω διατάξεις και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559, αρ . 1, Κ . Πολ . Δ . με το να καταλήξει στο συμπέρασμα περί υπαιτιότητας αυτής για τον θάνατο του άνω εργαζομένου χωρίς καμία παραδοχή ότι αυτός είχε προσληφθεί από την εν λόγω αναιρεσείουσα, που ήταν κυρία του έργου και ότι ο κύριος του έργου ευθύνεται για την τήρηση των κανόνων ασφαλείας, ανεξάρτητα από το αν έχει προσλάβει εργαζομένους, δηλαδή είναι εργοδότης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού η ευθύνη της αναιρεσείουσας αυτής στηρίζεται στην πραγματική παραδοχή ότι προέστησε τον επιβλέποντα μηχανικό εις αμέλεια του οποίου οφείλεται ο θανατηφόρος τραυματισμός του συγγενούς των αναιρεσιβλήτων.
Η μη τήρηση της προσήκουσας διαδικασίας δεν θεμελιώνει κανένα από τους αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ. Πολ. Δ. λόγους αναίρεσης.
Επομένως ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης με τον οποίο η πρώτη των αναιρεσειόντων προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεχόμενη αναφορικά με την εφαρμοσθείσα για την υπόθεση ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, ότι με αυτή δικάζονται όχι μόνο οι απαιτήσεις κατά του εργοδότη αλλά και κατά των προστηθέντων, υπέπεσε στη πλημμέλεια του άρθρου 559, αριθ . 19, Κ . Πολ . Δ . διότι δεν αναφέρονται περιστατικά ότι ο εργολάβος των επιχρισμάτων είχε προστηθεί από την αναιρεσείουσα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Α.Π. 130/2007 (Τμ. Β1 Πολ.)
Προεδρεύων : ΣΤΕΦ. ΓΑΒΡΑΣ, Αντιπρόεδρος
Εισηγητής : ΧΡ. ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ, Αρεοπαγίτης
Ο εργοδότης, ασκώντας το διευθυντικό του δικαίωμα, έχει την εξουσία να προσδιορίσει το περιεχόμενο της υποχρεώσεως του μισθωτού για παροχή εργασίας καθορίζοντας τους όρους της παροχής της, τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση. Έχει, δηλονότι, ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμετάλλευσης την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρηση του με βάση τα κρινόμενα από αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά δι' αυτήν κριτήρια. Το υπό το άνω περιεχόμενο δικαίωμα του εργοδότη δεν επιτρέπεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρ θρου 281 Α. Κ, να ασκείται καταχρηστικά.
Δεν είναι όμως καταχρηστική, κατά την έννοια της διατά ξεως αυτής, η άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη να το ποθετεί συγκεκριμένο εργαζόμενο ως προϊστάμενο ενός τμή ματος ή ενός καταστήματος της επιχειρήσεως του κατά πα ράλειψη άλλου μισθωτού, ο οποίος υπερέχει, έστω και κατα φανώς, σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι του τοπο θετηθέντος.
Και τούτο διότι δεν πρόκειται για απλή βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή, που εντάσσεται στα εκ της εργασίας δικαιώματα του μισθωτού, τα οποία ευλόγως συνδέονται με τις αντικειμενικώς εκτιμώμενες ικανότητες αυτού, αλλά για επιλογή του έχοντος την εκμετάλλευση εργοδότη που αφορά αποφασιστικώς την οργάνωση και διεύθυνση της επιχειρήσεως. Για να είναι καταχρηστική στην περίπτωση αυτή η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη απαιτείται η συνδρομή και άλλων πραγματικών περιστατικών, τα οποία, σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος, να θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (Ολομ. Α.Π. 25/2003).
Εξάλλου, με το άρθρο 40, παρ. 2 α', του ν. 2257/1994 για την οργάνωση και λειτουργία του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος (ΟΤΕ Α.Ε.) παρασχέθηκε εξουσιοδότηση στο διοικητικό συμβούλιο του Οργανισμού αυτού για την αναμόρφωση του Γενικού Κανονισμού του προσωπικού του (ΓΚΠ/ΟΤΕ) με σύμφωνη γνώμη της Ομοσπονδίας εργαζομένων του ΟΤΕ (ΟΜΕ - ΟΤΕ),
Κατόπιν τούτου, με την από 17.4.1995 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας μεταξύ ΟΤΕ και ΟΜΕ - ΟΤΕ, όπως αυτή ίσχυε τροποποιηθείσα από 10.6.1999, καθώς και την από 7.3.2001 όμοια, με την οποία τροποποιήθηκε το άρθρο 10 του Γ.Κ.Π./ΟΤΕ, αποφασίσθηκε να πραγματοποιείται η πλήρωση θέσεων Προϊσταμένων Υπηρεσιακών Λειτουργιών στάθμης Διεύθυνσης, Υποδιεύθυνσης, Διαμερίσματος και Συγκροτήματος, με προκήρυξη των οικείων θέσεων από το Διευθύνοντα Σύμβουλο και επιλογή των υποψηφίων από ειδική επιτροπή ανωτάτων στελεχών του ΟΤΕ και ειδικών συμβούλων, ειδικών σε θέματα επιλογής προϊσταμένων, προερχομένων από την ελεύθερη αγορά, τους οποίους θα επιλέγει ο Διευθύνων Σύμβουλος του ΟΤΕ.
Με την παράγραφο 2 του άνω άρθρου 10 της συλλογικής αυ τής συμβάσεως εργασίας ορίσθηκε, ότι δικαίωμα υποβολής αιτήσεως έχει το προσωπικό, πλην του Κλάδου Υποστήριξης, ανάλογα με τα χρόνια υπηρεσίας στον ΟΤΕ και τη στάθμη Εκπαιδεύσεως, όπως αναλυτικά οι προϋποθέσεις αυτές αναφέρονται. Επίσης, με το ίδιο άρθρο καθορίζονται ενδεικτικά τα κριτήρια αξιολογήσεως των υποψηφίων και με το συνημμένο παράρτημα οι συντελεστές βαρύτητας με τους οποίους βαθμολογούνται τα εν λόγω κριτήρια.
Τέλος, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1, εδαφ. α, και 19, του άρθρου 559, Κ. Πολ. Δ, ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεων του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψει αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερο στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συνταχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος. Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Α . Π. 1057/2007 ( Τμ . Β 2 Πολ .)
Προεδρεύων : ΑΝ . ΜΑΡΚΑΚΗΣ , Αρεοπαγίτης
Εισηγητής : ΣΠ . ΖΙΑΚΑΣ , Αρεοπαγίτης
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 5, 6 και 7 του άρθρου 13 του ν . 2367/1995 και του άρθρου 3 παρ . 1 τής Φ 21/1062/23-5-1996 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Α νάπτυξης Εργασίας - Κοινωνικών Ασφαλίσεων ( ΦΕΚ Β ' 432/5.6.1996), που εκδόθηκε κατ ' εξουσιοδότηση της παρα γρ άφου 7 του άρθρου 13 του παραπάνω νόμου , προκύπτει ότι , σε όσους εργαζόμενους στην Α . Ε . «Ν . Ε . » αποχωρούν λόγω πρόωρης συνταξιοδοτήσεως , καταβάλλεται η ισχύουσα πλή ρης νόμιμη ή συμβατική αποζημίωση προσαυξημένη κατά ποσ οστό 25%.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, που προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη στις 18.5.1966, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου και πρόσφερε σ' αυτή τις υπηρεσίες του ως ταμίας -λογιστής, αποχώρησε στις 9.9.1996, μετά από καταγγελία της εναγομένης, λόγω πρόωρης συνταξιοδοτήσεως, με βάση τις προαναφερόμενες διατάξεις και καταβλήθηκε σ' αυτόν αποζημίωση ποσού 14.850.864 δραχμών.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε, ότι ο αναιρεσείων δικαιούται ως αποζημίωση το ποσό των 14.175.432 δραχμών, που υπολόγισε με βάση τακτικές μηνιαίες αποδοχές ποσού 500.610 δραχμών (τις οποίες, όμως, από προφανή παραδρομή ανέγραψε ότι ανέρχονται σε 485.460 δραχμές), χωρίς να προσαυξήσει το συνολικό ποσό της αποζημιώσεως κατά ποσοστό 25%.
