Η συνέχιση της οικονομικής κρίσης και η αδυναμία των επιχειρήσεων να ανταπεξέλθουν σε αυτή οδηγεί πολλές από αυτές σε επώδυνες λύσεις για την τύχη του προσωπικού, που στην καλύτερη των περιπτώσεων είναι η μείωση της απασχόλησης και της αμοιβής των εργαζομένων και στη χειρότερη η μονομερής καταγγελία της σύμβασης από τους εργοδότες.
Πέραν της αποζημίωσης που οφείλει να καταβάλει ο εργοδότης στην περίπτωση της απόλυσης εργαζομένου, είναι δυνατό να συντρέχει και η μη καταβολή δεδουλευμένων, που οφείλεται στην αδυναμία της επιχείρησης να ανταποκριθεί στις οικονομικές υποχρεώσεις έναντι του μισθωτού.
Μάλιστα, τους τελευταίους μήνες το φαινόμενο της μη καταβολής δεδουλευμένων, αρχίζει να λαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις, αφού συνοδεύεται και από την άρνηση ορισμένων εργοδοτών να υπογράψουν και τις καταγγελίες συμβάσεων των εργαζομένων, προκειμένου να μετατοπίσουν τον χρόνο εξόφλησης των υποχρεώσεών τους, ή να οδηγήσουν βαθμιαία τους εργαζόμενους σε οικειοθελή αποχώρηση, αποφεύγοντας με αυτόν τον τρόπο την καταβολή αποζημίωσης. Η τακτική αυτή έχει οδηγήσει πολλούς εργαζόμενους προς τις υπηρεσίες της Επιθεώρησης Εργασίας για επίλυση των εργατικών διαφορών και την είσπραξη των απαιτήσεών τους.
Ποιες όμως είναι οι υποχρεώσεις του εργοδότη στη περίπτωση που καταγγέλλει την σύμβαση μισθωτού και παράλληλα οφείλει δεδουλευμένες αποδοχές:
Η δικαστηριακή νομολογία παγίως πλέον δέχεται ότι για να είναι έγκυρη η απόλυση οποιουδήποτε μισθωτού πρέπει η οφειλόμενη αποζημίωση να καταβληθεί ταυτόχρονα, δηλαδή την ίδια ημέρα με την επίδοση του εγγράφου της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας. Επομένως εάν ο εργοδότης βραδύνει να καταβάλει την αποζημίωση δεν καθίσταται έγκυρη η απόλυση και συνεπώς η σύμβαση εργασίας εξακολουθεί να παράγει τις έννομες συνέπειές της.
Πέραν, της αποζημίωσης απόλυσης οι μισθωτοί δικαιούνται να λάβουν ως αποζημίωση και τις αποδοχές της άδειας και του επιδόματος αδείας, εφόσον ο μισθωτός δεν έλαβε την άδεια και το επίδομα αδείας του για το ημερολογιακό έτος που γίνεται η απόλυση, καθώς και οποιεσδήποτε άλλες αποδοχές οφείλονται στον εργαζόμενο μέχρι εκείνη τη στιγμή.
Όταν η αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας υπερβαίνει τις αποδοχές δύο μηνών, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει κατά την απόλυση μέρος της αποζημίωσης που αντιστοιχεί στις αποδοχές δύο μηνών. Το υπόλοιπο ποσό καταβάλλεται σε διμηνιαίες δόσεις, καθεμία από τις οποίες δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές δύο μηνών, εκτός και αν το ποσό που υπολείπεται για την εξόφληση του συνόλου της αποζημίωσης είναι μικρότερο.
Η πρώτη δόση καταβάλλεται την επομένη της συμπλήρωσης διμήνου από την απόλυση. (άρθρο 74, παρ. 3, Ν.3863/10)
Συνιστάται συνεπώς προς τον μισθωτό ότι, τη στιγμή που θα γίνει η επίδοση του εγγράφου καταγγελίας της σύμβασης εργασίας θα πρέπει να του καταβληθούν όλες οι οφειλόμενες αποδοχές δηλαδή μισθός, αποζημίωση απόλυσης αδείας και επίδομα αδείας και ύστερα να υπογράψει ο εργαζόμενος την καταγγελία της σύμβασης εργασίας.
Δε βρέθηκαν σχόλια
Μπορείτε να αφήσετε σχόλιο μόνο αν είστε εγγεγραμμένος χρήστης. Εγγραφείτε ή συνδεθείτε