Η αύξηση του κόστους στέγασης, η δυσκολία πρόσβασης σε ιδιόκτητη κατοικία, η πίεση στα ενοίκια και το μεγάλο απόθεμα παλαιών ή ανενεργών ακινήτων διαμορφώνουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο τίθεται σε δημόσια διαβούλευση η Εθνική Στρατηγική για τη Στεγαστική Πολιτική 2026-2035.
Το κείμενο της δημόσιας διαβούλευσης επιχειρεί να περιγράψει πώς θα χρηματοδοτηθεί την επόμενη δεκαετία ένα πιο συνεκτικό πλέγμα στεγαστικών πολιτικών, με στόχο την ενίσχυση της προσφοράς προσιτών κατοικιών, τη στήριξη των ενοικιαστών, την ενεργειακή αναβάθμιση του οικιστικού αποθέματος και την αξιοποίηση ακινήτων που σήμερα παραμένουν εκτός αγοράς.
Σύμφωνα με τη στρατηγική, η Ελλάδα διαθέτει ήδη ένα ευρύ χρηματοδοτικό πλαίσιο για τη στέγαση, το οποίο περιλαμβάνει προγράμματα ιδιοκατοίκησης, μέτρα στήριξης ενοικιαστών, δράσεις ενεργειακής αναβάθμισης και παρεμβάσεις για την αξιοποίηση του οικιστικού αποθέματος. Το ζητούμενο, όμως, για την επόμενη δεκαετία είναι ο καλύτερος συντονισμός αυτών των πόρων, η σύνδεσή τους με νέα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία και η κατεύθυνσή τους σε παρεμβάσεις με πιο μετρήσιμο αποτέλεσμα για τα νοικοκυριά.
Πόροι άνω των 6,5 δισ. ευρώ
Η εικόνα που αποτυπώνεται στο κείμενο της διαβούλευσης δείχνει ότι η στεγαστική πολιτική στηρίζεται ήδη σε παρεμβάσεις μεγάλης κλίμακας. Συνολικά καταγράφονται περισσότερες από 48 συντονισμένες δράσεις, με προϋπολογισμό που υπερβαίνει τα 6,5 δισ. ευρώ, ενώ 24 από αυτές αφορούν αμιγώς τη στέγαση και έχουν ως στόχο να καλύψουν ανάγκες περισσότερων από 1,5 εκατομμυρίου πολιτών.
Στο κέντρο αυτής της πολιτικής βρίσκονται τα προγράμματα «Σπίτι μου Ι» και «Σπίτι μου ΙΙ», τα οποία έχουν σχεδιαστεί για να διευκολύνουν την πρόσβαση στην ιδιόκτητη κατοικία. Το «Σπίτι μου ΙΙ» διαθέτει προϋπολογισμό περίπου 2 δισ. ευρώ, ενώ το «Σπίτι μου Ι» κινείται στο επίπεδο του 1 δισ. ευρώ.
Την ίδια στιγμή, η στεγαστική πολιτική συνδέεται όλο και περισσότερο με την ενεργειακή αναβάθμιση των σπιτιών. Το «Εξοικονομώ 2025», με πόρους άνω των 920 εκατ. ευρώ, δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως πρόγραμμα εξοικονόμησης ενέργειας, αλλά ως παρέμβαση που βελτιώνει την ποιότητα κατοίκησης και μειώνει το κόστος διαβίωσης. Για πολλά νοικοκυριά, άλλωστε, το πρόβλημα δεν είναι μόνο το ενοίκιο ή η δόση ενός δανείου, αλλά και το συνολικό κόστος για να διατηρηθεί ένα σπίτι λειτουργικό, ζεστό τον χειμώνα και βιώσιμο οικονομικά.
Τι αλλάζει για τους ενοικιαστές και τα κλειστά σπίτια
Ένα από τα πιο άμεσα εργαλεία στήριξης είναι η επιστροφή ενοικίου. Σύμφωνα με τη στρατηγική, το 2025 διατέθηκαν πάνω από 200 εκατ. ευρώ σε ενοικιαστές, ενώ προβλέπεται η συνέχιση της στήριξης σε ετήσια βάση. Το μέτρο αυτό λειτουργεί ως ανάσα για τα νοικοκυριά που πιέζονται από το κόστος ενοικίασης, χωρίς όμως να αρκεί από μόνο του για να αντιμετωπιστεί η βαθύτερη αιτία της κρίσης, που είναι η έλλειψη αρκετών διαθέσιμων και προσιτών κατοικιών.