Με την κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας, ήτοι με το να παραλείψει να προσαυξήσει τη νόμιμη αποζημίωση κατά το εν λόγω ποσοστό, παραβίασε δια της μη εφαρμογής τους τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559, Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως καθώς και ο τέταρτος, ο οποίος παρά την επίκληση του αριθμού 19, εκτιμάται επίσης ως από τον αριθμό 1 του ιδίου άρθρου.»
Κατά το άρθρο 5, παρ . 1, εδ . α ', του ν . 3198/1955 ο υπολογι σμός της αποζημιώσεως , που καταβάλλει ο εργοδότης στο μι σθωτό επί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας , γίνεται με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα , με καθεστώς πλή ρους απασχολήσεως.
Ως τακτικές δε αποδοχές θεωρούνται κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 361, 648, 649, 653 ΑΚ, 3, παρ. 2, εδ. α' του ν. 2112/1920, 1,του ν. 3198/1955 και 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως «περί προστασίας του ημερομισθίου», που κυρώθηκε με τον ν. 3248/1955, ο μισθός και κάθε άλλη πρόσθετη παροχή, η οποία υπερβαίνει τα ελάχιστα όρια αυτού και χορηγείται από τον εργοδότη στο μισθωτό, κατά τη διάρκεια της εργατικής σχέσεως, τακτικώς και ανελλιπώς ως αντάλλαγμα, νόμιμο ή συμβατικό, της προσφερόμενης εργασίας του. Με την αποδοχή της καταβολής της ανωτέρω παροχής, με την έννοια που προεκτέθηκε, καταρτίζεται μεταξύ εργοδότη και μισθωτού σιωπηρή σύμβαση για τακτική καταβολή αυτής ως μισθού, οπότε η ανωτέρω παροχή δεν μπορεί να ανακληθεί μονομερώς από τον εργοδότη, εκτός αν ο τελευταίος επιφύλαξε ρητώς για τον εαυτό του το σχετικό δικαίωμα, ή αν αυτή είχε χορηγηθεί στον μισθωτό από ελευθεριότητα και όχι ως αντάλλαγμα εργασίας, ή αν χορηγήθηκε προς αντιμετώπιση συγκεκριμένων λειτουργικών αναγκών της επιχειρήσεως, που έπαυσαν να υπάρχουν.
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559, αριθ . 8, του Κ . Πολ. Δ ., πράγματα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δί κης είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί , οι οποίοι , παραδεκτώς προτεινόμενοι , στηρίζουν κατά το νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων , καθώς και οι λόγοι εφέσεως που πε ριέχουν παράπονο κατά της κρίσεως του πρωτοβαθμίου δικα στηρίου , το οποίο απέρριψε ισχυρισμό του εκκαλούντος ή ί έκανε δεκτό ισχυρισμό του εφεσίβλητου.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως, εκτιμώμενους ενιαίως ως από τον αριθμό 8 (και όχι και 9 που επικαλείται ο αναιρεσείων) του άρθρου 559 του Κ. Πολ. Δ., προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό ότι στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές, με βάση τις οποίες έπρεπε να υπολογιστεί η αποζημίωση, περιλαμβάνεται και το ποσό των 6.600 δραχμών, το οποίο η αναιρεσίβλητη κατέβαλλε στον αναιρεσείοντα τακτικώς και ανελλιπώς ως αντάλλαγμα της προσφερόμενης εργασίας του και ειδικότερα ως δεσμευτική γι' αυτήν παροχή σε είδος (για γάλα και σάντουιτς). Όπως δε προκύπτει από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, το Εφετείο, παρόλο ότι ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο εφέσεως διατύπωνε σχετικό παράπονο κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, δεν ερεύνησε το λόγο αυτόν και δε συμπεριέλαβε το ανωτέρω ποσό στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές, με βάση τις οποίες υπολόγισε την προαναφερόμενη αποζημίωση.
Ο εν λόγω, όμως, ισχυρισμός μπορούσε να ασκήσει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού, αν γινόταν δεκτός, οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές, με βάση τις οποίες θα υπολογιζόταν η αποζημίωση, θα περιλάμβαναν και το ποσό των 6.600 δραχμών και συνεπώς το Εφετείο, που δεν τον έλαβε υπόψη, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559, αριθ. 8, του Κ, Πολ. Δ.
Επομένως οι προαναφερόμενοι λόγοι αναιρέσεως είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Μετά από τα ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580, παρ. 3, Κ. Πολ. Δ).
Ως τέτοιοι μισθωτοί θεωρούνται εκείνοι, στους οποίους ως εκ των εξαιρετικών προσόντων τους ή της ιδιάζουσας εμπιστοσύνης του εργοδότη τους, ανατίθενται καθήκοντα γενικότερης διευθύνσεως όλης ή σημαντικού τομέα της επιχειρήσεως και εποπτείας του προσωπικού και διακρίνονται εμφανώς από τους άλλους υπαλλήλους, λόγω ασκήσεως υπ' αυτών των δικαιωμάτων του εργοδότη.
Α.Π. 747/2007 (Τμ. Β1 Πολ.)
Προεδρεύων : ΣΤΕΦ. ΓΑΒΡΑΣ, Αντιπρόεδρος
Εισηγήτρια : ΕΙΡ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Αρεοπαγίτης
Ι. ΕΠΕΙΔΗ, κατά την έννοια του εδαφίου α' του άρθρου 2 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ουάσινγκτον «περί περιορισμού των ωρών εργασίας εν ταις βιομηχανικαίς επιχειρήσεσιν», που κυρώθηκε με το ν. 2269/1920, ως πρόσωπα τα οποία κατέχουν θέσεις εποπτείας ή διευθύνσεως ή εμπιστοσύνης, επί των οποίων, κατά την εν λόγω σύμβαση, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις αυτής, θεωρούνται εκείνα στα οποία, ως εκ των εξαιρετικών προσόντων τους ή της ιδιάζουσας εμπιστοσύνης του εργοδότη προς αυτά, ανατίθενται καθήκοντα γενικότερης διευθύνσεως όλης της επιχείρησης ή σημαντικού τομέα της και εποπτείας του προσωπικού, κατά τρόπον ώστε όχι μόνο να επηρεάζουν αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχείρησης, αλλά και να διακρίνονται εμφανώς από τους άλλους υπαλλήλους, λόγω της ασκήσεως των δικαιωμάτων του εργοδότη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και η πρόσληψη και απόλυση του προσωπικού έναντι του οποίου επέχουν θέση εργοδότη, διαθέτουν πρωτοβουλία και επωμίζονται καμιά φορά και ποινικές ευθύνες για την τήρηση των διατάξεων που έχουν θεσπισθεί για το συμφέρον των εργαζομένων, αμειβόμενοι συνήθως με μισθό που υπερβαίνει κατά πολύ τα νόμιμα ελάχιστα όρια και τις καταβαλλόμενες στους λοιπούς υπαλλήλους αποδοχές.
Γι' αυτό και τα πρόσωπα αυτά, αν και δεν παύουν να είναι μισθωτοί, εξαιρούνται από την εφαρμογή των διατάξε ων της εργατικής νομοθεσίας περί χρονικών ορίων εργασίας, περί εβδομαδιαίας αναπαύσεως, περί αποζημιώσεως ή προ σαυξήσεως για την υπερωριακή ή κατά Κυριακές και εορτές εργασία, οι οποίες είναι ασυμβίβαστες προς την εξέχουσα θέ ση τους και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβαν με τη σύμβαση τους.
Η έννοια δε της διευθυντικής θέσεως, ανεξαρτήτως του αν ο εργαζόμενος έχει ή όχι τον τίτλο του κατόχου αυτής, προσδιορίζεται με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστης και της κοινής πείρας και της λογικής από τη φύση και το είδος των παρεχόμενων υπηρεσιών που κρίνονται ενιαίως, καθώς και από την ιδιάζουσα σχέση εκείνου που τις παρέχει τόσο προς τον εργοδότη, όσο και προς τους λοιπούς εργαζο μένους (Α.Π. 70/2002, 968/2002).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559, αριθ. 19, Κ. Πολ. Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε, ότι ο αναιρεσίβλητος δεν εξαιρείτο από την εφαρμογή των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας περί χρονικών ορίων εργασίας, περί αποζημιώσεως ή προσαυξήσεων για υπερεργασία και για υπερωριακή εργασία, καθώς και για διανυκτερεύσεις εκτός έδρας.
Ακολούθως δε, αφού δέχτηκε κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθ. 1678/2003 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και εξαφάνισε την τελευταία αυτήν απόφαση, ύστερα από διακράτηση της υποθέσεως, δέχτηκε και ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος της την ένδικη από 28.12.2001 αγωγή του αναιρεσιβλήτου για καταβολή προσαυξήσεων λόγω υπερεργασίας και αποζημιώσεων λόγω υπερωριακής απασχολήσεως και διανυκτερεύσεων εκτός έδρας.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς:
α) δεν παραβίασε την ως άνω διάταξη του εδαφίου α', του άρθρου 2, της Διεθνούς Συμβάσεως της Ουάσινγκτον, που κυρώθηκε με το ν. 2269/1920, η οποία διάταξη (και μόνο αυτή, όπως εκτιμάται), φέρεται ότι παραβιάστηκε ευθέως, αφού, με την παραδοχή ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν την ιδιότητα του «διευθύνοντος υπαλλήλου», κατά την έννοια της εν λόγω Διεθνούς Συμβάσεως, αποκλείστηκε η ευθεία παραβίαση (πρβλ Α.Π. 147/1993) τόσο της εν λόγω ουσιαστικής διατάξεως, όσο και της υπ' αριθ. 21091/2990/1946 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του α. ν. 28/1944, όπως αυθεντικά ερμηνεύτηκε με το ν.δ. 866/1946, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (τ. Β' 142/4.9.1946) και έχει ισχύ νόμου, η οποία ρυθμίζει την πρόσθετη αποζημίωση για την εκτός έδρας διανυκτέρευση του μισθωτού, αποζημίωση την οποία όμως, ως εκ της φύσεως της, δεν δικαιούνται οι «διευθύνοντες υπάλληλοι».
Και β) δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, οι αιτιολογίες που έχει διαλάβει στην απόφαση του αυτή, σχετικά με το πιο πάνω ζήτημα που αφορά το ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε την ιδιότητα του «διευθύνοντος υπαλλή λου», κατά την έννοια της ως άνω Διεθνούς Συμβάσεως, και πλήρεις και σαφείς είναι και δεν εμφανίζουν οποιαδήποτε αντιφατικότητα. Οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ως άνω υπό το στοιχείο α' αναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων.
με την οποία (ρήτρα) συμφωνήθηκε υποχρέωση του ασφαλισμένου να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα, για να διατηρήσει τα δικαιώματα του απέναντι σε κάθε υπεύθυνο για τη ζημία, και δεν το έπραξε.
Α . Π. 113/2007 ( Τμ . Α1 Πολ .)
Προεδρεύων : ΔΗΜ . ΛΟΒΕΡΔΟΣ , Αντιπρόεδρος
Εισηγητής : ΓΕΩΡΓ . ΚΑΛΑΜΙΔΑΣ , Αρεοπαγίτης
Το Εφετείο, το οποίο δίκασε την έφεση κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, εκδοθείσης επί της από 1.12.1998 αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος κατά της ήδη αναιρεσιβλήτου, με την οποία ο πρώτος, επικαλούμενος ότι ασφάλισε στην τελευταία τα αναφερόμε να σ' αυτή μηχανήματα κατά παντός κινδύνου κατά το χρόνο μεταφοράς τους οδικώς από την Καρδίτσα στη Ρωσία και ότι επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος , αφού στο μεταφέρον τα μηχανήματα αυτά φορτηγό αυτοκίνητο, κατά τη διέλευση του από τη Βουλγαρία, εκδηλώθηκε πυρκαγιά, που κατέστρεψε το αυτοκίνητο αυτό και τα μηχανήματα, εζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη και καταβάλει το αναφερόμενο ασφάλισμα, δέχθηκε ανελέγκτως, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα:
Ότι, ο ενάγων (αναιρεσείων), που διατηρούσε στην Καρδίτσα Επιχείρηση ενοικίασης, εμπορίας και επισκευής ηλεκτρονικών παιχνιδιών, συνεννοήθηκε να εξαγάγει και να πωλήσει 100 τεμάχια τέτοιων παιχνιδιών στην αναφερόμενη εταιρεία, που ήταν εγκατεστημένη στο Μίνσκ Λευκορωσίας.
Ότι, για την πώληση των άνω ειδών εκδόθηκε από τον ενάγοντα το αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση τιμολόγιο.
Ότι, τα πιο πάνω είδη παιχνιδιών φορτώθηκαν για να μεταφερθούν οδικώς στο Μίνσκ Λευκορωσίας στο * φορτηγό αυτοκίνητο.
Ότι, ενάγων, με το * ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ασφάλισε στην εναγόμενη (αναιρεσίβλητη) ασφαλιστική εταιρεία τα άνω παιχνίδια, κατά το χρόνο μεταφοράς τους από την Καρδίτσα στη Ρωσία, η δε ασφάλιση αυτή κάλυπτε, μέχρι του ποσού των 260.000 δολλαρίων Η.Π.Α., ζημίες από τους αναφερόμενους ότι ασφαλιστήριο κινδύνους.
Ότι, με το άρθρο 15 των γενικών όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου οριζόταν, ότι, με ποινή την έκπτωση των δικαιωμάτων του από την ασφάλιση, είχε υποχρέωση ο ασφαλισμένος να πάρει όλα τα μέτρα που ήταν απαραίτητα για να διατηρήσει τα δικαιώματα του απέναντι σε κάθε τρίτο υπεύθυνο για τη ζημία και ιδιαίτερα να κάνει εμπρόθεσμα αγωγή κατά του μεταφορέα που να βασίζεται στη σύμβαση μεταφοράς.
Ότι, ο όρος αυτός δέσμευε τον ενάγοντα, αφού αναφέρονταν στο ασφαλιστήριο ότι η σύμβαση διεπόταν από γενικούς και ειδικούς όρους και παραδόθηκε σ αυτόν (ενάγοντα) το ασφαλιστήριο μαζί με τους γενικούς και λοιπούς όρους ασφαλίσεως από τους οποίους ρυθμιζόταν η άνω σύμβαση και ο ενάγων έλαβε γνώση των όρων αυτών και δεν τους απέκρουσε εντός της οριζόμενης στο άρθρο 2, παρ. 5, του ν. 2496/1997 προθεσμίας γραπτά και επομένως τους αποδέχθηκε και απέκτησαν αυτοί συμβατική ισχύ.
Ότι, ο παραπάνω όρος, περιεχόμενος στην ασφαλιστική σύμβαση που συνομολογήθηκε μεταξύ των διαδίκων, δεν είναι άκυρος ως καταχρηστικός, αφού, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 6, παρ. 7, του άνω νόμου (2496/1997), με την ασφαλιστική σύμβαση μπορεί να διευρυνθούν οι περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων, όπως συνέβαινε στην προκειμένη περίπτωση.
Ότι, δεν υπάγονται στην έννοια του καταναλωτή, κατά το άρ θρο 1, παρ . 4, του ν . 2251/1994, οι κατ' επάγγελμα ασχολούμενοι με τις ειδικές συναλλαγές στις οποίες ανήκει η προμήθεια αγαθού, ούτε εφαρμόζεται ο νόμος αυτός (2251/1994) στις συμβάσεις μεταξύ εμπόρων, όπως αμφότεροι οι διάδικοι, στα πλαίσια των εμπορικών τους δραστηριοτήτων.
Και ότι ο ενάγων δεν έλαβε όλα τα μέτρα, που ήταν απαραίτητα για να διατηρήσει τα δικαιώματα του απέναντι σε κάθε τρίτο υπεύθυνο για τη ζημία με την άσκηση όπως επιβαλλόταν της άνω από τη σύμβαση μεταφοράς αγωγής κατά του μεταφορέα, με συνέπεια την έκπτωση από τα δικαιώματα του από την ασφάλιση κατά της εναγομένης, όπως επιτρεπτώς είχε συμφωνηθεί με το άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο.
