"Σενάρια πολέμου" για το ΑΕΠ εν μέσω μεγάλης αβεβαιότητας που δημιουργεί το μείγμα υψηλού πληθωρισμού και της δεδομένης πρόθεσης για αλλαγή πορείας στη νομισματική πολιτική από την ΕΚΤ, προσπαθεί να συνθέσει τον τελευταίο καιρό το υπουργείο Οικονομικών.
Ο κύριος λόγος είναι να προσαρμόσει έγκαιρα την πολιτική του μέσα στα στενά δημοσιονομικά πλαίσια που υπάρχουν, ώστε να ελαχιστοποιήσει τις απώλειες.
Μέχρι στιγμής στο ΥΠΟΙΚ υπάρχουν τρία σενάρια. Όλα καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η ανάπτυξη για φέτος θα είναι σε κάθε περίπτωση θετική.
Το βασικό σενάριο θέλει την επίσημη πρόβλεψη του προϋπολογισμού από το 4,5% να επιβραδύνεται στο 4%. Το δυσμενές σενάριο που έχει περιληφθεί και στο κείμενο της εισηγητική έκθεσης του προϋπολογισμού, προβλέπει περαιτέρω επιβράδυνση της ανάπτυξης για φέτος, στο 3,5%. Το τρίτο, είναι το πλέον ακραίο και εκτιμά ότι ο ρυθμός ανάπτυξης θα υποχωρήσει κοντά στο 2%. Πηγές του ΥΠΟΙΚ ξεκαθαρίζουν ότι και αυτές οι προβλέψεις γίνονται υπό την αίρεση της σύντομης λήξης του πολέμου και του δεδομένου ότι ο πληθωρισμός θα παραμείνει ψηλά, μέχρι και το τέλος του χρόνου.
Σε ό,τι αφορά τις επιμέρους απώλειες του ΑΕΠ, η μεγαλύτερη θα προέλθει από το αυξημένο έλλειμμα στο ισοζύγιο καυσίμων. Με άλλα λόγια, η μείωση του ΑΕΠ θα προσδιοριστεί αν αφαιρεθεί η αυξημένη αξία εισαγωγών ορυκτών καυσίμων (πετρελαίου και φυσικού αερίου) από τα τελικά προϊόντα πετρελαίου που εξάγουν τα δύο μεγάλα διυλιστήρια της χώρας. Το έλλειμμα καυσίμων το 2021 αυξήθηκε κατά περίπου 2,6 δισ. ευρώ, με τις τιμές των ενεργειακών προϊόντων να αυξάνονται σημαντικά το τελευταίο τρίμηνο του χρόνου. Για φέτος η επιβάρυνση αναμένεται να είναι σημαντικά μεγαλύτερη.
Το δεύτερο πλήγμα, αναμένεται να έρθει από την ιδιωτική κατανάλωση η οποία αναμένεται να επιβραδυνθεί από την αύξηση κατά 3,3% που προβλέπει ο προϋπολογισμός, λόγω της αβεβαιότητας που προκαλεί ο πόλεμος αλλά και λόγω των ψηλών τιμών σε καύσιμα, τρόφιμα και πρώτες ύλες. Τούτο με δεδομένο ότι τα μέτρα στήριξης τα οποία θα έρχονται σε μηνιαία βάση, όσο κρατήσει η ενεργειακή κρίση, περιορίζουν αλλά δεν εξαλείφουν τις συνέπειες του πληθωρισμού.
Στο κρίσιμο πεδίο του τουρισμού, οι εκτιμήσεις είναι ότι οι επιπτώσεις θα είναι περιορισμένες, καθώς οι τουρίστες από Ρωσία και Ουκρανία αύξαναν τον τζίρο κατά περίπου 350 εκατ. ευρώ. Μεγάλο μέρος των εσόδων αυτών θα χαθεί λόγω του πολέμου. Ωστόσο, υπάρχει η προσδοκία ότι η απώλεια από τουρίστες των δύο αυτών χωρών, θα αναπληρωθεί από άλλες χώρες.
Ένας ακόμη κίνδυνος για το ΑΕΠ, προέρχεται από την αύξηση του κόστους του δανεισμού του δημοσίου. Μπορεί το χρέος να είναι σε μεγάλο βαθμό "οχυρωμένο", αλλά σε κάθε περίπτωση ο δανεισμός από τις αγορές θα είναι όλο και ακριβότερος. Ο πραγματικός κίνδυνος είναι ότι το αυξημένο κόστος δανεισμού του δημοσίου θα συμπαρασύρει το κόστος χρήματος για τις τράπεζες και τελικά για την πραγματική οικονομία. Αυτό, μπορεί να έχει μια έμμεση αλλά σημαντική επίδραση, στην πορεία των ιδιωτικών επενδύσεων.
Με το βλέμμα στις Βρυξέλλες
Το ερώτημα που μένει να απαντηθεί είναι αν το ΥΠΟΙΚ θα έχει το περιθώριο να συνεχίσει να στηρίζει νοικοκυριά και επιχειρήσεις όλο το υπόλοιπο του χρόνου ώστε να μην έχουμε μεγαλύτερη βύθιση στην ανάπτυξη.
Θα πρέπει να περιμένει όμως μέχρι και τον Μάιο. Τότε, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μαζί με τις εαρινές της προβλέψεις θα λάβει, μαζί με τους υπουργούς Οικονομικών της Ευρωζώνης, τις τελικές αποφάσεις αν θα παρατείνει τη δημοσιονομική ευελιξία και το 2023. Κάτι τέτοιο, θα δώσει τη δυνατότητα στο ΥΠΟΙΚ, να συνεχίσει τις επιδοτήσεις σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις.