Σε αυξητική τροχιά κινούνται τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς το Δημόσιο, με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της ΑΑΔΕ να αναδεικνύουν μια επιδείνωση της εικόνας ήδη από τις αρχές του 2026. Ειδικότερα, το πρώτο δίμηνο του έτους, τα νέα χρέη ανήλθαν σε 2,136 δισ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση σχεδόν 9% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Πρόκειται για οφειλές που δημιουργήθηκαν κυρίως από απλήρωτους φόρους νοικοκυριών και επιχειρήσεων, οι οποίοι πλησιάζουν τα 2 δισ. ευρώ μόνο για Ιανουάριο και Φεβρουάριο.
H τάση αυτή ενισχύει τις ανησυχίες για την αποτελεσματικότητα της νέας έκτακτης ρύθμισης των 72 δόσεων, η οποία αναμένεται να ενεργοποιηθεί τον Ιούνιο. Παρότι η ρύθμιση δίνει τη δυνατότητα διευθέτησης παλαιότερων οφειλών σε βάθος χρόνου, συνοδεύεται από αυστηρές προϋποθέσεις. Κομβικό σημείο αποτελεί η υποχρέωση των οφειλετών να έχουν τακτοποιήσει πλήρως όλα τα χρέη που δημιουργήθηκαν από το 2024 και μετά, είτε μέσω εφάπαξ εξόφλησης είτε μέσω της πάγιας ρύθμισης των 24 ή 48 δόσεων.
Φαύλος κύκλος οφειλών
Η συγκεκριμένη απαίτηση λειτουργεί αποτρεπτικά για σημαντικό αριθμό φορολογουμένων, καθώς καλούνται να διαχειριστούν ταυτόχρονα τόσο τα παλαιά όσο και τα νέα βάρη. Το αποτέλεσμα είναι να διαμορφώνεται ένας φαύλος κύκλος: η αύξηση των νέων ληξιπρόθεσμων οφειλών περιορίζει τη δυνατότητα ένταξης σε ρυθμίσεις, γεγονός που οδηγεί σε περαιτέρω διόγκωση του ιδιωτικού χρέους.
Ενδεικτικό της δυσκολίας που αντιμετωπίζουν οι οφειλέτες είναι το γεγονός ότι από το σύνολο των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς την Εφορία, που ξεπερνούν τα 114 δισ. ευρώ, μόλις 5,26 δισ. ευρώ βρίσκονται σήμερα σε καθεστώς ρύθμισης. Το ποσοστό αυτό, που αντιστοιχεί σε περίπου 6,65% του συνόλου, αποτυπώνει τις αυξημένες απαιτήσεις συνέπειας που συνοδεύουν τα υφιστάμενα προγράμματα.
Οι φορολογούμενοι που έχουν ενταχθεί σε ρυθμίσεις καλούνται να ανταποκρίνονται ταυτόχρονα σε πολλαπλές υποχρεώσεις: να εξυπηρετούν τις δόσεις των ρυθμισμένων οφειλών και, παράλληλα, να παραμένουν συνεπείς στις τρέχουσες φορολογικές υποχρεώσεις τους. Σε ένα περιβάλλον αυξημένου κόστους διαβίωσης και πιέσεων στα εισοδήματα, η εξίσωση αυτή αποδεικνύεται δύσκολη για μεγάλο μέρος των οφειλετών.
Η ρύθμιση των 72 δόσεων και τα εμπόδια
Παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι η νέα ρύθμιση των 72 δόσεων θα μπορούσε να λειτουργήσει ως εργαλείο σταθεροποίησης, υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρξει μεγαλύτερη ευελιξία στους όρους ένταξης. Η υποχρέωση άμεσης τακτοποίησης των πρόσφατων οφειλών θεωρείται από πολλούς ως το βασικό εμπόδιο που περιορίζει την απήχηση του μέτρου.
Ως εναλλακτική λύση για οφειλές άνω των 5.000 ευρώ παραμένει ο εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης, ο οποίος παρέχει ακόμη και τη δυνατότητα μερικής διαγραφής οφειλών. Ωστόσο, η διαδικασία χαρακτηρίζεται πιο σύνθετη και απαιτεί τη συναίνεση του οφειλέτη στην άρση τραπεζικού και φορολογικού απορρήτου, γεγονός που λειτουργεί ανασταλτικά για αρκετούς ενδιαφερόμενους.
Η νέα ρύθμιση των 72 δόσεων θα καλύπτει οφειλές προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία που έχουν βεβαιωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2023 και παραμένουν αρρύθμιστες έως τις 21 Απριλίου 2026. Δικαίωμα ένταξης θα έχουν και όσοι έχασαν προηγούμενες ρυθμίσεις, υπό την προϋπόθεση ότι θα πληρούν τα κριτήρια για τα νεότερα χρέη.
Το επιτόκιο της ρύθμισης διαμορφώνεται στο 5,84%, ενώ η ελάχιστη μηνιαία δόση ορίζεται στα 30 ευρώ. Ωστόσο, το βασικό ζητούμενο παραμένει αν οι όροι συμμετοχής θα επιτρέψουν σε ένα ευρύ φάσμα οφειλετών να αξιοποιήσει τη δυνατότητα αυτή ή αν η αυστηρότητα των προϋποθέσεων θα περιορίσει σημαντικά την αποτελεσματικότητά της.