Κατ ' ακολουθία των παραδοχών αυτών, το Εφετείο δέχθηκε ως νόμιμο , στηριζόμενο στα άρθρα 361 Α . Κ ., 7, παρ . 6 και 14, παρ . 4, του ν . 2496/1997 και στο άρθρο 15 των γενικών όρων του άνω ασφαλιστηρίου και ουσιαστικά βάσιμο τον σχετικό ισχυρισμό της εναγομένης και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος.
Με αυτά , που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου , με ανεπαρκείς αιτιολογίες τις διατάξεις του άρθρου 20, παρ . 1 και 2, του ν . 2496/1997 και του άρθρου 2 του ν . 2251/1994 και οι αντίθετοι εκ του άρθρου 559, αριθ. 1 και 19, του Κ . Πολ . Δ . πρώτος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Α . Π . 731/2007 ( Τμ . Α ' Πολ .)
Προεδρεύων : ΔΗΜ . ΛΟΒΕΡΔΟΣ , Αντιπρόεδρος
Εισηγητής : ΔΙΟΝ . ΠΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ , Αρεοπαγίτης
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559, αρ. 1, Κ. Πολ. Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα ( Ολομ . Α . Π . 36/1988).
Περαιτέρω, με το ν. 1665/1986 καθιερώθηκε η σύμβαση της «χρηματοδοτικής μίσθωσης», η οποία είναι σύμβαση μεταξύ μιας εταιρείας ειδικού σκοπού και μιας επιχείρησης ή ενός επαγγελματία, με την οποία η πρώτη παραχωρεί για ορισμένο χρόνο και έναντι μισθώματος στο δεύτερο τη χρήση κεφαλαιουχικών αγαθών, κινητών ή ακινήτων, και ειδικότερα χώρων επαγγελματικής εγκατάστασης καθώς και επιχειρησιακού ή επαγγελματικού εξοπλισμού, παρέχοντας του συγχρόνως το δικαίωμα είτε να αγοράσει το πράγμα μετά την πάροδο ορισμένου χρόνου, είτε να ανανεώσει τη μίσθωση για ορισμένο χρόνο.
Από τις διατάξεις των άρθρων 1 - 3 του ανωτέρω νόμου προκύπτει, ότι οι ουσιαστικές προϋποθέσεις της χρηματοδοτικής μίσθωσης είναι: Α.Ε. χρηματοδοτικής μίσθωσης ως εκμισθωτής, επιχείρηση ή επαγγελματίας ως μισθωτής, αντικείμενο δε αυτής η παραχώρηση της χρήσης του πράγματος, κινητού ή ακινήτου, που προορίζεται για την επιχείρηση ή το επάγγελμα, καθώς και το μίσθωμα.
Η διάρκεια εξάλλου της σύμβασης είναι ορισμένη και σε καμιά περίπτωση μικρότερη από αυτή, που ορίζει ο νόμος και τέλος η παροχή στο μισθωτή του δικαιώματος είτε να αγοράσει το πράγμα, είτε να ανανεώσει τη μίσθωση για ορισμένο χρόνο.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 του προαναφερόμενου νόμου για την σύναψη της σύμβασης απαιτείται συστατικός τύπος ο οποίος προκειμένου για κινητά είναι έγγραφο, ενώ απαιτείται επιπλέον και τήρηση διατυπώσεων δημοσιότητας, που για τα κινητά συνίστανται σε καταχώρηση σε ειδικό δημόσιο βιβλίο στο πρωτοδικείο της έδρας ή κατοικίας του μισθωτή και στο Πρωτοδικείο Αθηνών.
Η σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης , που καταρτίζεται με ταξύ εκμισθωτή ( εταιρείας Leasing ) και μισθωτή , δεν είναι απλή σύμβαση μίσθωσης πράγματος ( Α . Κ . 574 - 618), αλλά σύνθετη ή μεικτή σύμβαση , η οποία έχει στοιχεία : α ) Σύμβασης μίσθωσης, παραλλαγμένης, όμως, σε πολλά σημεία από τον " τύπο " που καθιερώνουν οι Α. Κ 574 επ ., β ) Σύμβασης εντολής, με την οποία ο εκμισθωτής εντέλλεται το μισθωτή να διαπραγματευθεί με τον προμηθευτή το αντικείμενο και τους όρους της σύμβασης πωλήσεως, την οποία θα καταρτίσει ο εκμισθωτής με τον προμηθευτή, γ ) Σύμβασης εκχωρήσεως ( Α. Κ 455 επ .), με την οποία η εταιρεία εκχωρεί τις απαιτήσεις που έχει κατά του προμηθευτή από τη σύμβαση πωλήσεως στο μισθωτή, ώστε να μπορεί αυτός - ασκώντας τις σχετικές αξιώσεις ως δικαιούχος- να εξαναγκάσει τον προμηθευτή σε τήρηση των υποχρεώσεων του, δ ) Συμφώνου προαιρέσεως, με το οποίο παρέχεται στο μισθωτή το δικαίωμα, με μονομερή δήλωση του, είτε να αγοράσει το πράγμα (καταβάλλοντος και το συμφωνηθέν τίμημα), είτε να ανανεώσει τη μίσθωση για ορισμένο χρόνο. Στη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης ο εκμισθωτής (εταιρεία χρηματοδοτικής μίσθωσης) και ο προμηθευτής (κατασκευαστής ή έμπορος) συνδέονται μεταξύ τους με τη σύμβαση πώλησης, την οποία ο πρώτος καταρτίζει είτε αυτοπροσώπως, είτε μέσω του μισθωτή, που ενεργεί ως άμεσος αντιπρόσωπος και εκτός από άλλα, πρέπει να συμφωνείται α ) ότι η παράδοση του πράγματος από τον προμηθευτή θα γίνει απευθείας στο μισθωτή, χωρίς οποιαδήποτε μεσολάβηση ή παρέμβαση του μισθωτή, β) ότι τα δικαιώματα του εκμισθωτή κατά του προμηθευτή από τη σύμβαση πώλησης λόγω μη εκπλήρωσης, πλημμελούς εκπλήρωση, υπερημερίας ως προς την παράδοση ή εγκατάσταση του πράγματος, ελαττωμάτων αυτού κ.λπ. εκχωρούνται στο μισθωτή. Έτσι, ενώ ο μισθωτής κατά κανόνα δεν συνδέεται με κάποια συμβατική σχέση με τον προμηθευτή, με βάση τα δικαιώματα από την πώληση, που του έχουν εκχωρηθεί από τον εκμισθωτή, μπορεί να στραφεί κατά του προμηθευτή και να τον εξαναγκάσει σε τήρηση των υποχρεώσεων του, σε καταβολή αποζημιώσεως κλπ.
Περαιτέρω, στην παράγραφο 6 του άρθρου 5 του ν . 2251/1994 ορίζεται , ότι «ο προμηθευτής καινούργιων διαρκών καταναλωτικών αγαθών οφείλει να εξασφαλίζει στους καταναλωτές τη συνεχή παροχή τεχνικών υπηρεσιών για τη συντήρηση και επισκευή τους για χρονικό διάστημα ίσο με την πιθανή διάρκεια της ζωής τους. Επίσης, οφείλει να εξασφαλίζει στους καταναλωτές την ευχέρεια προμήθειας των ανταλλακτικών και άλλων τυχόν προϊόντων, που απαιτούνται για τη χρήση τους σύμφωνα με τον προορισμό τους για όλη την πιθανή διάρκεια της ζωής τους».
Η παροχή στον καταναλωτή της δυνατότητας προμήθειας των ανταλλακτικών που απαιτούνται για την αντικατάσταση εκείνων των μερών του προϊόντος, τα οποία έχουν υποστεί φθορά λόγω χρήσης, προϋποθέτει αφενός την ύπαρξη αποθεμάτων ανταλλακτικών για όλη την πιθανή διάρκεια ζωής του προϊόντος και αφετέρου χαμηλό κόστος των ανταλλακτικών.
