
H ΠΟΜΙΔΑ χαιρετίζει τη χθεσινή διευκρίνιση του Υπουργείου Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, σύμφωνα με την οποία η κυβέρνηση δεν εξετάζει ούτε προτίθεται να προχωρήσει σε οποιαδήποτε μορφή διοικητικού καθορισμού ή επιβολής ανώτατου ορίου στα μισθώματα κατοικιών. Το υπουργείο εξήγησε, μάλιστα, τους λόγους που καθιστούν αναγκαία αυτή τη στάση, υπογραμμίζοντας ότι «η αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης απαιτεί διαρθρωτικές παρεμβάσεις που αυξάνουν το διαθέσιμο στεγαστικό απόθεμα και όχι διοικητικό καθορισμό τιμών».
Παρά τη διαβεβαίωση του αρμόδιου υπουργείου ότι το ζήτημα «σηκώθηκε» στον δημόσιο διάλογο από παρεξήγηση, η ΠΟΜΙΔΑ θεωρεί απαραίτητο να επισημάνει τις σοβαρές επιπτώσεις που θα είχε ένα τέτοιο μέτρο, τόσο με βάση την εμπειρία του παρελθόντος όσο και σε περίπτωση που επανερχόταν στο μέλλον. Όπως τονίζει, οι συνέπειες θα ήταν βαριές όχι μόνο για τους ιδιοκτήτες, αλλά κυρίως για τους ίδιους τους ενοικιαστές. Παράλληλα, αξιοποιεί την ευκαιρία για να παρουσιάσει συγκεντρωτικά τις προτάσεις της για την αντιμετώπιση του στεγαστικού προβλήματος.
Βασικό ζητούμενο στη σημερινή αγορά των μισθώσεων κατοικιών, όπως ορθά αναδεικνύεται και στην Εθνική Στρατηγική για τη στέγαση, είναι η εφαρμογή πολιτικών που θα συμβάλουν στο να «ανοίγουν τα σπίτια». Με άλλα λόγια, απαιτούνται μέτρα που θα αυξήσουν την προσφορά κατοικιών προς ενοικίαση, περιορίζοντας το χάσμα ανάμεσα στη διαρκώς μειούμενη προσφορά και τη συνεχώς αυξανόμενη ζήτηση. Μόνο με αυτόν τον τρόπο, σύμφωνα με την ΠΟΜΙΔΑ, μπορεί να υπάρξει πραγματική εξισορρόπηση των ενοικίων.
Ο κίνδυνος από τον αγορανομικό έλεγχο στα ενοίκια
Αν και το σχέδιο της Εθνικής Στρατηγικής περιλαμβάνει σειρά θετικών παρεμβάσεων που μπορούν να ενισχύσουν ουσιαστικά την προσφορά κατοικιών προς εκμίσθωση, η ΠΟΜΙΔΑ επισημαίνει ότι φαίνεται να περιγράφει έμμεσα και ένα μέτρο το οποίο, εφόσον τελικά εφαρμοστεί, θα μπορούσε να ακυρώσει στην πράξη όλα τα υπόλοιπα. Πρόκειται για την επιβολή αγορανομικού ελέγχου στα μισθώματα παλαιών και νέων μισθώσεων κατοικιών, με έμφαση μάλιστα στα παλαιά ακίνητα χαμηλής ενεργειακής κλάσης, δηλαδή στο μεγαλύτερο τμήμα της αγοράς.
Σύμφωνα με την Ομοσπονδία, τα περισσότερα από αυτά τα ακίνητα ανήκουν σε ηλικιωμένους και οικονομικά ασθενέστερους μικροϊδιοκτήτες, γεγονός που θα καθιστούσε τις επιπτώσεις ακόμη πιο έντονες. Στις υφιστάμενες μισθώσεις, μια αναγκαστική μείωση ή ένα «πάγωμα» ενοικίων θα συνοδευόταν αναπόφευκτα από ποινικές ή διοικητικές κυρώσεις σε βάρος των ιδιοκτητών, προκειμένου να διασφαλιστεί η εφαρμογή του μέτρου. Στη συνέχεια, θα οδηγούσε σε αναγκαστική παράταση της διάρκειας των μισθώσεων, δημιουργώντας στην πράξη ένα πλήρες «Ενοικιοστάσιο».
Κατά την ΠΟΜΙΔΑ, ένα τέτοιο καθεστώς, από τη στιγμή που θα νομοθετούνταν, θα κινδύνευε να παρατείνεται διαρκώς. Το αποτέλεσμα θα ήταν η εγκατάλειψη και η απαξίωση των ακινήτων από τους ιδιοκτήτες τους, καθώς και η πλήρης αποθάρρυνση κάθε νέας ανέγερσης ή ανακαίνισης κατοικιών με σκοπό τη μακροχρόνια εκμίσθωση.
Πλήγμα σε νέους ενοικιαστές και δημόσια έσοδα
Σε ό,τι αφορά τις νέες μισθώσεις, οι οποίες θα έπρεπε να συνάπτονται εξαρχής με αγορανομικά ελεγχόμενο μίσθωμα, η ΠΟΜΙΔΑ εκτιμά ότι οι συνέπειες θα ήταν εξίσου αρνητικές. Πέρα από τη μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα των ιδιοκτητών να διαθέσουν κατοικίες σε άγνωστα πρόσωπα, οι δύο πλευρές θα οδηγούνταν αναπόφευκτα σε άτυπες συμφωνίες για την απόκρυψη τυχόν ποσού που θα υπερέβαινε το «πλαφόν».
