Την Ετήσια Έκθεση Προόδου του Μεσοπρόθεσμου Δημοσιονομικού-Διαρθρωτικού Σχεδίου (ΜΔΔΣ) καταθέτουν σήμερα στην Κομισιόν και στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τα υπουργεία Οικονομικών, αποκαλύπτοντας την επικαιροποιημένη εικόνα της οικονομίας και των δημοσιονομικών μεγεθών τους. Κοινή συνισταμένη των προβλέψεων -καθώς και της Έκθεσης για την Ελλάδα- είναι οι προβλέψεις για μείωση των ρυθμών ανάπτυξης κατά μισή μονάδα και ο υψηλός πληθωρισμός για το 2026, λόγω της ενεργειακής θύελλας που έχει προκαλέσει η κρίση στη Μέση Ανατολή.
Στο κείμενο που θα αποστείλει η Αθήνα περιλαμβάνονται τα απολογιστικά στοιχεία του 2025, οι νέες μακροοικονομικές προβλέψεις, η πορεία των καθαρών πρωτογενών δαπανών και η εκτίμηση του διαθέσιμου δημοσιονομικού χώρου με βάση το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης.
Η βασική αναθεώρηση αφορά στο 2026, για το οποίο η ανάπτυξη μειώνεται στο 2% από 2,4% που προέβλεπε ο προϋπολογισμός, ενώ ο πληθωρισμός αυξάνεται στο 3,2% αντί να πέσει στο 2,2%. Θα περιγράφονται τα νέα μέτρα στήριξης που έχουν ανακοινωθεί, με τη συμβολή των οποίων προβλέπεται ότι η πρόβλεψη ανάπτυξης συγκρατείται στο 2% για εφέτος και στα επόμενα χρόνια -αντί πτώσης στο 1,7% που προβλεπόταν για του χρόνου. Οι εκτιμήσεις στηρίζονται στις υποθέσεις ότι η μέση τιμή Brent θα κινηθεί στα 89 δολάρια το βαρέλι για εφέτος, παραδοχή πάντως που δεν φαίνεται να επαληθεύεται από τα σημερινά δεδομένα των διεθνών τιμών.
Στο δημοσιονομικό σκέλος, το πρωτογενές πλεόνασμα για το 2026 εκτιμάται στο 3,2% του ΑΕΠ από 2,8% προηγουμένως και στο ίδιο επίπεδο για το 2027, με τη διευκρίνιση ότι για το επόμενο έτος η πρόβλεψη αυτή δεν περιλαμβάνει νέα μέτρα. Το δημόσιο χρέος αναθεωρείται χαμηλότερα, στο 136,8% του ΑΕΠ για το 2026 από 138,2% και στο 130,3% για το 2027, ενώ το ονομαστικό ΑΕΠ εκτιμάται στα 261,3 δισ. ευρώ φέτος και στα 272,8 δισ. ευρώ το επόμενο έτος.
Η έκθεση θα αποκαλύπτει και το περιθώριο των καθαρών πρωτογενών δαπανών για νέες παροχές, καθώς ο νέος αυτός δημοσιονομικός κανόνας αποτελεί πλέον το βασικό μέτρο παρακολούθησης των κρατών-μελών στο νέο ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο. Σύμφωνα με την αποτύπωση της έκθεσης, μετά και τα μέτρα που έχουν ήδη ανακοινωθεί, η Ελλάδα απέχει κατά 0,1% του ΑΕΠ από το όριο δαπανών για το 2026 και κατά 0,4% του ΑΕΠ για το 2027, δηλαδή περιθώριο περίπου 200 εκατ. ευρώ για το 2026 και επιπλέον 1 δισ. ευρώ για το επόμενο έτος.
Παράλληλα, η έκθεση καταγράφει και την αναβάθμιση του χρηματοδοτούμενου Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων στα 7 δισ. ευρώ από 6,35 δισ. ευρώ, με μόνιμο χαρακτήρα και για τα επόμενα έτη, καθώς ενσωματώνονται νέα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία. Η αύξηση αυτή, σε συνδυασμό με τις νέες μακροοικονομικές εκτιμήσεις και τα ήδη εξαγγελθέντα μέτρα, χρησιμοποιείται ως βασικό επιχείρημα για τη βελτίωση της πρόβλεψης ανάπτυξης του 2027.
Ωστόσο, παρά τη σαφέστερη αποτύπωση των βασικών μεγεθών, η εικόνα δεν μπορεί να θεωρηθεί πλήρως σταθερή. Οι προβλέψεις στηρίζονται σε παραδοχές για τις τιμές ενέργειας, τον πληθωρισμό και το εξωτερικό περιβάλλον, οι οποίες μπορούν να μεταβληθούν. Υπό αυτή την έννοια, η έκθεση λειτουργεί περισσότερο ως επικαιροποιημένος δημοσιονομικός και μακροοικονομικός οδηγός παρά ως κλειδωμένος χάρτης πορείας, καθώς ο διαθέσιμος χώρος παραμένει υπαρκτός αλλά περιορισμένος και εξαρτάται από την επιβεβαίωση των βασικών σεναρίων.