Αυτό σημαίνει , ότι ο προμηθευτής είναι υποχρεωμένος να εξα σφαλίσει την ύπαρξη των αναγκαίων για τη χρήση του προϊόντος ανταλλακτικών , ακόμη και όταν το προϊόν έχει πάψει να παράγε ται , για χρονικό διάστημα ίσο με την πιθανή διάρκεια ζωής του.
Η μη συμμόρφωση του προμηθευτή προς τις ανωτέρω παρε πόμενες από τη σύμβαση υποχρεώσεις , κατά κανόνα , συνιστά ελαττωματική , πλημμελή εκπλήρωση με ενδεχόμενες συνέπειες την υποχρέωση του προμηθευτή προς αποζημίωση , το δικαίωμα υπαναχώρησης του καταναλωτή κ . λπ ., ανάλογα με τις ειδικότε ρες περιστάσεις και το είδος της παραβιαζόμενης υποχρέωσης .
Εξάλλου, από το άρθρο 210, παρ. 1, ΕΝ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 193 ΕΝ, (όπως ίσχυαν πριν από εισαγωγή του ν . 2496/1997 «περί ασφαλιστικών συμβάσεων» ), 361, 410 και 411 Α. Κ ο ασφαλιστής, που με σύμβαση ασφαλίσεως έχει αναλάβει την υποχρέωση, έναντι ασφαλίστρου, καταβλητέου από τον αντισυμβαλλόμενο του, να αποζημιώσει με το ασφάλισμα τον ασφαλιζόμενο για την απώλεια του πράγματος, που ενδέχεται να συμβεί από τυχαίο περιστατικό κατά τη διάρκεια της ασφαλίσεως, εφόσον σε περίπτωση πραγματοποιήσεως του κινδύνου, κατά τη διάρκεια της ασφαλίσεως, αποζημιώσει τον ασφαλισμένο, υποκαθίσταται εκ του νόμου στο τυχόν υφιστάμενο, εξαιτίας της πραγματοποίησης του κινδύνου, δικαίωμα αποζημίωσης ασφαλισμένου κατά τρίτου.
Αντισυμβαλλόμενος του ασφαλιστή και ασφαλιζόμενος είναι κατ ' αρχήν το ίδιο πρόσωπο , κατ ' εξαίρεση όμως , βάσει της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων , μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ ασφαλιστή και αντισυμβαλλόμενου , ότι άλλος είναι ο ασφαλιζό μενος , δυνάμενος μάλιστα να οριστεί από τους συμβαλλόμενους ως το πρόσωπο που δικαιούται να απαιτήσει το ασφάλισμα από τον ασφαλιστή , οπότε πρόκειται για γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου ( Α . Π . 1597/2001 ΕλλΔ 43.714).
Με βάση τα ανωτέρω το Εφετείο, που δίκασε, δέχθηκε την αγωγή ως νόμιμη και προχώρησε στην κατ' ουσία έρευνα αυτής.
Με τη κρίση του αυτή (το Εφετείο) δεν παρεβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αρ . 1 του άρθρου 559 Κ . Πολ . Δ , με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Στην Α' κατηγορία περιλαμβάνονται «τα μη εξυπηρετούντα ωρισμένον εργοδότην (αγοραία)», στη Β' τα φορτηγά των εταιρειών ύδρευσης, ηλεκτρισμού, φωταερίου κ.λπ. και στην Γ' τα φορτηγά των λοιπών Ανωνύμων Εταιρειών.
Α. Π . 1673/2005 ( Τμ . Β 2 Πολ .)
Προεδρεύων : ΧΡ . ΜΠΑΛΝΤΑΣ , Αντιπρόεδρος
Εισηγητής : ΗΛ . ΓΙΑΝΝΑΚΑΚΗΣ , Αρεοπαγίτης
Κατά το άρθρο 1, παρ . 1, του Β . Δ . της 28.1/4.2.1938 «περί κανονισμού ωρών εργασίας του προσωπικού φορτηγού αυτοκινήτου» (ΦΕΚ Α' 35), τα φορτηγά αυτοκίνητα διακρίνονται σε τρείς κατηγορίες (Α', Β' και Γ'), από τις οποίες η κατηγορία Α' περιλαμβάνει «τα μη εξυπηρετούντα ωρισμένον εργοδότην φορτηγά αυτοκίνητα (αγοραία)».
Ως προς το ωράριο εργασίας των οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων της παραπάνω κατηγορίας, η διάταξη του άρθρου 2 του ίδιου Β . Δ ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο μόνο του Β . Δ . 882/1961 (ΦΕΚ Α' 224), ορίζει, ότι η απασχόληση τους δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις 48 ώρες κατά εβδομάδα, ημερησίως δε τις 12 ώρες, τις οποίες συμπεριλαμβάνονται η καθ' εαυτή οδήγηση, που δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις 8 ώρες ημερησίως, οι στάσεις, οι αναμονές, όλες οι σχετικές με την εκμετάλλευση του αυτοκινήτου εργασίες και η πέρα των 4 ωρών αναμονή στο σταθμό αυτοκινήτων πιάτσα), ενώ η οκτάωρη απασχόληση διακόπτεται επί μία ώρα.
Στη Β ' κατηγορία υπάγονται τα φορτηγά των εταιρειών ηλεκτρισμού, ύδρευσης, φωταερίου κ.λπ. και στη Γ ' κατηγορία τα φορτηγά των λοιπών Ανωνύμων Εταιρειών, βιομηχανικών εργοστασίων και επιχειρήσεων πάσης φύσεως.
Κατά την παρ . 2 του ίδιου άρθρου 1 του πιο πάνω Β . Δ . η απασχόληση των οδηγών των φορτηγών αυτοκινήτων Γ' κατηγορίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις 8 ώρες ημερησίως, παρά μόνο καθ' ο μέτρο κρίνεται αναγκαία για την πρόληψη διαταραχής στην κανονική διεξαγωγή της εργασίας σε περίπτωση ατυχήματος, επικειμένου ή επελθόντος, επείγουσας εργασίας σε μηχανές, εργαλεία ή εγκαταστάσεις και ανωτέρας βίας κατά δε το Β . Δ . 882/1961 και λόγω συσσωρεύσεως εργασίας ή προς αντιμετώπιση επείγουσας γενικά εργασίας επί 2ωρο ημερησίως (πέρα δηλαδή του δώρου) και επί τρίμηνο ετησίως κατ' ανώτατο όριο.
Εξάλλου, από το άρθρο 1, παρ . 2, του ν . 435/1976 προκύπτει , ότι η απασχόληση του μισθωτού κατά το μέρος, που υπερβαίνει το ανώτατο όριο διάρκειας της εργασίας κατά τη μονάδα του χρόνου, που έχει ορισθεί με διάταξη νόμου ή με κανονιστική διοικητική πράξη κατά νόμιμη εξουσιοδότηση, συνιστά, εφόσον δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 3 του ν . δ . 515/1970 ή άλλη νόμιμη εξαίρεση, παράνομη υπερωρία, για την οποία ο μισθωτός έχει τις απαιτήσεις, που αναφέρονται σε αυτή.
Περαιτέρω, με το άρθρο 13 της 12/1984 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΥΑ 12430/1984, ο χρόνος εργασίας των οδηγών αυτοκινήτων ορίσθηκε σε 40 ώρες κατά :βδομάδα και με το άρθρο 6 της 40/1985 του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε υποχρεωτική (από 29.11.1985) με την ΥΑ 19533/1985 ( ΦΕΚ 179 Α') καθιερώθηκε η εβδομάδα των πέντε εργασίμων ημερών για τους οδηγούς όλων των φορτηγών αυτοκινήτων.
Εξάλλου, με το άρθρο 6 της από 14.2.1984 εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την απόφαση του Υπουργού Εργασίας 11770/20.2.1984 (ΦΕΚ Β' 81), η εβδομαδιαία διάρκεια ης εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε σε 40 ώρες, για την αμοιβή δε της απασχολήσεως πέρα από το συμβατικό αυτό εβδομαδιαίο ωράριο και έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή της υπερεργασίας, γίνεται παραπομπή στο άρθρο 9 της 1/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του ν. 1346/1983.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται , ότι : α ) ως προς τη συνδρομή υπερεργασίας υπό την ανωτέρω έννοια κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια , αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματο ποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και όχι κα τά Κυριακές ή άλλες ημέρες ανάπαυσης , για τις οποίες υφίσταται αυτοτελής νομοθετική πρόνοια και , συνεπώς ο απα σχολούμενος υπό καθεστώς πέντε εργασίμων ημερών εβδο μαδιαίως πραγματοποιεί υπερεργασία για την οποία δικαιού ται την οικεία αμοιβή ( ωρομίσθιο επαυξανόμενο κατά 25%), αν η απασχόληση του υπερβαίνει κατά τις ημέρες αυτές το συμβατικό όριο των 40 ωρών , β ) ως προς τη συνδρομή υπερω ριακής εργασίας , στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 του άνω ν . 435/1976, λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία , αλλά η ημερήσια εργασία , υπό την έννοια ότι υφίσταται υπε ρωριακή εργασία όταν ο μισθωτός της προκείμενης κατηγο ρίας απασχοληθεί πέρα των οκτώ ωρών ημερησίως ( ή πέρα των εννέα ωρών υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26.2.1975 εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας , που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν . 133/1975), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζόμενου από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας , αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της επί πλέον ημερήσιας εργασίας με τις ολιγότερες ώρες εργασίας άλλης ημέ ρας . Η υπερωριακή αυτή εργασία αμείβεται ανάλογα με το χα ρακτηρισμό της ως νόμιμης ή παράνομης . Ειδικώς, επί πενθημέρου, η πέρα των 45 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση των 48 ωρών τρίωρη κάθε εβδομάδα (48 - 45 = 3 ώρες) εργασία θεωρείται ως επιτρεπτή νόμιμη υπερωριακή εργασία (κατ' άρθρο 6, παρ. 2, εδ. β', της από 26.2.1975 ΕΓΣΣΕ ν.133/1975) που δεν συμψηφίζεται στα επιτρεπόμενα όρια υπερωριακής απασχόλησης και αμείβεται σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν . 435/1976, δηλαδή με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά 25%.
Η δε παράνομη, δηλαδή χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων του ν . δ . 515/1970, αμείβεται σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο 1, παρ . 2, του ν . 435/1976 (δηλαδή με αποζημίωση βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού, άρθρο 904 επ. Α.Κ.) και την προσαύξηση 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου.
Τέλος, η εργασία του μισθωτού κατά την Κυριακή και το Σάββατο δεν αποτελεί υπερωριακή εργασία, αν δεν υπερβαίνει το ανώτατο νόμιμο όριο ημερήσιας απασχολήσεως.
Α.Π. 583/2007 (Τμ. Β1 Πολ.)
Προεδρεύων : ΣΤ. ΓΑΒΡΑΣ, Αντιπρόεδρος
Εισηγήτρια : ΕΙΡ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Αρεοπαγίτης
Α) ΕΠΕΙΔΗ κατά την έννοια του εδαφίου α' του άρθρου 2 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ουάσιγκτον «περί περιορισμού των ωρών εργασίας εν ταις βιομηχανικαίς επιχειρήσεσιν», που κυρώθηκε με το ν. 2269/1920, ως πρόσωπα τα οποία κατέχουν θέ σεις εποπτείας ή διευθύνσεως ή εμπιστοσύνης, επί των οποίων, κατά την εν λόγω σύμβαση, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις αυτής, θεωρούνται εκείνα στα οποία, ως εκ των εξαιρετικώς προσόντων τους ή της ιδιάζουσας εμπιστοσύνης του εργοδότη προς αυτά, ανατίθενται καθήκοντα γενικότερης διευθύνσεως όλης της επιχείρησης ή σημαντικού τομέα της και εποπτείας του προσωπικού, κατά τρόπον ώστε όχι μόνο να επηρεάζουν αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχείρησης, αλλά και να διακρίνονται εμφανώς από τους άλλους υπαλλήλους, λόγω της ασκήσεως των δικαιωμάτων του εργοδότη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και η πρόσληψη και απόλυση του προσωπικού έναντι του οποίου επέχουν θέση εργοδότη, διαθέτουν πρωτοβουλία και επωμίζονται ενίοτε και ποινικές ευθύνες για την τήρηση των διατάξεων που έχουν θεσπιστεί για το συμφέρον των εργαζομένων, αμειβόμενοι συνήθως με μισθό που υπερβαίνει κατά πολύ τα νόμιμα ελάχιστα όρια και τις καταβαλλόμενες στους λοιπούς υπαλλήλους αποδοχές.
Γι' αυτό και τα πρόσωπα αυτά, αν και δεν παύουν να είναι μισθωτοί, εξαιρούνται από την εφαρμογή των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας περί χρονικών ορίων εργασίας, περί εβδομαδιαίας αναπαύσεως, περί αποζημιώσεως ή προσαυξήσεως για την υπερωριακή ή κατά Κυριακές και εορτές εργασία, οι οποίες είναι ασυμβίβαστες προς την εξέχουσα θέση τους και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβαν με τη σύμβαση τους.
Η έννοια δε της διευθυντής θέσεως, ανεξαρτήτως του αν ο εργαζόμενος έχει ή όχι τον τίτλο του κατόχου αυτής, προσδιορί ζεται με θέση τα αντικειμενικό κριτήρια της καλής πίστης και της κοινής πείρας και της λογικής από τη φύση και το είδος των παρε χόμενων υπηρεσιών που κρίνονται ενιαίως, καθώς και από την ιδιάζουσα σχέση εκείνου που τις παρέχει τόσο προς τον εργοδό τη, όσο και προς τους λοιπούς εργαζομένους (Α.Π. 70/2002, 968/2002,1123/1993).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559, αριθ. 19, Κ. Πολ. Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς.
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε, ότι υπό τα περιστατικά αυτά, τα οποία αποδείχθηκαν, σε συνδυασμό με τον υπερδιπλάσιο σε σχέση με τους λοιπούς υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης και την αναλογία του μισθού του σε σχέση με τα ελάχιστα διευθυντικά στελέχη της αναιρεσίβλητης, αποδείχθηκε, ότι ο αναιρεσείων είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου, αφού στο πρόσωπο του συγκεντρώνονταν πολλές από τις κρίσιμες για την καλή λειτουργία της επιχείρησης της αναιρεσίβλητης αρμοδιότητες, τεχνικές και διοικητικές, ενώ οι κατευθύνσεις που έδινε και οι αποφάσεις που λάμβανε ήταν καθοριστικές για την πορεία της τελευταίας. Δέχτηκε δε ακόμη το Εφετείο, ότι η ιδιότητα αυτή του αναρεσείοντος ως διευθύνοντος υπαλλήλου δεν ανατρέπεται από το ότι αυτός ενημέρωνε τους ανωτέρους του στην ιεραρχία της επιχειρήσεως της αναιρεσίβλητης και ελεγχόταν από αυτούς.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε, ότι ο αναιρεσείων εξαιρείτο από την εφαρμογή των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας περί χρονικών ορίων εργασίας, περί εβδομαδιαίας αναπαύσεως, περί αποζημιώσεως ή προσαυξήσεων για την υπερωριακή ή κατά Κυριακές και εορτές εργασία.