Γι’ αυτό και το νέο σχέδιο δίνει ιδιαίτερη σημασία στην αξιοποίηση του υπάρχοντος οικιστικού αποθέματος. Η αναθεώρηση του ΕΣΠΑ έχει εξασφαλίσει πρόσθετους πόρους περίπου 500 εκατ. ευρώ για την επιδότηση ήπιων ανακαινίσεων σε κλειστές ή ανοικτές κατοικίες. Η κατεύθυνση αυτή έχει πρακτική σημασία, γιατί στην Ελλάδα υπάρχουν ακίνητα που παραμένουν εκτός αγοράς, είτε επειδή χρειάζονται επισκευές είτε επειδή οι ιδιοκτήτες τους δεν έχουν το κίνητρο ή τη δυνατότητα να τα αναβαθμίσουν.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η αξιοποίηση νέων χρηματοδοτικών εργαλείων για κοινωνικές κατοικίες. Μέσω του Κοινωνικού Κλιματικού Ταμείου έχουν εξασφαλιστεί περίπου 500 εκατ. ευρώ για την ανάπτυξη κοινωνικών κατοικιών σε ανενεργά στρατόπεδα. Πρόκειται για μια παρέμβαση που δείχνει ότι η στεγαστική πολιτική δεν περιορίζεται πλέον στην επιδότηση της ζήτησης, αλλά επιχειρεί να παρέμβει και στην προσφορά κατοικιών.
Το νέο ευρωπαϊκό παράθυρο χρηματοδότησης
Η εθνική στρατηγική συνδέει το ελληνικό σχέδιο με μια ευρύτερη αλλαγή που συντελείται στην Ευρώπη. Η στέγαση αναδεικνύεται πλέον σε κεντρική κοινωνική και αναπτυξιακή προτεραιότητα σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς η ανάγκη για προσιτή και βιώσιμη κατοικία δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, αλλά σχεδόν όλα τα κράτη μέλη.
Στο κείμενο της διαβούλευσης αναφέρεται ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά το επενδυτικό κενό στον τομέα της στέγασης σε περίπου 150 δισ. ευρώ ετησίως σε επίπεδο ΕΕ. Αυτή η εκτίμηση εξηγεί γιατί οι εθνικές παρεμβάσεις, όσο σημαντικές κι αν είναι, χρειάζονται ενίσχυση από ευρωπαϊκά επενδυτικά μέσα και νέους χρηματοδοτικούς μηχανισμούς.
Κεντρική θέση σε αυτή τη νέα προσέγγιση έχει το Ευρωπαϊκό Σχέδιο για την Προσιτή Στέγαση. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στην κινητοποίηση επενδύσεων, δηλαδή στην ενεργοποίηση περισσότερων δημόσιων και ιδιωτικών κεφαλαίων για έργα κοινωνικής, προσιτής και βιώσιμης κατοικίας. Με άλλα λόγια, η στέγαση αντιμετωπίζεται πλέον όχι μόνο ως κοινωνική ανάγκη, αλλά και ως πεδίο μεγάλων επενδύσεων με μακροπρόθεσμο αποτύπωμα.
Μέσα στο 2026 αναμένεται να τεθεί σε λειτουργία και η νέα Πανευρωπαϊκή Πλατφόρμα Επενδύσεων για Προσιτή και Βιώσιμη Κατοικία. Η πλατφόρμα αυτή θα επιδιώξει να φέρει πιο κοντά δημόσιες αρχές, ιδιώτες επενδυτές και χρηματοδοτικούς οργανισμούς, ώστε να συγκεντρωθούν πόροι και να επιταχυνθούν έργα κατοικίας σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Για την Ελλάδα, αυτό μπορεί να ανοίξει έναν νέο δρόμο χρηματοδότησης, αλλά η δυνατότητα δεν μεταφράζεται αυτόματα σε έργα. Η στρατηγική επισημαίνει ότι η χώρα θα πρέπει να έχει ώριμα και κατάλληλα σχεδιασμένα έργα, ώστε να μπορέσει να προσελκύσει ευρωπαϊκούς και ιδιωτικούς πόρους. Εκεί θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό αν το νέο χρηματοδοτικό περιβάλλον θα γίνει πραγματική ευκαιρία ή αν θα μείνει μια ακόμα δυνατότητα που δεν αξιοποιήθηκε πλήρως.
Ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και των τραπεζών
Σημαντικό ρόλο στο νέο πλαίσιο αναμένεται να έχει και η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ), καθώς ο Όμιλος της έχει ανακοινώσει σχέδιο δράσης για την προσιτή και βιώσιμη κατοικία, με στόχο η χρηματοδότηση προς τον τομέα της στέγασης να αυξηθεί από πάνω από 4 δισ. ευρώ το 2025 σε περίπου 6 δισ. ευρώ ετησίως από το 2026 και μετά.
Οι πόροι αυτοί μπορούν να κατευθυνθούν σε νέες κατασκευές, ανακαινίσεις, ενεργειακές αναβαθμίσεις και καινοτόμες λύσεις στον τομέα της κατοικίας, καθιστώντας τη συμμετοχή της ΕΤΕπ κρίσιμη για την Ελλάδα, ιδίως σε έργα που συνδυάζουν κοινωνικό όφελος, αύξηση διαθέσιμων κατοικιών και ενεργειακή αποδοτικότητα.
Πέρα από τη χρηματοδότηση, η ΕΤΕπ μπορεί να στηρίξει και την προετοιμασία των έργων, μέσα από συμβουλευτικές υπηρεσίες που βοηθούν στον σχεδιασμό και την ωρίμανση επενδύσεων. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί πολλές φορές το πρόβλημα δεν είναι μόνο η έλλειψη χρημάτων, αλλά η αδυναμία να παρουσιαστούν εγκαίρως ολοκληρωμένα σχέδια, με σαφές αντικείμενο, προϋπολογισμό και κοινωνική στόχευση.
Στο νέο σχήμα χρηματοδότησης ρόλο αναμένεται να έχουν και οι εμπορικές τράπεζες, καθώς η εμπειρία τους από προγράμματα όπως το «Σπίτι μου» και το «Αναβαθμίζω το Σπίτι μου» μπορεί να αξιοποιηθεί για την επέκταση αντίστοιχων εργαλείων, τη μόχλευση κεφαλαίων και τη δημιουργία προϊόντων που θα στηρίζουν την αγορά κατοικίας, χωρίς να αποκλείουν όσους έχουν μικρότερη οικονομική δυνατότητα.
Πού θα βρεθούν οι πόροι της επόμενης δεκαετίας
Η στρατηγική περιγράφει ένα μεικτό μοντέλο χρηματοδότησης, στο οποίο συνδυάζονται εθνικοί πόροι, ευρωπαϊκά ταμεία, δανεισμός από ευρωπαϊκούς θεσμούς και συμμετοχή του τραπεζικού συστήματος. Τα Ταμεία Πολιτικής Συνοχής, όπως το ΕΤΠΑ και το ΕΚΤ+, ήδη στηρίζουν δράσεις που σχετίζονται με τη στέγαση μέσα από τα Εθνικά Προγράμματα της περιόδου 2021-2027 και αναμένεται να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο και στην επόμενη προγραμματική περίοδο 2028-2034.
Παράλληλα, οι τακτικές δαπάνες των υπουργείων μέσω του κρατικού προϋπολογισμού παραμένουν βασικό κομμάτι της χρηματοδότησης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η επιστροφή ενοικίου, η οποία χρηματοδοτείται σε εθνικό επίπεδο και έχει άμεσο αποτέλεσμα στο διαθέσιμο εισόδημα των ενοικιαστών.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η πρόβλεψη ότι η κοινωνική και προσιτή κατοικία θα αποκτήσει πιο κεντρική θέση στον επόμενο μακροπρόθεσμο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό για την περίοδο 2028-2034. Η ένταξή της ως ειδικού στόχου στα νέα Εθνικά Προγράμματα μπορεί να επιτρέψει στα κράτη μέλη να χρηματοδοτούν τη στέγαση πιο συστηματικά και όχι αποσπασματικά, όπως συνέβαινε σε μεγάλο βαθμό στο παρελθόν.