`Αρειος Πάγος
Αριθ.απόφασης: 15/2008
Δικαστής: Αναστάσιος- Φιλητάς Περίδης, Αντιπρόεδρος
Αρεοπαγίτες: Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής,
Ειρ. Αθανασίου, Αλέξ. Νικάκης και Βαρ. Κριτσωτάκη
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 Α.Κ. προκύπτει ότι η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου και όταν η διάρκειά της δεν ορίσθηκε ρητά, πλην όμως από το είδος και το σκοπό της συνάγεται ότι αφορά την εκτέλεση ορισμένου μόνο έργου. Στην περίπτωση αυτή η εργασιακή σύμβαση διαρκεί μέχρι της αποπερατώσεως του έργου, η επέλευση της οποίας συνεπάγεται την αυτοδίκαιη λύση της συμβάσεως, χωρίς οποιαδήποτε σχετική δήλωση βουλήσεως του άλλου από τα συμβαλλόμενα μέρη, δηλαδή χωρίς καταγγελία και καταβολή της αποζημιώσεως, που απαιτούνται για τη λύση της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας. Περίπτωση εργασιών ανακαίνισης ελαιοχρωματιστή.
[...] Επειδή, από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ΄ αριθ. ....... έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου στο Πρωτοδικείο Ρόδου δικαστικού επιμελητή ....... προκύπτει ότι με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη κυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως μαζί με την οικεία πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση αυτής κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Επομένως, εφόσον η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε κατ΄ αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, πρέπει, κατά το άρθρο 576, παρ. 2, ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία αυτής.
Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559, αριθ. 11, Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβιάζει την υποχρέωσή του να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για την απόδειξη νόμιμα προταθέντος ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559, αριθ. 11, Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το αποδεικτικό μέσο της ομολογίας της αναιρεσίβλητης περί του ότι η συναφθείσα στις 02/08/1999 μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ήταν αορίστου χρόνου, η οποία περιεχόταν στις έγγραφες προτάσεις της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, καθώς και στο δικόγραφο της από 20/02/2003 εφέσεώς της κατά της πρωτόδικης αποφάσεως και την οποία είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει ενώπιον αυτού τα οικεία διαδικαστικά έγγραφα ο αναιρεσείων. Όμως από την επισκόπηση των εγγράφων αυτών (άρθρ. 561, παρ. 2, Κ.Πολ.Δ.) συνάγεται ότι η αναιρεσίβλητη δεν ομολόγησε το επικαλούμενο ως άνω πραγματικό γεγονός (άρθρο 352, παρ. 1, Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επίσης, με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559, αριθ. 11, Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη του έγγραφα και μάλιστα α) τη φωτογραφία-διαφημιστικό της αναιρεσίβλητης, στην οποία περιέχεται η φωτογραφία του αναιρεσείοντος με το όνομά του μεταξύ των μελών του τριμελούς συνεργείου συντηρήσεως του αναφερόμενου ξενοδοχείου αυτής και β) τις υπ΄ αριθ. ......, ......., ......., ........, ......., ........., ........, ........, .......... εντολές της αναιρεσίβλητης, στις οποίες αναφέρονται η αιτία εκδόσεως και οι ανατεθείσες στον αναιρεσείοντα εργασίες για τη συντήρηση του εν λόγω ξενοδοχείου αυτής, καθώς και την κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης ..........., που είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει ο αναιρεσείων. Από την περιεχόμενη όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης, που εξετάσθηκε ενόρκως ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (ο αναιρεσείων δεν πρότεινε προς εξέταση μάρτυρες), τις διασαφήσεις, που έδωσε ο τελευταίος ενώπιον του αυτού Δικαστηρίου, όλα ανεξαιρέτως τα εκατέρωθεν επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα και τους ισχυρισμούς των διαδίκων, που περιέχονται στις προτάσεις τους, σε συνδυασμό με τις αιτιολογίες της αποφάσεως - στις οποίες γίνεται σαφής μνεία της συνδέουσας τους διαδίκους σχέσεως, που ήταν εκείνη της εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και αφορούσε την εργασία του αναιρεσείοντος ως ελαιοχρωματιστή - τεχνίτη οικοδομών στα πλαίσια της εκτελέσεως του έργου της ανακαινίσεως, επισκευής και εκσυγχρονισμού του ως άνω ξενοδοχείου της αναιρεσίβλητης, το οποίο έργο αποπερατώθηκε στις 20/11/2000, οπότε και έληξε αυτοδικαίως η διάρκεια της ισχύος της εν λόγω συμβάσεως - συνάγεται αναμφίβολα ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα και, συγκεκριμένα, τα αναφερόμενα ως άνω έγγραφα και την κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 Α.Κ. προκύπτει ότι η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου και όταν η διάρκειά της δεν ορίσθηκε ρητά, πλην όμως από το είδος και το σκοπό της συνάγεται ότι αφορά την εκτέλεση ορισμένου μόνο έργου. Στην περίπτωση αυτή η εργασιακή σύμβαση διαρκεί μέχρι της αποπερατώσεως του έργου, η επέλευση της οποίας συνεπάγεται την αυτοδίκαιη λύση της συμβάσεως, χωρίς οποιαδήποτε σχετική δήλωση βουλήσεως του άλλου από τα συμβαλλόμενα μέρη, δηλαδή χωρίς καταγγελία και καταβολή της αποζημιώσεως, που απαιτούνται για τη λύση της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας. Το δικαστήριο χαρακτηρίζει αυτεπαγγέλτως την καταρτισθείσα σύμβαση με βάση το περιεχόμενό της, που έγινε δεκτό ανέλεγκτα και υπάγει αυτό στην έννοια μιας ρυθμισμένης συμβάσεως, χωρίς να ασκεί οποιαδήποτε επιρροή ο χαρακτηρισμός, τον οποίο έδωσαν σ΄ αυτή τα συμβαλλόμενα μέρη. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του χαρακτήρα της συμβάσεως, την οποία κατάρτισαν οι ενδιαφερόμενοι, ως αναγόμενη στην υπαγωγή του περιεχομένου της συμβάσεως, που έγινε ως άνω δεκτό, στον ουσιαστικό κανόνα δικαίου, ο οποίος ορίζει την έννοια και το περιεχόμενο επώνυμης συμβάσεως, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Για να είναι δε εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη υπαγωγής της καταρτισθείσας συμβάσεως στην έννοια μιας ρυθμισμένης συμβάσεως πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια και πληρότητα το αποδειχθέν περιεχόμενο της εν λόγω συμβάσεως, με βάση το οποίο υπάγεται αυτή στην έννοια μιας επώνυμης συμβάσεως ή αποκλείεται η υπαγωγή της στην έννοια της συμβάσεως, στη οποία την υπάγουν οι συμβληθέντες διάδικοι. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Ο αναιρεσείων στις 02/08/1999 προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως ελαιοχρωματιστής - τεχνίτης οικοδομών, στα πλαίσια της εκτελέσεως του έργου ανακαινίσεως, επισκευής και εκσυγχρονισμού γενικά, που διενήργησε η τελευταία στη ξενοδοχειακή της μονάδα με το διακριτικό τίτλο "........", την οποία διατηρεί στο ........ του Δήμου........., αντί συμφωνηθέντος ημερομισθίου 11.000 δρχ. Ο αναιρεσείων προσέφερε έκτοτε σ΄ αυτή τις υπηρεσίες του, εργαζόμενος κάθε εβδομάδα από τη Δευτέρα μέχρι την Παρασκευή από την ώρα 07.00 έως τη 14.30 και το Σάββατο από την ώρα 07.30 έως τη 13.30, μέχρι τις 20/11/2000, οπότε ολοκληρώθηκε η εκτέλεση του ως άνω έργου και με την αποπεράτωση αυτού έληξε αυτοδικαίως η προαναφερόμενη σύμβαση. Η αναιρεσίβλητη ασφάλισε το συνεργείο, που απασχόλησε κατά τις εργασίες της ανακαινίσεως, επισκευής και εκσυγχρονισμού γενικά του εν λόγω ξενοδοχείου της και στο οποίο ανήκε και ο αναιρεσείων, στο ΙΚΑ στην ειδική κατηγορία των οικοδομικών έργων και προς τούτο άνοιξε ειδική μερίδα "Μητρώο Ασφάλισης Οικοδομικών και Τεχνικών Εργων", που τήρησε ειδικά συνεπεία της εκτελέσεως του ανωτέρω έργου. Αντίθετα, αν ο αναιρεσείων είχε προσληφθεί από την αντίδικό του ως συντηρητής - οικοδόμος, μέλος του μονίμου συνεργείου συντηρήσεως του ως άνω ξενοδοχείου της, τότε θα είχε ασφαλισθεί αυτός με επικουρική ασφάλιση στο ΤΑΞΥ, όπως ακριβώς είχε συμβεί με το μόνιμο προσωπικό του συνεργείου αυτού. Ακολούθως, δέχθηκε το Εφετείο ότι η αναιρεσίβλητη στις 08/11/2000 πρότεινε στον αναιρεσείοντα, αν επιθυμούσε, να προβούν μετά την αποπεράτωση του ως άνω έργου στην κατάρτιση νέας συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας με αντικείμενο πλέον την απασχόληση αυτού στο μόνιμο συνεργείο συντηρήσεως του ξενοδοχείου της, εργαζόμενος με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, αντί των προβλεπομένων από το νόμο μηνιαίων αποδοχών και ασφαλιζόμενος έκτοτε με επικουρική ασφάλιση στο ΤΑΞΥ, στο οποίο ήταν ασφαλισμένο και το υπόλοιπο προσωπικό του εν λόγω συνεργείου. Ο αναιρεσείων όμως δεν αποδέχθηκε την πρόταση αυτή της αντιδίκου του, με αποτέλεσμα να μη καταρτισθεί η σχετική σύμβαση. Κατόπιν αυτών το Εφετείο απέρριψε την ένδικη από 05/02/2001 αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά το αίτημά της περί καταβολής αποδοχών υπερημερίας, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει πλήρεις αιτιολογίες, καθόσον για την απόρριψη της αγωγής, κατά το ως άνω αίτημά της, αρκεί η παράθεση του περιεχομένου της συμβάσεως των διαδίκων και η κατ΄ εκτίμηση αυτού κρίση του Εφετείου ότι πρόκειται περί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου και όχι αορίστου χρόνου. Έτσι, το Εφετείο με βάση τις ανωτέρω παραδοχές και κρίνοντας κατά τον άνω μνημονευόμενο τρόπο διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο των προαναφερομένων διατάξεων, που εφάρμοσε, αφού το αποδεικτικό πόρισμα είναι πλήρες και σαφές στο κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της καταρτίσεως μεταξύ του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης εργοδότριας συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559, αριθ. 19, Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Αντίθετα ο τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559, αριθ. 1α, Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού, όπως προκύπτει με σαφήνεια από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν δέχθηκε την ύπαρξη, άμεσα ή έμμεσα, κενού ή ασάφειας στη δήλωση βουλήσεως των διαδίκων κατά την κατάρτιση μεταξύ αυτών της εν λόγω συμβάσεως και συνεπώς, δεν υπήρχε ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. Επειδή, κατά το άρθρο 559, αριθ. 1β, Κ.Πολ.Δ., η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ΄ αυτούς. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η εν λόγω παράβαση ελέγχεται μόνο αν τα διδάγματα της κοινής πείρας αφορούν την ερμηνεία ή την εφαρμογή κανόνων δικαίου, ήτοι την εξειδίκευση αορίστων νομικών εννοιών ή την υπαγωγή σ΄ αυτούς πραγματικών γεγονότων και όχι και όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτίμηση αποδείξεων ή ερμηνεία δικαιοπραξίας, ούτε για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559, αριθ. 1β, Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, κατά την κρίση του ότι η συναφθείσα μεταξύ των διαδίκων ως άνω σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, παραβίασε το δίδαγμα της κοινής πείρας, κατά το οποίο στο έργο, το οποίο δεν εκτελείται με την επιμέλεια του εργοδότη, αλλά έχει ανατεθεί σε τρίτο εργολάβο, τότε η πρόσληψη του προσωπικού δεν γίνεται ποτέ από τον εργοδότη, που έχει μόνο την υποχρέωση καταβολής στον εργολάβο της συμφωνημένης αμοιβής, αλλά αποκλειστικά από τον εργολάβο, ο οποίος έχει την ευθύνη της εκτελέσεως του έργου, ενώ στην περίπτωση του αναιρεσείοντος η πρόσληψη αυτού έγινε από την εργοδότρια αναιρεσίβλητη και, συνεπώς, η επίδικη σύμβαση εργασίας, αορίστου ή ορισμένου χρόνου, δεν έχει καμιά εξάρτηση από το χρόνο της εκτελέσεως του ως άνω έργου αλλά έληγε τουλάχιστον στις 15/03/2004, οπότε έπαυε η ισχύς της άδειας εργασίας αυτού, ως αλλοδαπού, στην Ελλάδα. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι το επικαλούμενο εν λόγω δίδαγμα χρησιμεύει για την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των επικληθέντων και προσκομισθέντων ως άνω αποδεικτικών μέσων.
`Αρειος Πάγος
Αριθ.απόφασης: 93/2008
Δικαστής: Σπυρίδωνας Κολυβάς, Αντιπρόεδρος
Αρεοπαγίτες: Ηλίας Γιαννακάκης, Χρήστος Αλεξόπουλος,
Σπυρίδωνας Ζιάκας, Γεωργία Λαλούση
Από τα άρθρα 427, 431, 349 και 321 ΑΚ προκύπτει ότι για να είναι έγκυρη η δημόσια κατάθεση της οφειλόμενης χρηματικής παροχής, λόγω υπερημερίας του δανειστή, και να επιφέρει έτσι την απόσβεση της ενοχής, απαιτείται η προσφορά αυτής στο δανειστή να είναι όχι μόνο πραγματική, αλλά και προσήκουσα, δηλαδή να είναι κατά ποσότητα η οφειλόμενη και να προσφερθεί στον κατάλληλο χρόνο και τόπο. Η αποζημίωση του απολυθέντος μισθωτού νόμιμα προσφέρθηκε σ΄ αυτόν στον τόπο της εργασίας του και συνεπώς, εφόσον αυτός αρνήθηκε να την εισπράξει, περιήλθε σε υπερημερία.
[...] Σύμφωνα με τα άρθρα 320-322 ΑΚ, ο τόπος εκπληρώσεως της παροχής αποτελεί στοιχείο που προσδιορίζεται συνήθως από τη δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων. Σε περίπτωση ελλείψεως συμβατικής ρυθμίσεως ο τόπος εκπληρώσεως της παροχής προσδιορίζεται σύμφωνα με τις ενδοτικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 320-322 ΑΚ. Έτσι, αν πρόκειται για χρηματική παροχή από σύμβαση, ο τόπος εκπληρώσεως της επίδικης υποχρέωσης του οφειλέτη, αν δεν προκύπτει από τη σύμβαση ρητά ή σιωπηρά ή από τις περιστάσεις και ιδίως από τη φύση της ενοχικής σχέσης, είναι κατ΄ εφαρμογή του ερμηνευτικού κανόνα του άρθρου 321 ΑΚ, εκείνος που έχει την κατοικία του ο δανειστής κατά τον χρόνο καταβολής ή την επαγγελματική του εγκατάσταση, αν η απαίτηση προέρχεται από την άσκηση του επαγγέλματος του δανειστή. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 427, 431, 349 και 321 ΑΚ, προκύπτει ότι για να είναι έγκυρη η δημόσια κατάθεση της οφειλόμενης χρηματικής παροχής, λόγω υπερημερίας του δανειστή και να επιφέρει έτσι την απόσβεση της ενοχής, απαιτείται η προσφορά αυτής στο δανειστή να είναι όχι μόνο πραγματική, αλλά και προσήκουσα, δηλαδή να είναι κατά ποσότητα η οφειλόμενη και να προσφερθεί στον κατάλληλο χρόνο και τόπο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559, αρ. 1, ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων παραπονείται ότι παραβιάστηκαν οι ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα ισχυρίζεται ότι η προσφορά της αποζημίωσης για την απόλυσή του δεν ήταν η προσήκουσα, διότι δεν έγινε στον τόπο της κατοικίας του και εντεύθεν ότι δεν είχε περιέλθει σε υπερημερία, ώστε να έχουν δικαίωμα δημόσιας παρακατάθεσης οι αναιρεσίβλητοι. Το Εφετείο σχετικά με το ανωτέρω κρίσιμο ζήτημα δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίζεται, προφορικώς την 8/8/1996, μεταξύ της πρώτης εναγομένης ομόρρυθμης εμπορικής εταιρείας ....., νομίμως εκπροσωπουμένης, με έδρα το ..... και του ενάγοντος, ο δεύτερος παρέχει την εργασία του, ως υπάλληλος - πωλητής, στην πρώτη, στο κατάστημά της, στην ...... . Ομόρρυθμα μέλη και νόμιμοι εκπρόσωποι (ενεργούντες από κοινού και ξεχωριστά ο καθένας) είναι οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι Ψ1 και Ψ2 αμφότεροι κάτοικοι ....... Η έδρα και ο τόπος κατοικίας των εναγομένων αναγράφονται στο δικόγραφο της αγωγής. Ο "συμφωνημένος" και "νόμιμος" μηνιαίος μισθός του ενάγοντος, επίσης και "τακτικές αποδοχές" του, υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως, είναι, όπως και ο ενάγων υπολογίζει, 293.961 δραχμές. Την 10/10/1998, ο νόμιμος εκπρόσωπος της (εργοδότιδος) πρώτης εναγομένης εγχειρίζει στον ενάγοντα έγγραφο, υπό την αυτή ημερομηνία (10/10/1998), με το οποίο καταγγέλει την επίμαχη εργασιακή σύμβαση, συγχρόνως του προσφέρει τη νόμιμη αποζημίωση 681.793 δραχμών (293.961 δραχμές μηνιαίως χ 2 μήνες = 587.922 δραχμές + 1/6 ή 93.871 δραχμές η προσαύξηση), ο ενάγων, όμως, αρνείται την είσπραξή της και "δηλώνει" στο νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης εναγομένης πως "θα συμβουλευτεί προηγουμένως το δικηγόρο του" (βλ. και προτάσεις του ενάγοντος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο). Το έγγραφο αυτό της καταγγελίας περιέχει τα στοιχεία της επωνυμίας της πρώτης εναγομένης, τα στοιχεία ταυτότητος του ενάγοντος προς τον οποίο απευθύνεται και τη σαφή δήλωση της πρώτης εναγομένης περί καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως, στο τέλος του κειμένου δε, κάτω από την ένδειξη Ο ΕΡΓΟΔΟΤΗΣ, φέρει τη σφραγίδα της επωνυμίας της πρώτης εναγομένης και την ιδιόχειρη υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της Ψ1"Το Εφετείο στη συνέχεια δέχεται ότι η προσφορά αυτή της αποζημίωσης στον τόπο παροχής της εργασίας ήταν η προσήκουσα και ότι περιήλθε ο ενάγων σε υπερημερία και γι΄ αυτό δέχεται ότι νόμιμα προέβη σε δημόσια κατάθεση της αποζημίωσης η πρώτη εναγομένη. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, διότι σύμφωνα με τη σύμβαση εργασίας που συνέδεε τον ενάγοντα - αναιρεσείοντα ο μισθός του και γενικά όλες οι αξιώσεις του που θεμελιώνονταν σ΄ αυτή καταβάλλονταν στον τόπο εργασίας του, στο κατάστημα της εναγομένης. Επομένως, και η αποζημίωση που δικαιούνταν από την απόλυση νόμιμα προσφέρθηκε σ΄ αυτόν στον τόπο της εργασίας του, και συνεπώς εφόσον αυτός αρνήθηκε να την εισπράξει περιήλθε σε υπερημερία. Επομένως, ο λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά το άρθρο 5, παρ. 3, εδ. α΄ του Ν. 3198/1955, η καταγγελία της αορίστου χρόνου εργασιακής συμβάσεως, που πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού και των άρθρων 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και 669 ΑΚ, θεωρείται έγκυρη εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Ως χρόνος καταβολής της αποζημιώσεως ορίζεται κατ΄ αρχήν, με τη ρητή διάταξη του άρθρου 2, παρ. 1, εδ. α΄ του ίδιου νόμου 3198/1955, η ημέρα της λύσεως της συμβάσεως, εκτός αν η αποζημίωση υπερβαίνει τις αποδοχές έξι μηνών, οπότε ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στον απολυόμενο μισθωτό το μέχρι των αποδοχών έξι μηνών μέρος της αποζημιώσεως, το δε υπόλοιπο σε τριμηνιαίες δόσεις, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο εδ β΄ της άνω παρ. 1 του άρθρου 2 του Ν. 3198/1955. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται σαφώς ότι εάν δεν καταβληθεί η αποζημίωση ή το μέχρι των αποδοχών έξι μηνών μέρος της, κατά περίπτωση, την ίδια ημέρα με την επίδοση της έγγραφης καταγγελίας στον απολυόμενο μισθωτό, η καταγγελία είναι άκυρη, η δε ακυρότητα δεν θεραπεύεται από τη μεταγενέστερη καταβολή της αποζημίωσης. Η ερμηνευτική αυτή εκδοχή, η οποία είναι σύμφωνη με τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία δεν χωρεί εκ των υστέρων ίαση της άκυρης δικαιοπραξίας, που θεωρείται εξυπακουόμενη από το άρθρο 183 ΑΚ, ενισχύεται και από την επιβαλλόμενη, με το εδ. β΄ της παρ. 3 του ως άνω άρθρου 5 του Ν. 3198/1955 κύρωση της (επιγενόμενης) ακυρότητας της καταγγελίας σε περίπτωση καθυστερήσεως μιας από τις οφειλόμενες τριμηνιαίες δόσεις αποζημιώσεως, που υπερβαίνει τις αποδοχές έξι μηνών. Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ακόμη ότι η καταβολή της αποζημιώσεως πρέπει να είναι πραγματική και δεν αρκεί η απλή προσφορά αυτής, σε περίπτωση όμως αρνήσεως του μισθωτού να την εισπράξει, οφείλει ο εργοδότης να προβεί στη δημόσια κατάθεσή της μέσα σε εύλογο χρόνο από την ατελεσφόρητη προσφορά, ώστε να αποτρέψει τη ακυρότητα. Ο προσδιορισμός του εύλογου χρόνου στην προαναφερόμενη περίπτωση είναι συνάρτηση των κρατούντων συναλλακτικών ηθών (ο ελάχιστος κατά κανόνα για τη συντέλεση των απαιτούμενων διατυπώσεων) και των συντρεχόντων σε κάθε περίπτωση περιστατικών, όπως συμπεριφορά του εργαζομένου, η οποία να δικαιολογεί την κατάθεση ή τυχόν απεργία των υπαλλήλων του ΤΠ και Δ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση, μετά την παραδοχή των ανωτέρω εκτιθέμενων περιστατικών σχετικά με το ζήτημα της προσφοράς της νόμιμης αποζημίωσης, για το κρίσιμο ζήτημα της καταβολής δέχεται τα ακόλουθα: "Στο χρονικό διάστημα 11/10/1998 - 29/10/1998, ο ενάγων δεν εισπράττει την αποζημίωση καταγγελίας, ενώ, την 13/10/1998, "προσφεύγει" στην Επιθεώρηση Εργασίας........... Στο σχετικό "δελτίο εργατικής διαφοράς", που συντάσσεται (....- αριθμός πρωτοκόλλου ....), αναφέρονται ημερομηνίες προσδιορισμού συζητήσεως της "εργατικής διαφοράς", αρχικώς η 21/10/1998 και μετ΄ αναβολή η 23/10/1998, καθώς και η διεύθυνση της πρώτης εναγομένης (μόνο) ..... ακόμη, αναφέρονται "β΄ πρόσκληση" και "μη προσέλευση" της πρώτης εναγομένης "και τις δύο ημερομηνίες συζητήσεως της εργατικής διαφοράς". Την 29/10/1998, η πρώτη εναγομένη καταθέτει δημοσίως το ποσό της αποζημιώσεως 681.793 δραχμών (βλ. ..... γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης του ΤΠΔ-Κεντρική Υπηρεσία Αθηνών). Την 3/12/1998, το πρώτον ο ενάγων προσέρχεται στο κατάστημα της πρώτης εναγομένης, στο ....... , παραλαμβάνει από υπάλληλο του καταστήματος το σχετικό γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης και αυθημερόν (3/12/1998) εισπράττει το ποσό της αποζημιώσεως. Από τα πραγματικά περιστατικά (τις ιδιαίτερες συνθήκες της προκειμένης περιπτώσεως), που αποδεικνύονται, κρίνεται ότι με την κατά 19 ημέρες καθυστέρηση της δημόσιας καταθέσεως του ποσού της αποζημιώσεως δεν διασπάσθηκε η ενότητα ενεργείας της καταγγελίας της επίμαχης εργασιακής συμβάσεως, δηλαδή ο χρόνος αυτός των 19 ημερών, που μεσολάβησε από την 10/10/1998 μέχρι τη δημόσια κατάθεση της αποζημιώσεως, κρίνεται εύλογος, υπό την εκτεθείσα στη δεύτερη μείζονα σκέψη έννοια, ώστε η καταγγελία, την 10/10/1998, της συμβάσεως εργασίας να είναι έγκυρη και να μην οφείλονται αποδοχές υπερημερίας". Μετά τις ανωτέρω παραδοχές, το εφετείο έκρινε ότι η αγωγή του αναιρεσείοντος κατά το αίτημα για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας είναι απορριπτέα. Με αυτά που δέχθηκε το εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου θεωρώντας έγκυρη την δημόσια κατάθεση της αποζημίωσης, ενόψει των ιδιαίτερων συνθηκών κατά το χρόνο της καταγγελίας μεταξύ των διαδίκων μερών (πραγματική και προσήκουσα προσφορά της αποζημίωσης κατά την ημέρα της απόλυσης, άρνηση του ενάγοντος να την εισπράξει και ακολούθως διαπραγμάτευση με τη μεσολάβηση της Επιθεώρησης Εργασίας για τις εν γένει αξιώσεις, είσπραξη αυτής από τον ενάγοντα μετά το πέρας των διαπραγματεύσεων), έτσι ώστε δεν διασπάται η ενότητα ενέργειας της καταγγελίας. Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, επομένως, με τον οποίο προσάπτεται η αιτίαση από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι η καταγγελία της εργασιακής σχέσης είναι άκυρη, επειδή η καταβολή της αποζημίωσης δεν έγινε την ίδια ημέρα με την εγχείριση του εγγράφου της καταγγελίας, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, γενικά για την καταγγελία, αλλά και αυτές, σύμφωνα με τις οποίες δικαιολογείται η κατά δεκαεννέα ημέρες καθυστέρηση δημόσιας κατάθεσης της αποζημίωσης (ιδιαίτερες συνθήκες της προκείμενης περιπτώσεως), περιέχουν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες. Επομένως, ο τρίτος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλομένη για έλλειψη νόμιμης βάσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του.
`Αρειος Πάγος
Αριθ.απόφασης: 196/2008
Δικαστής: Αναστάσιος - Φιλητάς Περίδης, Αντιπρόεδρος
Αρεοπαγίτες: Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής,
Ειρ. Αθανασίου, Αλέξ. Νικάκης και Βαρ. Κριτσωτάκη
Η άποψη ότι η σύμβαση εργασίας του αλλοδαπού είναι υποχρεωτικά βάσει του νόμου ορισμένης διάρκειας, τουτέστιν όσο διαρκεί η άδεια εργασίας δεν βρίσκει έρεισμα στις διατάξεις του νόμου, αφού η χορηγούμενη άδεια εργασίας και παραμονής έχει αποσυνδεθεί από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με συγκεκριμένο εργοδότη, δοθέντος ότι ο αλλοδαπός κατά τη διάρκεια που ισχύει η άδεια εργασίας του μπορεί να απασχοληθεί σε άλλο εργοδότη, αφού λυθεί η σύμβαση εργασίας με τον προηγούμενο. H αρχική άκυρη σύμβαση εργασίας του, λόγω μη κατοχής βιβλιαρίου υγείας, επικυρώνεται με την μεταγενέστερη απόκτησή του και την λειτουργία έκτοτε της συμβάσεως από την αρχή. Καταχρηστική καταγγελία από εργοδότη σύμβασης εργασίας αλλοδαπού λόγω δήθεν τέλεσης αξιόποινης πράξης δεν απαλλάσσει τον εργοδότη από τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από τις διατάξεις του άρθρου 5, παρ. 1, N. 2112/1920, 6, παρ. 2, B.Δ. 16/18-7-1920 και 7, N. 3198/1955.
[...] Κατά τις διατάξεις του άρθρου 19, παρ. 1, 7, 8, του Ν. 2910/2001 "επιτρέπεται η είσοδος αλλοδαπού στην Ελλάδα για απασχόληση με σχέση εξαρτημένης εργασίας σε συγκεκριμένο εργοδότη και για συγκεκριμένο είδος απασχόλησης, αν του χορηγηθεί άδεια εργασίας από το νομάρχη. Η άδεια εργασίας χορηγείται για περίοδο μέχρι ενός έτους και μπορεί να ανανεώνεται κάθε φορά για χρονικό διάστημα μέχρι ενός έτους. Απαραίτητη προϋπόθεση για την ανανέωση είναι η ύπαρξη σύμβασης εργασίας και η εκπλήρωση των φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων εκ μέρους του αλλοδαπού". Κατά τις διατάξεις του άρθρου 21, παρ. 1 και 22, παρ. 1 και 3 του ίδιου νόμου "στον αλλοδαπό που έχει λάβει θεώρηση εισόδου για παροχή εξαρτημένης εργασίας στην Ελλάδα χορηγείται άδεια παραμονής, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: α) έχει άδεια εργασίας, β) έχει συνάψει σύμβαση εργασίας και γ) είναι υγιής και ασφαλισμένος για την κάλυψη εξόδων νοσηλείας, κ.λπ. Η άδεια παραμονής για την παροχή εξαρτημένης εργασίας χορηγείται για ένα έτος και μπορεί να ανανεώνεται κάθε φορά για όσο χρόνο ισχύει η άδεια εργασίας. Για την ανανέωση ο αλλοδαπός οφείλει να υποβάλει στο δήμο ή κοινότητα δικαιολογητικά από τα οποία να προκύπτει ότι έχει άδεια εργασίας, έχει εκπληρώσει τις φορολογικές και ασφαλιστικές του υποχρεώσεις, ως και ότι έχει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Ο αλλοδαπός επιτρέπεται να συνάπτει σύμβαση εργασίας με άλλο εργοδότη κατά τη διάρκεια ισχύος της άδειας εργασίας και της άδειας παραμονής του". Κατά τη διάταξη του άρθρου 53, παρ. 1 του ίδιου νόμου "δεν επιτρέπεται η πρόσκληση και η απασχόληση αλλοδαπών, εφόσον δεν έχουν άδεια παραμονής. Αν η κατάρτιση της σύμβασης εργασίας...... αποτελεί προϋπόθεση για τη χορήγηση άδειας παραμονής, η ισχύς αυτής της σύμβασης τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της χορήγησης αυτής της άδειας". Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 81 και 72 του παραπάνω νόμου προκύπτει ότι η ισχύς των παρατεθεισών διατάξεων αρχίζει ένα μήνα μετά τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (02/05/2001) και ότι από το χρόνο αυτό καταργούνται οι αντίστοιχες διατάξεις του προϊσχύοντος Ν. 1975/1991 όπως είχε τροποποιηθεί και συμπληρωθεί από τους Ν. 2452/1996 και 2713/1999. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι οι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, που συνάπτονται με αλλοδαπούς που εμπίπτουν στη ρύθμιση του νόμου αυτού, μπορεί να είναι είτε αορίστου είτε ορισμένου χρόνου και ο χαρακτηρισμός αυτών ή καθορίζεται ρητώς από τους συμβαλλόμενους ή συνάγεται από το είδος της εργασίας και το σκοπό της συμβάσεως (άρθρα 648 και 669 Α.Κ.). Αντίθετη άποψη, ότι δηλαδή η σύμβαση εργασίας του αλλοδαπού είναι υποχρεωτικά βάσει του νόμου ορισμένης διάρκειας, τουτέστιν όσο διαρκεί η άδεια εργασίας δεν βρίσκει έρεισμα στις διατάξεις του παραπάνω νόμου, αφού η χορηγούμενη άδεια εργασίας και παραμονής έχει αποσυνδεθεί από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με συγκεκριμένο εργοδότη, δοθέντος ότι ο αλλοδαπός κατά τη διάρκεια που ισχύει η άδεια εργασίας του μπορεί να απασχοληθεί σε άλλο εργοδότη, αφού λυθεί η σύμβαση εργασίας με τον προηγούμενο. `Αλλωστε, κατά τη διάταξη του άρθρου 24, παρ. 1 του παραπάνω νόμου, σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου προβλέπεται μόνο προκειμένου για εποχιακή εργασία αλλοδαπού που δεν διατηρεί μόνιμη κατοικία στην Ελλάδα. Εξάλλου κατά τις διατάξεις των άρθρων 5, παρ. 1, Ν. 2112/1920, 6, παρ. 2, Β.Δ. 16/18-7-1920 και 7, Ν. 3198/1955 ο εργοδότης δικαιούται να καταγγείλει χωρίς προθεσμία την αορίστου χρόνου σύμβαση εργασίας, αν εναντίον του υπαλλήλου ή εργάτη υπεβλήθη μήνυση για αξιόποινη πράξη, η οποία διεπράχθη κατά την ενάσκηση της υπηρεσίας του ή απαγγέλθηκε κατ΄ αυτού κατηγορία για αδίκημα που φέρει το χαρακτήρα πλημμελλήματος. Η καταγγελία δε της αορίστου χρόνου εργασιακής συμβάσεως, για τον πιο πάνω λόγο της αξιόποινης συμπεριφοράς του μισθωτού και της εξαιτίας αυτής διαταράξεως της εργασιακής σχέσης, δεν υπόκειται στις διατυπώσεις του Ν. 3198/1955, ούτε προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 281 Α.Κ., εκτός αν στην πραγματικότητα η καταγγελία της συμβάσεως από τον εργοδότη έγινε για λόγους που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 281 Α.Κ., όπως από εκδίκηση ή εχθρότητα προς το μισθωτό ή για καταστρατήγηση των νόμιμων δικαιωμάτων του, οπότε η απόλυσή του είναι άκυρη, γιατί προσκρούει στο άρθρο 281 Α.Κ. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: Με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, που συνήφθη στις 26/09/1997, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε ως μάγειρας στην επιχείρηση εστιατορίου, που διατηρεί ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων στην ......, επί της οδού ..... αριθ. ...... Η σύμβαση αυτή ήταν αρχικά άκυρη, διότι ο ενάγων ήταν Αλβανός υπήκοος, δεν είχε άδεια παραμονής και εργασίας και δεν κατείχε το απαιτούμενο για τους εργαζομένους σε καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος βιβλιάριο υγείας. Αυτός απέκτησε βιβλιάριο υγείας για πρώτη φορά στις 26/08/1998, το οποίο θεωρείται έκτοτε από τις αρμόδιες υπηρεσίες, καθώς και άδεια παραμονής και εργασίας στην Ελλάδα από 04/06/1999, η οποία ανανεώνεται συνεχώς και η αρχική άκυρη σύμβαση εργασίας κατέστη έγκυρη από την αρχή. Ο ενάγων, στα πλαίσια της συμβάσεως αυτής, απασχολήθηκε στον εναγόμενο μέχρι τις 16/09/2002, οπότε ο τελευταίος με το πρόσχημα ότι, κατά τη διάρκεια της εργασίας του, τέλεσε την αξιόποινη πράξη της κλοπής, αφαιρώντας από το ταμείο του εστιατορίου 46 ευρώ, υπέβαλε εναντίον του μήνυση, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας, χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις και έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του. Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ότι ο λόγος αυτός της καταγγελίας ήταν προσχηματικός και εντελώς ψευδής, όπως κρίθηκε με την ...............αμετάκλητη αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών και έγινε για να μη υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση, επειδή ο ενάγων από το Σεπτέμβριο του έτους 2002 ζητούσε να του χορηγήσει την άδεια και το επίδομα της αδείας του και τους δεδουλευμένους μισθούς της συζύγου του.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος ήταν άκυρη, ως καταχρηστική, αλλά και λόγω του ότι δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις του Ν. 3198/1955 και επιδίκασε σ΄ αυτόν, εκτός των άλλων αξιώσεών του, ως μισθούς υπερημερίας το ποσό των 5.634,00 ευρώ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 656, Α.Κ., 1 και 3, Ν. 2112/1920, σε συνδυασμό προς το άρθρο 5, παρ. 3 του Ν. 3198/1955, που έχουν εφαρμογή επί καταγγελίας συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, αφού η σύμβαση του ενάγοντος εκ της φύσεως και της διάρκειάς της ήταν αορίστου και όχι ορισμένου χρόνου, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι αυτός ήταν αλλοδαπός και η διάρκεια παραμονής του στην Ελλάδα ήταν ορισμένου χρόνου και ανανεωνόταν διαδοχικά, ούτε επίσης παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 5, παρ. 1 του Ν. 2112/1920 και 7, Ν. 3198/1955. Επομένως, ο από το άρθρο 559, αριθμ. 1, Κ.Πολ.Δ. πρώτος και δεύτερος (στοιχείο β) λόγοι της αναιρέσεως πρέπει ν΄ απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 559, αριθμ. 8, Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ιδρύεται και όταν λήφθηκαν υπόψη θεμελιωτικά της αγωγής γεγονότα που δεν περιέχονται σ΄ αυτή, ούτε στις προτάσεις του ενάγοντος υπό τους όρους του άρθρου 224 του Κ.Πολ.Δ... Με το δεύτερο λόγο (στοιχείο α) της αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από το άρθρο 559, αρ. 8, Κ.Πολ.Δ., επειδή έκρινε άκυρη, ως καταχρηστική, την απόλυση του ενάγοντος, ενώ στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονταν τα θεμελιωτικά της βάσης αυτής περιστατικά. Από την επισκόπηση όμως του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων επικαλείται την ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του και για το γεγονός ότι ο εναγόμενος μεθόδευσε τη σύλληψή του και την παραπομπή του στην αυτόφωρη διαδικασία για κλοπή χρημάτων από το ταμείο της επιχειρήσεώς του, ενώ η κατηγορία αυτή ήταν ψευδής και κρίθηκε ως αβάσιμη με την 4290/27-09-2002 αμετάκλητη αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών και έτσι η καταγγελία ήταν άκυρη και ανήθικη. Επομένως, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη γεγονότα που δεν περιέχονται στην αγωγή, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559, αρ. 8, Κ.Πολ.Δ. και ο λόγος αυτός της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559, αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. παρέχεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα με την έννοια της παραπάνω διατάξεως είναι και οι ενστάσεις ή αντενστάσεις. Επομένως, τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως στοιχειοθετεί και η παραδοχή αντενστάσεως, που δεν προτάθηκε καθόλου ή δεν προτάθηκε νομίμως. Τέτοια αντένσταση αποτελεί και ο ισχυρισμός περί επικυρώσεως, κατά το άρθρο 183, παρ. 2, Α.Κ., ακύρου συμβάσεως μισθωτών απασχολουμένων σε επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος, που δεν κατέχουν βιβλιάριο υγείας. Με τρίτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559, αριθ. 8, Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι έλαβε υπόψη αυτεπαγγέλτως, χωρίς να προβληθεί με αντένσταση από τον αναιρεσίβλητο, ότι η αρχική άκυρη σύμβαση εργασίας του, λόγω μη κατοχής βιβλιαρίου υγείας, επικυρώθηκε με τη μεταγενέστερη απόκτησή του και την λειτουργία έκτοτε της συμβάσεως. Ο αναιρεσείων όμως δεν προσκομίζει τα πρακτικά της πρωτόδικης συζήτησης και τις προτάσεις του αναιρεσιβλήτου στην ίδια συζήτηση, ώστε να διαπιστωθεί αν αυτός προέβαλε παραδεκτώς και νομίμως την ως άνω αντένσταση. Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως πρέπει ν΄ απορριφθεί ως αναπόδεικτος. Από τις διατάξεις των άρθρων 904 και 908 Α.Κ. προκύπτει ότι επί αγωγής αδικαιολογήτου πλουτισμού, που επιδιώκει ως αποδοτέα ωφέλεια του εναγόμενου εργοδότη αμοιβή (αποζημίωση) για παράνομες υπερωρίες του μισθωτού ίση με τις κατώτερες (νόμιμες) αποδοχές που δικαιούνται οι εργαζόμενοι με έγκυρη σύμβαση στο ίδιο επάγγελμα και ειδικότητα, δεν είναι αναγκαίο για το ορισμένο αυτής, να γίνει και μνεία στην αγωγή ότι το ίδιο αιτούμενο με την αγωγή ποσό θα κατέβαλε ο εργοδότης και σε εκείνον που θα προσελάμβανε με έγκυρη σύμβαση αντί του ενάγοντος. Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559, αρ. 14, Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή, λόγω αοριστίας του δικογράφου της, ως προς τα κεφάλαια των παρανόμων υπερωριών και της αποζημιώσεως για τη στέρηση της εβδομαδιαίας ανάπαυσης του αναιρεσιβλήτου, επειδή στο ανωτέρω δικόγραφο δεν αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων - εργοδότης έγινε αδικαιολόγητα πλουσιότερος και ειδικότερα ότι ωφελήθηκε το αντίστοιχο ποσό που θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο, ο οποίος θα προσλαμβάνονταν με έγκυρη σύμβαση εργασίας. Από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος ζήτησε την αμοιβή του για παράνομες υπερωρίες με βάση τις νόμιμες αποδοχές των Σ.Σ.Ε. για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των επισιτιστικών καταστημάτων και έτσι το δικαστήριο μπορεί να εξεύρει με αριθμητικό υπολογισμό και τη νόμιμη προσαύξηση επί των νομίμων αποδοχών του μισθωτού για παράνομη υπερωριακή απασχόληση ή το 1/25 του νομίμου μισθού για τη στέρηση της εβδομαδιαίας ανάπαυσης και δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται στην αγωγή ότι το ίδιο ποσό θα κατέβαλε ο αναιρεσείων εργοδότης και σε άλλο μισθωτό που θα προσλάμβανε με έγκυρη σύμβαση εργασίας. Έτσι, το Εφετείο που έκρινε ορισμένη την αγωγή δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559, αρ. 14, Κ.Πολ.Δ. και ο αντίθετος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 3, παρ. 10,8, παρ. 2 και 11, παρ. 2 και 3 του Ν. 1876/90 προκύπτει ότι κλαδικές και ομοιοεπαγγελματικές Σ.Σ.Ε. δεσμεύουν μόνο τους μισθωτούς και τους εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων, εκτός αν κηρύχθηκαν υποχρεωτικές γενικώς, οπότε η ισχύς τους επεκτείνεται από του χρόνου εκδόσεως της σχετικής Υπουργικής αποφάσεως (όχι αναδρομικώς) και στους εργαζόμενους και εργοδότες του ιδίου κλάδου ή επαγγέλματος που δεν είναι μέλη των συμβληθεισών οργανώσεων. Όταν επιδικάζονται διαφορές αποδοχών με βάση Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., οι οποίες έχουν κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτικές με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται στην απόφαση (όπως και στην αγωγή) οι εφαρμοστέες Σ.Σ.Ε., ούτε ο χρόνος από του οποίου αυτές κηρύχθηκαν εκτελεστές, διότι οι Σ.Σ.Ε., ως προς το κανονιστικό τους μέρος, έχουν ισχύ νόμου και το δικαστήριο εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τις Σ.Σ.Ε. που αρμόζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση τα πραγματικά γεγονότα, που επισύρουν την εφαρμογή τους. Στην περίπτωση αυτή αρκεί να αναφέρεται στην απόφαση (όπως και στην αγωγή) το είδος της ασκούμενης από τον εργοδότη επιχειρήσεως, το επάγγελμα ή ειδικότητα του εργαζομένου και η παρεχόμενη εργασία, ώστε να μπορεί να συναχθεί ότι η ισχύς των πιο πάνω Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., που έχουν κυρηχθεί γενικώς υποχρεωτικές, μπορεί να επεκταθεί στον εργοδότη αυτό και στους εργαζόμενους στην επιχείρησή του. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση επιδικάσθηκαν στον αναιρεσίβλητο διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 26/09/1997 έως 30/09/1999 με βάση τις αναφερόμενες σ΄ αυτή Σ.Σ.Ε. από 06/05/1997, 08/07/1998 και 26/04/1999 "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των τουριστικών και επισιτιστικών καταστημάτων, οι οποίες έχουν κηρυχθεί αντίστοιχα υποχρεωτικές με τις Υ.Α. 12033/1997 (ΦΕΚ 654 τ. Β), 12268/1998 (ΦΕΚ 1173 τ Β), 11413/1999 (ΦΕΚ 1546 τ. Β). Στην αγωγή αναφέρεται ότι ο εναγόμενος διατηρεί στην ....... επιχείρηση εστιατορίου και ο ενάγων προσελήφθη να εργασθεί ως μάγειρας. Τα στοιχεία αυτά αρκούσαν για τη θεμελίωση της αγωγής για καταβολή διαφορών αποδοχών με βάση τις ως άνω Σ.Σ.Ε., οι οποίες, ως κηρυχθείσες υποχρεωτικές, δέσμευαν τους διαδίκους. Επομένως, το Εφετείο που τις εφάρμοσε, μολονότι δεν αναφέρονταν στην αγωγή ότι ο ενάγων ήταν μέλος της συνδικαλιστικής οργάνωσης που συνομολόγησε τις Σ.Σ.Ε., ούτε ότι αυτές κηρύχθηκαν υποχρεωτικές, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559, αρ. 8, Κ.Πολ.Δ. και ο πέμπτος λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Από τις διατάξεις της υπ΄ αριθ. 8900/1946 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, όπως αυτή ερμηνεύτηκε με την 25825/1951 απόφαση των αυτών Υπουργών, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 10, παρ. 1 του Β.Δ.748/1996 προκύπτει ότι ο εργαζόμενος τις Κυριακές επιτρεπτός και με μηνιαίο μισθό αμοιβόμενος μισθωτός, δικαιούται να λάβει για κάθε Κυριακή προσαύξηση του 1/25 του νομίμου μισθού του, όχι δε και το 1/25 του μισθού του, το οποίο οφείλεται, κατά το άρθρο 904 Α.Κ., μόνο σε περίπτωση παράνομης στερήσεώς του από τη δικαιούμενη εβδομαδιαία ανάπαυση των άλλων ημερών της εβδομάδας. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος εργάζονταν 10 ώρες τις Κυριακές, χωρίς να λάβει εβδομαδιαία ανάπαυση, δικαιούται προσαύξηση 75% επί των νομίμων αποδοχών του, καθώς και τις αντίστοιχες αποδοχές του για την απασχόλησή του τις ημέρες της εβδομαδιαίας ανάπαυσής του και έπρεπε να λάβει ως αμοιβή το συνολικό ποσό των 17.327,00 ευρώ. Κατά τον υπολογισμό της αμοιβής των Κυριακών, το Εφετείο έλαβε ως βάση το νόμιμο ωρομίσθιο του αναιρεσιβλήτου προσαυξημένο με 75%, το οποίο πολλαπλασίασε με τις ώρες εργασίας τις Κυριακές, χωρίς να διευκρινίζει περαιτέρω, ποιο από το επιδικασθέν ως άνω ποσό αντιστοιχεί με την αποζημίωση του αναιρεσιβλήτου για τη στέρηση της εβδομαδιαίας ανάπαυσής του, πώς υπολογίστηκε αυτό και ότι ο αναιρεσείων υποχρεούται να το καταβάλει, κατά το άρθρο 904 Α.Κ. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα αυτό, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων. Επομένως, ο από το άρθρο 559, αρ. 19, Κ.Πολ.Δ. έκτος λόγος της αναιρέσεως είναι βάσιμος.
Κατά το άρθρο 1, παρ. 2 του Ν. 435/1976, οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια της ημερησίας εργασίας δικαιούνται αμοιβής για κάθε ώρα τέτοιας απασχόλησης ίσης προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα σε αυτό ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέρα από τον πλουτισμό που αποκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς το 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου τους. Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 της από 14/02/1984 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την 11710/20-03-1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (Φ.Ε.Κ. Β. 81) η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε από 01/01/1984 σε 40 ώρες, για την απασχόληση δε πέρα από το συμβατικό (συλλογικό) αυτό εβδομαδιαίο ωράριο έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας καταβάλλεται αμοιβή, σύμφωνα με το άρθρο 9 της 1/1982 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ Αθηνών, που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του Ν. 1346/1983. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι υπερωριακή εργασία θεωρείται η πέραν των οκτώ (8) ωρών ημερησίως και η πέραν των εννέα (9) ωρών ημερησίως για όσους απασχολούνται επί πέντε ημέρες την εβδομάδα, έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζομένου από τον νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερησίας υπερωρίας με τις ολιγότερες ώρες εργασίας ή με τη πραγματοποιηθείσα εργασία σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ίδιας εβδομαδιαίας περιόδου. Περαιτέρω, επί παροχής παράνομης υπερωριακής εργασίας οφείλεται στο μισθωτό κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. Α.Κ.) το ποσό που θα κατέβαλε ως βασική αμοιβή σε άλλο μισθωτό με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος (χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι λοιπές προσωπικές περιστάσεις του τελευταίου), αφού κατά το ποσό αυτό, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το νόμιμο ωρομίσθιο, καθίσταται χωρίς νόμιμη αιτία πλουσιότερος ο εργοδότης από την υπερωριακή εργασία του απασχοληθέντος μισθωτού. Εξάλλου, κατά το άρθρο 4 του Ν. 2874/2000 από 01/04/2001 καταργήθηκε η υπερεργασία, η απασχόληση πέραν της 40ης και μέχρι 43ης ώρας θεωρείται ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση, αμοιβόμενη με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%, η δε απασχόληση πέραν της 43ης ώρας θεωρείται υπερωριακή και εφόσον είναι νόμιμη αμοίβεται μέχρι τις 120 ώρες, όπως και η υπερεργασία, εφόσον δε είναι παράνομη αμείβεται με το 250% του καταβαλλομένου ωρομισθίου για κάθε ώρα μη νόμιμης υπερωρίας. Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι μετά την ισχύ του ανωτέρω νόμου ο εργαζόμενος για την παράνομη υπερωριακή απασχόλησή του δεν έχει πλέον δύο διακριτές αξιώσεις όπως όριζε το άρθρο 1, παρ. 2 του Ν. 435/1976, αλλά μία για τη θεμελίωση της οποίας δεν απαιτείται η επίκληση των προϋποθέσεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού, οφείλεται αποζημίωση για κάθε ώρα ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 150%. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, ότι στην επιχείρηση του αναιρεσείοντος ίσχυε το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας απασχολήσεως των εργαζομένων (Δ.Α. 102/1984), ότι ο αναιρεσίβλητος εργάζονταν όλες τις εργάσιμες ημέρες και τις ημέρες του Σαββάτου 10 ώρες, δηλαδή εργάζονταν υπερωριακώς 1 ώρα κάθε εργάσιμη ημέρα και δύο ώρες κάθε Σάββατο και ότι η υπερωριακή του εργασία ήταν παράνομη. Έτσι, για το επίδικο διάστημα και μέχρι 01/04/2000 επιδίκασε σ΄ αυτόν αμοιβή ίση με το ωρομίσθιο του για κάθε ώρα εργασίας με προσαύξηση 100%. Από 01/04/2000 επιδίκασε αμοιβή ίση με το ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά 250%. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο διέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της παράνομης υπερωριακής απασχολήσεως του αναιρεσιβλήτου για το διάστημα από 26/09/1997 μέχρι την 01/04/2000, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή και ερμηνεία των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, αφού δέχεται ότι ο αναιρεσίβλητος παρείχε εντός του πενθημέρου της εβδομαδιαίας απασχολήσεως παράνομη υπερωριακή εργασία μία (1) ώρα ημερησίως πέραν της ενιάωρης απασχολήσεως και δύο (2) ώρες την ημέρα του Σαββάτου. Επομένως, ο από το άρθρο 559, αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. έβδομος λόγος με το στοιχείο (α) της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, το Εφετείο κατά το ίδιο χρονικό διάστημα υπολόγισε το ωρομίσθιο του αναιρεσιβλήτου για την παράνομη υπερωριακή του απασχόληση με βάση τις νόμιμες αποδοχές του, χωρίς να αναφέρει αν ο αναιρεσείων θα κατέβαλε το ίδιο ωρομίσθιο σε άλλο μισθωτό, που θα παρείχε σ΄ αυτόν εγκύρως την ίδια εργασία, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές του περιστάσεις. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, κατά το βάσιμο από το άρθρο 559, αρ. 19, Κ.Πολ.Δ. με στοιχείο (β) του εβδόμου λόγου της αναιρέσεως. Τέλος, το Εφετείο επιδικάζοντας στον αναιρεσίβλητο, για το χρονικό διάστημα από 01/01/2001 έως 26/09/2002 αποζημίωση για παράνομη υπερωριακή απασχόληση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά 250%, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 2874/2000, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559, αρ. 1, Κ.Πολ.Δ., κατά το βάσιμο έβδομο λόγο, στοιχείο (β) της αναιρέσεως. Κατά το άρθρο 559, αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια αυτής της διάταξης, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση της αγωγής, ένστασης, αντένστασης και γενικά αυτοτελούς αίτησης, δυνάμενοι μάλιστα να θεμελιώνουν παράλληλα και λόγους έφεσης. Αυτοτελείς δε ισχυρισμοί που, παρά την πρότασή τους, είναι αόριστοι ή μη νόμιμοι, θεωρούνται ότι έχουν απορριφθεί σιωπηρά και, μη έχοντας άλλωστε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν ιδρύουν τον εδώ εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης. Με τον όγδοο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη την από το άρθρο 281 Α.Κ. ένσταση του αναιρεσείοντος, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, ως προς τις ένδικες αξιώσεις του, την οποία προέβαλε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε με την έφεση. Από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως προκύπτει ότι ο αναιρεσείων ως προς την παραπάνω ένσταση προέβαλε τα ακόλουθα περιστατικά: "Η αγωγή υπερβαίνει προφανώς και εκδήλως τα όρια της καλής πίστης, των χρηστών συναλλακτικών ηθών και του οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, αφού η παραδοχή της, μετά απολύτου βεβαιότητος, όχι απλώς κλονίζει την οικονομική μου υπόσταση, αλλά με καταστρέφει ολοσχερώς και για πάντα". Τα περιστατικά αυτά δεν θεμελιώνουν την από το άρθρο 281 Α.Κ. ένσταση και συνεπώς το Εφετείο που δεν εξέτασε το λόγο αυτό της εφέσεως, θεωρώντας μη νόμιμη την ανωτέρω ένσταση, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559, αρ. 8, Κ.Πολ.Δ. και ο περί του αντιθέτου λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Μετά ταύτα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα παραπάνω κεφάλαια και να παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς τα αναιρούμενα μέρη της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580, παρ. 3, Κ.Πολ.Δ.).
`Αρειος Πάγος
Αριθ.απόφασης: 338/2008
Δικαστής: Σπυρίδωνας Κολυβάς, Αντιπρόεδρος
Αρεοπαγίτες: Ηλίας Γιαννακάκης, Χρήστος Αλεξόπουλος,
Σπυρίδωνας Ζιάκας, Βαρβάρα Κριτσωτάκη
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559, αριθ. 11, περ. γ΄ Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι το Εφετείο, για την απόδειξη της υπερεργασίας και υπερωριακής απασχόλησης του αναιρεσείοντος δεν έλαβε υπόψη 132 φωτοτυπίες από το βιβλίο δρομολογίων και 185 ταχογράφους που αυτός προσκόμισε με επίκληση. Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία και, επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά το άρθρο 1, παρ. 1 του Β.Δ. της 28-1/4-2-38 "περί κανονισμού ωρών εργασίας του προσωπικού φορτηγού αυτοκινήτου"(ΦΕΚ Α΄ 35), τα φορτηγά αυτοκίνητα διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες (Α΄ Β΄ και Γ΄), από τις οποίες η κατηγορία Α΄ περιλαμβάνει "τα μη εξυπηρετούντα ωρισμένον εργοδότην φορτηγά αυτοκίνητα (αγοραία)", στη Β΄ κατηγορία υπάγονται τα φορτηγά των εταιρειών ηλεκτρισμού, ύδρευσης, κ.λπ. και στη κατηγορία Γ΄ τα φορτηγά των λοιπών ανωνύμων εταιρειών, βιομηχανικών εργοστασίων και επιχειρήσεων πάσης φύσεως. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 1 του πιο πάνω Β.Δ. η απασχόληση των οδηγών των φορτηγών αυτοκινήτων Γ΄ κατηγορίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις 8 ώρες ημερησίως, παρά μόνο καθ΄ ο μέτρο κρίνεται αναγκαία για την πρόληψη διαταραχής στην κανονική διεξαγωγή της εργασίας σε περίπτωση ατυχήματος, επικειμένου ή επελθόντος, επείγουσας εργασίας σε μηχανές, εργαλεία ή εγκαταστάσεις και ανωτέρας βίας κατά δε το Β.Δ. 882/61 και λόγω συσσωρεύσεως εργασίας ή προς αντιμετώπιση επείγουσας γενικά εργασίας επί δίωρο ημερησίως (πέρα δηλαδή του οκταώρου) και επί τρίμηνο ετησίως κατ΄ ανώτατο όριο. Εξάλλου, από το άρθρο 1, παρ. 2 του Ν. 435/76 προκύπτει ότι η απασχόληση του μισθωτού κατά το μέρος που υπερβαίνει το ανώτατο όριο διάρκειας της εργασίας κατά τη μονάδα του χρόνου, που έχει ορισθεί με διάταξη νόμου ή με κανονιστική διοικητική πράξη κατά νόμιμη εξουσιοδότηση, συνιστά, εφόσον δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 3 του Ν.Δ. 515/70 ή άλλη νόμιμη εξαίρεση, παράνομη υπερωρία, για την οποία ο μισθωτός έχει τις απαιτήσεις που αναφέρονται σε αυτή. Περαιτέρω, με το άρθρο 13 της 12/84 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών που κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΥΑ 12430/84, ο χρόνος εργασίας των οδηγών αυτοκινήτων ορίσθηκε σε 40 ώρες κατά εβδομάδα και με το άρθρο 6 της 40/85 του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε υποχρεωτική (από 29/11/85) με την ΥΑ 19533/85 (ΦΕΚ 179, Α΄), καθιερώθηκε η εβδομάδα των πέντε εργασίμων ημερών για τους οδηγούς όλων των φορτηγών αυτοκινήτων. Εξάλλου, με το άρθρο 6 της από 14/2/84 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, με την απόφαση του Υπουργού Εργασίας 11770/20-2-84 (ΦΕΚ Β΄, 81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε σε 40 ώρες, για την αμοιβή δε της απασχολήσεως πέρα από το συμβατικό αυτό εβδομαδιαίο ωράριο και έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή της υπερεργασίας, γίνεται παραπομπή στο άρθρο 9 της 1/82 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του Ν. 1346/83. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι: α) ως προς τη συνδρομή υπερεργασίας υπό την ανωτέρω έννοια κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια, αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και όχι κατά Κυριακές ή άλλες ημέρες ανάπαυσης, για τις οποίες υφίσταται αυτοτελής νομοθετική πρόνοια και, συνεπώς, ο απασχολούμενος υπό καθεστώς πέντε εργασίμων ημερών εβδομαδιαίως πραγματοποιεί υπερεργασία, για την οποία δικαιούται την οικεία αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξανόμενο κατά 25%), αν η απασχόλησή του υπερβαίνει κατά τις ημέρες αυτές το συμβατικό όριο των 40 ωρών, β) ως προς τη συνδρομή υπερωριακής εργασίας, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 του άνω Ν. 435/76, λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία, αλλά η ημερήσια εργασία, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία, όταν ο μισθωτός της προκείμενης κατηγορίας απασχοληθεί πέρα των οκτώ ωρών ημερησίως (ή πέρα των εννέα ωρών υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26/2/75 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν. 133/75), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζόμενου από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της επιπλέον ημερήσιας εργασίας με τις ολιγότερες ώρες εργασίας άλλης ημέρας. Η υπερωριακή αυτή εργασία αμείβεται, ανάλογα με το χαρακτηρισμό της ως νόμιμης ή παράνομης. Ειδικώς, επί πενθημέρου, η πέρα των 45 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση των 48 ωρών τρίωρη κάθε εβδομάδα (48 - 45 = 3 ώρες) εργασία θεωρείται ως επιτρεπτή νόμιμη υπερωριακή εργασία (κατ΄ άρθρο 6, παρ. 2, εδ. β΄ της από 26/2/75 ΕΓΣΣΕ Ν.133/75) που δεν συμψηφίζεται στα επιτρεπόμενα όρια υπερωριακής απασχόλησης και αμείβεται σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν.435/76, δηλαδή με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά 25%. Η δε παράνομη εργασία, δηλαδή χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων του Ν.Δ. 515/70, αμείβεται σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο 1, παρ. 2 του Ν. 435/76 (δηλαδή με αποζημίωση βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού, άρθρο 904 επ. ΑΚ) και την προσαύξηση 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου. Από 1/4/2001, μετά το Ν. 2874/2000 η υπερεργασία καταργείται και η απασχόληση πέρα των 40 ωρών και μέχρι 43 εβδομαδιαίως θεωρείται ως ιδιόρρυθμη υπερωρία, νόμιμη και επιτρεπτή, η οποία αμείβεται με το επιβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50% (παρ. 2 και 4 του άρθρου 4). Υπερωρία συνιστά η απασχόληση πέραν των 43 ωρών εβδομαδιαίως, καθώς και η απασχόληση πέραν των 9 ωρών ημερησίως για τους μισθωτούς με πενθήμερο. Αν η υπερωρία είναι παράνομη, για κάθε ώρα τέτοιας απασχόλησης, ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλομένου ωρομισθίου (δηλαδή προσαύξηση 150% του ωρομισθίου), σύμφωνα με την παρ. 5 του ίδιου άρθρου. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Η αναιρεσίβλητη διατηρεί και εκμεταλλεύεται .............. σε όλη την Ελλάδα, πέντε των οποίων στη Λάρισα. Την ...... με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσέλαβε τον αναιρεσείοντα για να εργασθεί ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου, με το νόμιμο μισθό. Ο αναιρεσείων εργάσθηκε μέχρι την ..... που του καταγγέλθηκε η σύμβαση. Ο αναιρεσείων εργαζόταν, πραγματοποιώντας διαδρομές σε διάφορες πόλεις της Ελλάδος από τις κεντρικές αποθήκες της αναιρεσίβλητης στο πρώτο χιλιόμετρο της οδού ....... Ενώ το ωράριο του αναιρεσείοντος στο πενθήμερο Δευτέρα - Παρασκευή ήταν 40 ώρες εβδομαδιαίως, αυτός εργαζόταν κατά μέσο όρο και μία επιπλέον ώρα και συνολικά επί πέντε ώρες την εβδομάδα. Στη συνέχεια το Εφετείο επιδίκασε στον αναιρεσείοντα, για το χρονικό διάστημα από 1/6/1999 μέχρι 30/3/2001, ως αμοιβή για υπερεργασία και για 5 ώρες εβδομαδιαίας τέτοιας απασχόλησης, τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση χρηματικά ποσά, προσαυξάνοντας το νόμιμο ωρομίσθιο κατά 25%, ενώ για το χρονικό διάστημα από 1/4/2001 μέχρι 31/10/2003 (μέχρι την ημερομηνία αυτή ζητούνται με την αγωγή οι πιο κάτω αξιώσεις), επιδίκασε στον αναιρεσείοντα για υπερεργασία και για 3 ώρες τέτοιας εβδομαδιαίας απασχόλησης και για παράνομη υπερωρία και για 2 ώρες τέτοιας απασχόλησης, τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσά, προσαυξάνοντας το ωρομίσθιο κατά 50% στην πρώτη περίπτωση και κατά 150% στη δεύτερη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για ζήτημα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων εργαζόταν επί 9 ώρες ημερησίως (καίτοι χρησιμοποίησε τη φράση κατά μέσο όρο) και επομένως για το χρονικό διάστημα, από 1/6/1999 μέχρι 30/3/2001 επιδίκασε ορθά αμοιβή για υπερεργασία, προσαυξάνοντας το ωρομίσθιο κατά 25% για όλες τις ώρες υπερεργασίας, ενώ για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα επιδίκασε αμοιβή για ιδιόρρυθμη υπερωρία (καίτοι χρησιμοποίησε τον όρο υπερεργασία) για τις τρεις πρώτες ώρες της εβδομαδιαίας απασχόλησης, προσαυξάνοντας ορθά το ωρομίσθιο κατά 50% και αμοιβή για παράνομη υπερωρία για τις υπόλοιπες δύο ώρες, προσαυξάνοντας το ωρομίσθιο κατά 150%. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, όπως απορριπτέα είναι και η αίτηση για αναίρεση στο σύνολό της.
`Αρειος Πάγος
Αριθ.απόφασης: 251/2008
Δικαστής: Σπυρίδωνας Κολυβάς, Αντιπρόεδρος
Αρεοπαγίτες: Ηλίας Γιαννακάκης, Χρήστος Αλεξόπουλος,
Σπυρίδωνας Ζιάκας, Βαρβάρα Κριτσωτάκη
Από το συνδυασμό των άρθρων 57, 59, 281, 288, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι αν η βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας, υπό τις ειδικές περιστάσεις υπό τις οποίες επιχειρείται, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ενέχει καταχρηστική ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος με αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του μισθωτού, μπορεί ο τελευταίος να αξιώσει από τον υπαίτιο, εκτός των άλλων, και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης για την ανεπίτρεπτη επαγγελματική μείωση που υφίσταται.