Με τον τρόπο αυτό, σύμφωνα με την Ομοσπονδία, ιδιοκτήτες και ενοικιαστές θα επιχειρούσαν να αποφύγουν τόσο τις ποινικές ή διοικητικές συνέπειες όσο και τη φορολογική επιβάρυνση. Πρώτα θύματα ενός νέου «Ενοικιοστασίου» θα ήταν τα νέα παιδιά και τα νέα ζευγάρια, δηλαδή εκείνοι ακριβώς που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη να βρουν διαθέσιμη κατοικία. Παράλληλα, απώλειες θα κατέγραφαν και τα δημόσια έσοδα.
Η ΠΟΜΙΔΑ υπογραμμίζει ότι το ζητούμενο είναι πολιτικές που «να ανοίγουν τα σπίτια» και όχι «να τα κλείνουν». Για τον λόγο αυτό ζητά την άμεση απόσυρση της συγκεκριμένης πρότασης από το κείμενο της διαβούλευσης, τονίζοντας ότι ακόμη και η απλή παραμονή της στον δημόσιο διάλογο αρκεί για να προκαλέσει έντονη ανησυχία στους ιδιοκτήτες.
Όπως αναφέρει, η συζήτηση αυτή ξυπνά μνήμες από την ποινική καταδίκη σε εξάμηνη φυλάκιση και τα βαριά πρόστιμα που επιβλήθηκαν σε χιλιάδες ιδιοκτήτες για υπέρβαση λίγων δραχμών, βάσει της Νομοθετικής Πράξης της 8ης Σεπτεμβρίου 1978 για το «Θεμιτό Μίσθωμα» την περίοδο 1978-1984. Υπενθυμίζει επίσης την πολυετή δέσμευση περιουσιών από τις αναγκαστικές παρατάσεις των μισθώσεων την περίοδο 1984-1994, αλλά και την πλήρη απαξίωση ακινήτων από το κατοχικό ενοικιοστάσιο της περιόδου 1940-1965. Πρόκειται, όπως σημειώνει, για εμπειρίες που μπορούν μόνο να ενισχύσουν την επιφυλακτικότητα απέναντι στο αναγκαίο «άνοιγμα» των κατοικιών στη μακροχρόνια μίσθωση.
Οι προτάσεις της ΠΟΜΙΔΑ για περισσότερα σπίτια στην αγορά
Για την αύξηση της προσφοράς κατοικιών προς μακροχρόνια μίσθωση, η ΠΟΜΙΔΑ προτείνει την επέκταση της τριετούς απαλλαγής από τον φόρο εισοδήματος για νέες μισθώσεις κύριας κατοικίας, ώστε να καλύπτει κάθε κατοικία που σήμερα παραμένει ξενοίκιαστη για οποιονδήποτε λόγο. Στην κατηγορία αυτή θα πρέπει, όπως αναφέρει, να ενταχθούν νεόδμητα, ανακαινισμένα, νεοαποκτηθέντα, ιδιοκατοικούμενα ή δωρεάν παραχωρημένα ακίνητα, καθώς και κατοικίες που ανήκουν σε κάθε είδους νομικά πρόσωπα. Η Ομοσπονδία εκτιμά ότι μια τέτοια ρύθμιση θα μπορούσε να φέρει μεγάλο αριθμό κατοικιών στην αγορά, με ελάχιστη απώλεια δημοσίων εσόδων, καθώς σήμερα από τα συγκεκριμένα ακίνητα δεν εισπράττεται κανένα ποσό.
Δεύτερη πρόταση είναι η νομοθέτηση της δυνατότητας μονομερούς διαίρεσης διαμερισμάτων μεγάλου εμβαδού σε μικρότερες κατοικίες, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου αυτό απαγορεύεται από τον κανονισμό της πολυκατοικίας. Με αυτόν τον τρόπο, σύμφωνα με την ΠΟΜΙΔΑ, θα μπορούσαν να δημιουργηθούν περισσότερες διαθέσιμες κατοικίες, προσαρμοσμένες στις σημερινές ανάγκες της αγοράς.
Η Ομοσπονδία ζητά επίσης περαιτέρω μείωση όλων των φορολογικών συντελεστών που επιβάλλονται στο εισόδημα από μισθώματα, προκειμένου να ενισχυθεί το κίνητρο των ιδιοκτητών να διαθέσουν τα ακίνητά τους στη μακροχρόνια μίσθωση.
Παράλληλα, προτείνει τη μείωση του ΦΠΑ για υλικά και εργασίες λειτουργικής και ενεργειακής αναβάθμισης κατοικιών στο 12%, καθώς και τη βελτίωση των όρων επιστροφής φόρου εισοδήματος για δαπάνες αναβάθμισης κτιρίων. Συγκεκριμένα, ζητά η επιστροφή να γίνεται εντός τριετίας αντί πενταετίας και να καλύπτει έως το 50% των δαπανών για υλικά, αντί του σημερινού 25%.
Τέλος, η ΠΟΜΙΔΑ ζητά την έναρξη λειτουργίας της εφαρμογής αξιολόγησης της φερεγγυότητας των υποψήφιων ενοικιαστών από τη Γενική Γραμματεία Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους. Όπως υποστηρίζει, η ύπαρξη ενός τέτοιου εργαλείου θα μπορούσε να μειώσει την επιφυλακτικότητα των ιδιοκτητών και να τους ενθαρρύνει να διαθέσουν τα σπίτια τους σε ενοικιαστές που τηρούν τις υποχρεώσεις τους.