Ακολούθως δε, αφού δέχτηκε κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 1845/2004 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και εξαφάνισε την τελευταία αυτήν απόφαση, ύστερα από διακράτηση της υποθέσεως, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη από 27.1 1.2003 αγωγή του αναιρεσείοντος για καταβολή του χρηματικού ποσού των 41.171,18 ευρώ, φερόμενου ως οφειλόμενου σ' αυτόν για εργασία του καθ' υπέρβαση του νόμιμου ωραρίου του.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς : α) Δεν παραβίασε την ως άνω διάταξη του εδα φίου α' του άρθρου 2 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ουάσινγκτων, που κυρώθηκε με το ν. 2269/1920, η οποία φέρεται, ότι παραβιάστηκε. Και αυτό γιατί, με βάση τις ως άνω παραδοχές του, πράγματι ο αναιρεσείων είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, και ως εκ τούτου, αν και δεν έπαυε να είναι μισθωτός, εξαιρείτο από την εφαρμογή των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας περί χρονικών ορίων εργασίας, περί εβδομαδιαίας αναπαύσεως, περί αποζημιώσεως ή προσαυξήσεως για την υπερωριακή ή κατά Κυριακές και εορτές εργασία του, οι οποίες είναι ασυμβίβαστες προς την, (όπως δέχτηκε το Εφετείο), εξέχουσα θέση του και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβε με την ένδικη σύμβαση εργασίας. Η έννοια δε της διευθυντικής αυτής θέσεως προσδιορίστηκε από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστεως και της κοινής πείρας και της λογικής από τη φύση και το είδος των υπηρεσιών που παρέχονταν, που κρίνονται ενιαίως, καθώς και από την αναφερόμενη στην απόφαση αυτήν ιδιάζουσα σχέση του αναιρεσείοντος τόσο προς την εργοδότρια του αναιρεσίβλητη, όσο και προς τους λοιπούς εργαζομένους στην τελευταία, β) Δεν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας που αφορούν την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στην αμέσως πιο πάνω ουσιαστική διάταξη, καθώς και σε εκείνη του άρθρου 200 του Α Κ, που αφορά την ερμηνεία των συμβάσεων. Και τούτο γιατί με βάση τα εν γένει πραγματικά περιστατικά, που, κατά τα παραπάνω, δέχτηκε, πράγματι ο αναιρεσείων κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης. Και γ) δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, έχει διαλάβει στην απόφαση του αυτήν αιτιολογίες αναφορικά με το ζήτημα της ιδιότητας του αναιρεσείοντος ως διευθύνοντος υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης, κατά την ως άνω έννοια, δηλαδή αναφορικά με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενώ οι αιτιολογίες αυτές είναι επαρκείς και σαφείς και δεν εμφανίζουν οποιαδήποτε αντιφατικότητα, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της προαναφερόμενης ουσιαστικής διατάξεως του εδαφίου α' του άρθρου 2 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ουάσινγκτον, που κυρώθηκε με το ν. 2269/1920.
Ενόψει αυτών : 1) Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά τα από τα άρθρα 559, αριθ. 1, Κ. Πολ. Δ. μέρη του, με τα οποία προβάλλονται οι αιτιάσεις της παραβιάσεως αφενός του άρθρου 2 ,εδ. α', της ως άνω Διεθνούς Συμβάσεως της Ουάσινγκτον, που κυρώθηκε με το ν. 2269/1920 και αφετέρου των διδαγμάτων της κοινής πείρας που αφορούν την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στην αμέσως πιο πάνω ουσιαστική διάταξη, καθώς και σε εκείνη του άρθρου 200 του Α Κ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολο του. Και 2) ο ίδιος (πρώτος) λόγος αναιρέσεως κατά τα από το άρθρο 559, αριθ. 19, Κ. Πολ. Α μέρη του, με τα οποία προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως νόμιμης βάσεως στην προσβαλλόμενη απόφαση λόγω ελλείψεως αιτιολογιών, άλλως λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών επί του ζητήματος που αναφέρεται πιο πάνω υπό το στοιχείο γ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, στο σύνολο του.
Α.Π. 11/2007 (Τακτ. Ολομ.)
Πρόεδρος : ΡΩΜ. ΚΕΔΙΚΟΓΛΟΥ
Εισηγητής : ΑΝΔ. ΜΑΡΚΑΚΗΣ, Αρεοπαγίτης
Το διευθυντικό δικαίωμα, στο οποίο υπόκεινται οι εργαζόμενοι με σχέση εξαρτημένης εργασίας, δίνει στον εργοδότη την εξουσία να εξειδικεύει κάθε φορά την υποχρέωση του μισθωτού για εργασία, καθορίζοντας τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από τη σύμβαση εργασίας.
Παράλληλα το άνω δικαίωμα υλοποιεί την εξουσία του εργοδότη, ως διευθυντή της εκμετάλλευσης, να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρηση του κατά το δυνατό προσφορότερο τρόπο.
Η άσκηση όμως του διευθυντικού δικαιώματος υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 261 Α.Κ., δηλαδή δεν δύναται να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.
Τέτοια υπέρβαση υπάρχει και στην περίπτωση που ο Ο.Τ.Ε., στο πλαίσιο εφαρμογής των κανονιστικών διατάξεων, που διέπουν τις σχέσεις του με το προσωπικό του, παραλείπει να τοποθετήσει σε θέση προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας ορισμένης στάθμης υπάλληλο του ικανό και αντ' αυτού τοποθετεί άλλον, έναντι του οποίου ο παραλειφθείς υπερέχει καταφανώς σε ουσιαστικά και τυπικά προσόντα, χωρίς αυτό να υπαγορεύεται από το συμφέρον της υπηρεσίας. Η ως άνω, καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 Α.Κ. παράλειψη της τοποθετήσεως υπαλλήλου σε θέση προϊσταμένου, ως πράξη παράνομη, συνιστά αδικοπραξία κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ (Ολ. Α.Π. 897/1985,14/1998).
Εντεύθεν δημιουργείται, εκτός άλλων, δικαίωμα του παραλειφθέντος σε αποζημίωση για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας που υπέστη από την παράλειψη.
Η αποζημίωση κατά το άρθρο 298, εδ. β', ΑΚ, περιλαμβάνει και το διαφυγόν κέρδος, το οποίο, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, σύμφωνα και με τον ορισμό που δίδεται με αυτή, συνίσταται στη ματαίωση συνεπεία του ζημιογόνου γεγονότος (παράλειψης) της αύξησης της περιουσίας του παραλειφθέντος, η οποία αύξηση χωρίς αυτό θα επερχόταν με κάθε πιθανότητα.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και καταλήγοντας ακολούθως, ότι ο αναιρεσίβλητος λόγω της μη καταβολής της άνω παροχής κατά το επίδικο διάστημα, υπέστη αποθετική ζημία, ανεξάρτητα από το εάν άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης Τομέα και πραγματοποίησε τις αντίστοιχες δαπάνες και κατ' επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης του επιδίκασε το ανωτέρω ποσό που αντιστοιχεί σε 6.518,80 Ευρώ, νομιμοτόκως κατά τα οριζόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση του, παραβίασε τις διατάξεις της από 16.5.1995 ΕΣΣΕ και εκείνη του άρθρου 298 ΑΚ.
Επομένως ο δεύτερος εκ του άρθρου 559, αρ. 1, Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η άνω πλημμέλεια και ο οποίος παραπέμφθηκε κατά τ' ανωτέρω στην Ολομέλεια, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το πληττόμενο δι' αυτού κεφάλαιο της, ήτοι κατά το μέρος, που επεδίκασε στον αναιρεσίβλητο το παραπάνω ποσά. Αναιρουμένης δε της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παραδοχή του άνω λόγου αναίρεσης, είναι μάταιη η αναπομπή της υπόθεσης στο άνω Τμήμα προς εξέταση του μη ερευνηθέντος πρώτου εκ του άρθρου 559, αρ. 1, Κ.Πολ.Δ. λόγου αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται ως προς το ίδιο κεφάλαιο της η εν λόγω απόφαση.
Επομένως, μετά την εν μέρει αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο δύναται να συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580, παρ. 3, Κ.Πολ.Δ.).
Α . Π. 174/2007 ( Τμ . Β 1)
Προεδρεύων : ΣΤ . ΓΑΒΡΑΣ , Αντιπρόεδρος
Εισηγήτρια : ΕΙΡ . ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ , Αρεοπαγίτης
2. ΕΠΕΙΔΗ , κατά την έννοια του άρθρου 559, αριθ. 19, Κ . Πολ . Δ ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς.