[...] Από το συνδυασμό των άρθρων 648, 652, 656 και 349, 350, 351 ΑΚ. 7, παρ. 1 του Ν. 2132/1920 και 5, παρ. 3 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι στον εργοδότη ανήκει το δικαίωμα να εξειδικεύει τις υποχρεώσεις του μισθωτού για την αρτιότερη οικονομοτεχνική οργάνωση της επιχειρήσεώς του προς επίτευξη των σκοπών αυτής, δεν επιτρέπεται όμως κατά την ενάσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος να προκαλείται υλική ή ηθική ζημία στο μισθωτό κατά παράβαση διατάξεως νόμου ή της ατομικής συμβάσεως εργασίας ή κατά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπό την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ. Στις περιπτώσεις αυτές υπάρχει μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, που παρέχει στο μισθωτό, αν δεν αποδέχεται τη μεταβολή, το δικαίωμα, είτε να εμμείνει στη σύμβαση και να απαιτήσει από τον εργοδότη να αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία υπό τους πριν από τη μεταβολή όρους, καθιστώντας αυτόν διαφορετικά υπερήμερο περί την αποδοχή της εργασίας του, είτε να θεωρήσει την μεταβολή ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας και να αξιώσει τη νόμιμη αποζημίωση. Εξάλλου, από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 57, 59, 281, 288, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι αν η ως άνω βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας, υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες επιχειρείται, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ενέχει καταχρηστική ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος με αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του μισθωτού, μπορεί ο τελευταίος να αξιώσει από τον υπαίτιο, εκτός των άλλων, και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης για την ανεπίτρεπτη επαγγελματική μείωση που υφίσταται. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559, αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης για έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή της μη συνδρομής των όρων αυτών που αποκλείει την εφαρμογή της, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα εξής: "Με έγγραφη σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων στις 15/3/1993, ο νόμιμος εκπρόσωπος του εναγομένου ......με την επωνυμία ...................προσέλαβε την ενάγουσα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου (15/3/1993 έως 14/3/1994), προκειμένου να προσφέρει την εργασία της ως προϊσταμένη χώρων κοινού, με μηνιαίο μισθό 250.000 δρχ. Επίσης, συμφωνήθηκε ότι η σύμβαση μπορεί να τροποποιηθεί μόνο εγγράφως. Ενδεικτικά καθορίστηκε ότι η ενάγουσα είχε την ιδιαίτερη ευθύνη για την ομαλή λειτουργία των κυλικείων - μπαρ και εστιατορίου, την επίβλεψη της καθαριότητας και ασφάλειας του κτιρίου, τη συνεργασία με τους επικεφαλής των άλλων τμημάτων για την επίτευξη άνετου και ασφαλούς περιβάλλοντος για το κοινό, την επίβλεψη όλων των απαραίτητων ενεργειών για την ομαλή και απρόσκοπτη προσέλευση του κοινού στις παραστάσεις, την υποχρέωση να αναφέρει στο Διευθυντή χώρων κοινού οτιδήποτε υποπίπτει στην αντίληψή της σχετικά με την ομαλή λειτουργία του Μεγάρου και να συνεργάζεται μαζί του για την αντιμετώπιση οποιουδήποτε προβλήματος. Η ενάγουσα άρχισε να προσφέρει την εργασία της, οκτώ (8) ώρες ημερησίως επί πενθήμερο την εβδομάδα με κυλιόμενο ωράριο (πρωινή - απογευματινή - νυκτερινή βάρδια), πέραν δε των ανωτέρω καθηκόντων, από την αρχή της σύμβασης, ασκούσε επιπλέον καθήκοντα προϊσταμένης ταξιθετριών. Μετά τη λήξη του ορισθέντος χρόνου η σύμβαση εξακολούθησε με τους ίδιους όρους ως αορίστου χρόνου. Η ενάγουσα ασκούσε τα καθήκοντά της με επιτυχία και δεν υπήρχαν προβλήματα στις σχέσεις της με τους συναδέλφους της και τα όργανα του εναγομένου. Από τον Οκτώβριο του 1997 έως το Δεκέμβριο του 1997 απουσίασε από την εργασία της, λόγω προβλημάτων κύησης, όταν δε το Ιανουάριο επέστρεψε από την εργασία της, της είχαν αφαιρεθεί οι αρμοδιότητες της προϊσταμένης ταξιθετριών, μεταβολή την οποία αποδέχθηκε η ενάγουσα και συνέχισε να προσφέρει την εργασία της. Κατά τη διάρκεια της κύησης του δευτέρου τέκνου της έλαβε αναρρωτική άδεια από τον Οκτώβριο του 1999 έως τον Ιανουάριο του 2000. Από το Μάρτιο έως τον Αύγουστο του 2000 έλαβε άδεια κύησης και λοχείας και στη συνέχεια άδεια άνευ αποδοχών μέχρι τέλος Νοεμβρίου 2000, την οποία όμως διέκοψε την 1/11/2000, γνωρίζοντας τις αυξημένες ανάγκες του εναγομένου και επέστρεψε στην εργασία της. Κατά το παραπάνω μεγάλο χρονικό διάστημα της απουσίας της, το σύνολο των καθηκόντων της ενάγουσας είχαν ανατεθεί στην μισθωτό ........ του εναγομένου. Από τα παραπάνω καθήκοντα που ασκούσε δεν της αποδόθηκαν τα καθήκοντα της προϊσταμένης καθαρισμού, τα οποία εξακολουθούσε να ασκεί η πιο πάνω αναπληρώτριά της, η οποία παρέμενε στο γραφείο της (ενάγουσας), που πλέον ασκούσε καθήκοντα απλής υπαλλήλου. Η ενάγουσα εξέφρασε την αντίθεσή της στην ανωτέρω βλαπτική μεταβολή, προφορικώς αλλά και εγγράφως, με τις από 5/12/2000 και 6/3/2001 επιστολές της, στις οποίες εξέθετε τα ανωτέρω και ζητούσε τη λύση του προβλήματος που είχε ανακύψει. Επειδή το εναγόμενο δεν της απέδωσε τις πιο πάνω αναφερόμενες αρμοδιότητες, η ενάγουσα, με την από 16/3/2001 εξώδικη δήλωσή της, που επέδωσε στο εναγόμενο στις 19/3/2001, δήλωσε ότι δεν αποδέχεται την άνω μεταβολή, καθώς και ότι από 19/3/2001 θα απέχει από την εργασία της, θεωρώντας τη μεταβολή ως άτακτη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, επιπλέον δε ζήτησε την καταβολή της οφειλόμενης αποζημίωσης απολύσεως. Το εναγόμενο, με την από 20/3/2001 εξώδικη δήλωσή του, που επέδωσε στην ενάγουσα στις 26/3/2001, αορίστως αρνήθηκε όσα η ενάγουσα εξέθετε στην προς αυτό εξώδικη δήλωσή της, χωρίς να απαντά τίποτα στους ισχυρισμούς της ενάγουσας περί βλαπτικής μεταβολής και την κάλεσε να εμφανιστεί στην εργασία της την επομένη ημέρα από την κοινοποίηση της άνω εξώδικης δήλωσης του, χωρίς όμως να της διευκρινίζει, όπως όφειλε, ότι θα αναλάβει τα κατά τη σύμβαση καθήκοντά της. Επίσης, κατά την προσπάθεια συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς στην επιθεώρηση εργασίας στις 20/4/2001, παρότι η ενάγουσα, εκτός των μισθολογικών διαφορών που προέβαλε, έθεσε και το θέμα της μονομερούς τροποποίησης των όρων εργασίας της, ο πληρεξούσιος του εναγομένου ουδέν απάντησε επ' αυτού. Από τα ανωτέρω συνάγεται: α) ότι το εναγόμενο, χωρίς δικαίωμα από τη σύμβαση ή από το νόμο, μετέβαλε μονομερώς τους όρους της αορίστου χρόνου σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, αναθέτοντάς της από 1/11/2000 και εφεξής καθήκοντα υποδεέστερα όσων ασκούσε, β) ότι η εναγομένη δεν αποδέχτηκε την παραπάνω βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας της και απαίτησε την επαναφορά της στη θέση που κατείχε. Μετά δε την άρνηση του εναγομένου να την επαναφέρει στη θέση που κατείχε, νόμιμα αυτή θεώρησε τη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας ως άτακτη καταγγελία της σύμβασης, που επέφερε τη λύση της. Κατά συνέπεια, το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα την αποζημίωση απόλυσης που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 3, παρ. Κ 2 Ν. 2112/1920, 5, παρ. 1, Ν. 3198/1955 και ανέρχεται στο ποσό των 2.342.251 δρχ. (501.911 δρχ. τελευταίος καταβαλλόμενος πλήρης μηνιαίος μισθός Χ 4 + 1/6 η αναλογία δώρων εορτών και επιδόματος άδειας), που ισοδυναμούν με 6.873.81 ευρώ. Τέλος, αποδείχτηκε ότι από τον παραπάνω υποβιβασμό η ενάγουσα έχει υποστεί μείωση της προσωπικότητάς της, έχει θιγεί η επαγγελματική αξία και υπόληψή της στο επαγγελματικό της περιβάλλον, καθόσον δημιουργήθηκαν ερωτήματα και αμφιβολίες για τη δυνατότητά της να ανταποκρίνεται πλέον στα ασκούμενα μέχρι τη μεταβολή καθήκοντα. Από την προσβολή αυτή, που οφείλεται σε υπαιτιότητα των οργάνων του εναγομένου, τα οποία γνώριζαν τις ικανότητες και τα προσόντα της ενάγουσας, καθώς και τη διαφορά της μιας θέσης από την άλλη, η ενάγουσα έχει υποστεί ηθική βλάβη, το ανάλογο δε ποσό για την ικανοποίησή της, λαμβάνοντας υπ' όψη το είδος της προσβολής, τις συνθήκες τέλεσης και την οικονομική κατάσταση των μερών, ανέρχεται σε 1.000 ευρώ". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, κατ' ακολουθίαν των οποίων έκανε δεκτή την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά την επικουρική βάση της, διέλαβε στην απόφαση του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στο ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της βλαπτικής εκ μέρους του αναιρεσείοντος μεταβολής της εργασιακής σύμβασης της αναιρεσίβλητης, οι οποίες δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν. Ειδικότερα, ενώ το Εφετείο δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε από το αναιρέσεων ως προϊσταμένη χώρων κοινού και ότι στα καθήκοντά της ενδεικτικά περιλαμβάνονταν η ιδιαίτερη ευθύνη για την ομαλή λειτουργία των κυλικείων - μπαρ και εστιατορίου, η επίβλεψη της καθαριότητας και ασφάλειας του κτιρίου, η συνεργασία με τους επικεφαλής των άλλων τμημάτων για την επίτευξη άνετου και ασφαλούς περιβάλλοντος για το κοινό, η επίβλεψη όλων των απαραίτητων ενεργειών για την ομαλή και απρόσκοπτη προσέλευση του κοινού στις παραστάσεις και η υποχρέωση να αναφέρει στο Διευθυντή χώρων κοινού οτιδήποτε υποπίπτει στην αντίληψη της σχετικά με την ομαλή λειτουργία του Μεγάρου και να συνεργάζεται μαζί του για την αντιμετώπιση οποιουδήποτε προβλήματος, εκτιμά στη συνέχεια ότι μετά την κατά τα εκτιθέμενα αφαίρεση από την αναιρεσίβλητη των καθηκόντων της προϊσταμένης καθαρισμού, αυτή ασκούσε πλέον καθήκοντα απλής υπαλλήλου και ότι η αφαίρεση των συγκεκριμένων καθηκόντων υπήρξε βλαπτική για την αναιρεσίβλητη και έθιξε την επαγγελματική αξία και υπόληψη της, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζεται αν τα υπόλοιπα καθήκοντα της αναιρεσίβλητης ήσαν επουσιώδη σε σχέση με τα αφαιρεθέντα, αν εκ της αφαιρέσεως των τελευταίων μεταβλήθηκαν προς το χειρότερο οι οικονομικοί και άλλοι όροι της σύμβασης εργασίας της και τέλος κατά ποιο τρόπο, ενόψει του είδους και του χαρακτήρα των υπολοίπων καθηκόντων της αναιρεσίβλητης, εθίγη από την αφαίρεση των παραπάνω η επαγγελματική της υπόληψη και αξία. Κατά συνέπεια, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ του άρθρου 559, αρ. 19 ΚΠολΔ πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).