Στην προκείμενη περίπτωση , το Εφετείο , όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του , δέχτηκε , κατά την ανέλεγκτη αναιρετικός περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561, παρ . 1, Κ . Πολ. Δ .), ότι αποδείχθηκαν , εκτός άλλων , και τα ακόλουθα πραγ ματικά περιστατικά , που ενδιαφέρουν εδώ : Με σύμβαση εξαρτη μένης εργασίας ο αναιρεσείων προσλήφθηκε , στις 5.8.1996, από την Α . Ε . «Ν» ( η οποία , στη συνέχεια , απορροφήθηκε , κατόπιν συγ χωνεύσεως , από την αναιρεσίβλητη εταιρεία ), που διατηρεί αλυσίδα καταστημάτων ( Σ . Μ .) σε όλη την Ελλάδα και απασχολεί μεγάλο αριθμό υπαλλήλων , προκειμένου να εργαστεί στο κατάστημα της Κέρκυρας . Η σύμβαση ήταν , αρχικά , δίμηνης διάρκειας , που μετά από διαδοχικές ανανεώσεις , μετατράπηκε , σης 5.12.1996, σε αό ριστου χρόνου . Στον αναιρεσείοντα ανατέθηκαν αρχικά , καθήκο ντα πωλητή , αλλά , με την πάροδο του χρόνου , λόγω των ιδιαίτε ρων ικανοτήτων που επέδειξε , εξελίχθηκε σε διευθυντή του πιο πάνω καταστήματος ( δυναμικότητας 44 υπαλλήλων ), με καθαρές μηνιαίες αποδοχές που διαμορφώθηκαν , κατ' έτος , στα ποσά των δραχμών 175.000 για το 1998, 250.000 για το 1999, 265.000 για το 2000, 310.000 για το 2001 και 335.000 για το 2002, οπότε και αποχώρησε από την επιχείρηση της αναιρεσίβλητης με δική του πρω τοβουλία . Το ύψος των αποδοχών του αναιρεσείοντος ήταν μεγα λύτερο σε σχέση με αυτές των λοιπών υπαλλήλων σε ποσοστό 30% περίπου . Στα πλαίσια δε των καθηκόντων του είχε αναλάβει τη διαχείριση και συντονισμό της εργασίας του υποκαταστήματος όπου εργαζόταν .
Ειδικότερα , κατεύθυνε την εργασία των άλλων υπαλλήλων , με ριμνούσε για την τήρηση του ωραρίου εργασίας από μέρους των ( αντίθετα , το δικό του ωράριο ήταν ελαστικό και δεν ελεγχόταν στην τήρηση του από κανέναν ), εισηγείτο στους ανωτέρους του για την πρόσληψη ή μετακίνηση προσωπικού , διατηρούσε στο χώρο της επιχείρησης χωριστό γραφείο , στο οποίο διεκπεραίωνε τα ζητή ματα που ανέκυπταν για την εύρυθμη λειτουργία του υποκαταστήματος , κρατούσε τα κλειδιά του χρηματοκιβωτίου και υποκαταστή ματος , ήταν αγορανομικά υπεύθυνος για την τήρηση των διατάξε ων της εργατικής νομοθεσίας του υποκαταστήματος που διεύθυνε , φρόντιζε για τις προμήθειες και παραλαβές των προϊόντων , αλλά και την προβολή ορισμένων απ' αυτά , κατά την κρίση του , συναλ λασσόμενος με προμηθευτές , μέσα στα όρια , βέβαια , που έθετε ο γενικός επιχειρησιακός σχεδιασμός της αναιρεσίβλητης .
Σε κάθε περίπτωση , όμως , δεν είχε αποφασιστικές αρμο διότητες στα οικονομικά θέματα της επιχείρησης ( διαχείριση χρημάτων , σύναψη δανείων κ . λ . π .). Δεν κατείχε , συνεπώς , θέση εποπτείας ή διευθύνσεως της επιχείρησης της αναιρεσί βλητης , αλλά ήταν ένα διευθυντικό στέλεχος μέσης κατηγορίας με διευθυντικές βέβαια αρμοδιότητες που περιορίζονταν όμως οε ένα υποκατάστημα της αναιρεσίβλητης , χωρίς ευρύ τερες αρμοδιότητες σε ολόκληρη την επιχείρηση ή σε σημα ντικό τμήμα της , ώστε να επηρεάζει αποφασιστικά τις δρα στηριότητες , την πορεία και την εξέλιξη της επιχείρησης , ούτε οι αποδοχές του υπερέβαιναν κατά πολύ τα νόμιμα ελάχι στα όρια και τις καταβαλλόμενες στους λοιπούς υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης αποδοχές , αφού , κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας , οι προαναφερόμενες αποδοχές του αναιρεσεί οντος αποτελούν αποδοχές υπαλλήλου μέσης στάθμης , με κάποια προϋπηρεσία και όχι διευθυντικού στελέχους μεγάλης επιχειρήσεως όπως ή αναιρεσίβλητη .
Στη συνέχεια, όμως δεν αποδείχθηκε ο χρόνος υπερεργασίας και υπερωρίας, που ισχυρίζεται, ότι πραγματοποίησε ο αναιρεσείων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (1998-2002). Και τούτο γιατί, όπως προαναφέρθηκε, ο τελευταίος δεν είχε υποχρέωση τήρησης ωραρίου εργασίας, αλλά το καθόριζε μόνος του, με κριτήριο της επιχειρησιακές ανάγκες του υποκαταστήματος, που διεύθυνε.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχτηκε περαιτέρω, ότι ο αναιρεσείων δεν δικαιούται τα αιτούμενα με την ένδικη αγωγή χρηματικά ποσά για διαφορές αποδοχών (υπερεργασία, υπερωρίες κ.λ.π.) και ακολούθως, κατ' εφαρμογή του άρθρου 534 Κ . Πολ . Δ ., αφού προέβη σε αντικατάσταση των σχετικών αιτιολογιών της πρωτόδικης αποφάσεως, απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της τελευταίας, με την οποία η ένδικη αγωγή του ίδιου είχε απορριφθεί, ως έχουσα ασκηθεί κατά κατάχρηση δικαιώματος ( άρθρο 281 Α . Κ .).
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς, δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, αφού, κατά τα προεκτεθέμενα, οι αιτιολογίες που έχει διαλάβει στην απόφαση του αυτήν αναφορικά με τα χρονικά όρια εργασίας του αναιρεσείοντος και τη μη απόδειξη πραγματοποιήσεως υπερεργασίας και υπερωριών εκ μέρους ίδιου (αναιρεσείοντος), είναι επαρκείς και σαφείς και δεν εμφανίζουν οποιαδήποτε αντιφατικότητα. Οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των σχετικών ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν.
Ειδικότερα, κρίνεται επαρκής η αιτιολογία, κατά την οποία «δεν αποδείχθηκε σ χρόνος υπερεργασίας και υπερωρίας που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησε ο ενάγων ( αναιρεσείων ) κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (1998-2002) » , χωρίς να χρειάζεται να αναφερθεί και το επί πόσες ώρες απασχολούνταν αυτός ημερησίως και εβδομαδιαίως, αφού υπονοείται ότι οι ώρες αυτές δεν υπερέβαιναν τα νόμιμα χρονικά όρια. Δεν υφίσταται δε οποιαδήποτε αντίφαση από το ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται δεκτό ότι ο αναιρεσείων «δεν είχε υποχρέωση τήρησης ωραρίου εργασίας , αλλά το καθόριζε μόνος του , με κριτήριο τις επιχειρη σιακές ανάγκες του υποκαταστήματος που διηύθυνε» , αφού η παραδοχή αυτή, σε συνδυασμό με όσα λοιπά πιο πάνω αναφέρονται ως δεκτά γενόμενα, έχει την έννοια του εκ μέρους του αναιρεσείοντος καθορισμού του ωραρίου του κατά το δοκούν, αλλά μέσα στα νόμιμα χρονικά όρια εργασίας.
Επομένως, ο δεύτερος (και τελευταίος) λόγος αναιρέσεως κατά το από το άρθρο 559, αριθ. 19, Κ . Πολ . Δ . μέρος τους, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών επί των ζητημάτων που αναφέρονται πιο πάνω, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος (δεύτερος) λόγος αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο προβάλλονται, όπως εκτιμάται, αιτιάσεις που αναφέρονται στην εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί οι αιτιάσεις αυτές ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου ( άρθρο 561, παρ. 1, Κ . Πολ. Δ.)