
και για το μετά την άσκηση της αγωγής χρονικό διάστημα έως την άρση της υπερημερίας του εργοδότη, καθόσον αυτές δεν εξαρτώνται από την αντιπαροχή της εργασίας, η οποία έχει ήδη αποκρουσθεί με την καταγγελία.
Α . Π. 2006 ( Τμ . Β 2' Πολ .)
Προεδρεύων : ΧΡΗΣΤ . ΜΠΑΛΝΤΑΣ , Αντιπρόεδρος
Εισηγητής : ΑΝΑΣΤ . - ΦΙΛΗΤ . ΠΕΡΙΔΗΣ , Αρεοπαγίτης
Από το συνδυασμό των άρθρων 349, 350 και 656, Α. Κ. προκύπτει, ότι ο εργοδότης, αν καταγγείλει ακύρως τη σύμβαση εργασίας, περιέρχεται σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού και υποχρεούται μέχρις ότου άρει την υπερημερία του να καταβάλει τις αποδοχές υπερημερίας στον απολυθέντα μισθωτό, ο οποίος δεν υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του, αφού στην καταγγελία του εργοδότη εμπεριέχεται και η δήλωση βουλήσεως του να μην αποδεχθεί στο μέλλον τις υπηρεσίες του απολυθέντος.
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 69, παράγρ . 1 , εδάφ . : α ' Κ . Πολ . Δ. προκύπτει , ότι δικαστική προστασία μπορεί να ζη τηθεί και για δικαίωμα κεκτημένο μεν , αλλά μη απαιτητό , δη λαδή να αξιωθεί με αγωγή και να επιδικασθεί παροχή που δεν εξαρτάται από αντιπαροχή και καθίσταται ληξιπρόθεσμη στο μέλλον και συνεπώς μπορούν να ζητηθούν αποδοχές υπερη μερίας για το μετά την άσκηση της αγωγής χρονικό διάστημα έως την άρση της υπερημερίας , αφού αυτές δεν εξαρτώνται από την αντιπαροχή της εργασίας , την οποία ο εργοδότης έχει ήδη αποκρούσει με την ανωτέρω καταγγελία ή και με τη ρητή μη αποδοχή τους .
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 349, 350 και 656, Α.Κ. και 69, παράγρ, 1, εδάφ. α', Κ.Πολ.Δ., ούτε παρά το νόμο δεν απέρριψε την πιο πάνω αγωγή, κατά το ως άνω αίτημα της, ως απαράδεκτη, αφού κατά τα ανωτέρω δεν πρόκειται για μέλλουσα έννομη σχέση, αλλά για υφιστάμενη και σε εξέλιξη μέχρι την άρση της υπερημερίας, η δε παροχή του αναιρεσείοντος για καταβολή των αποδοχών υπερημερίας δεν εξαρτάται από την αντιπαροχή της εργασίας της αναιρεσίβλητης, η οποία αποκρούστηκε με την ως άνω καταγγελία.
Επομένως ο από το άρθρο 559, αριθμ. 1 και 14 (κατ' εκτίμηση του αναιρετηρίου) πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Η σχετική αξίωση υπόκειται σε διετή παραγραφή, η οποία αρχίζει από την επόμενη της ημέρας του ατυχήματος, χωρίς η έναρξη της να επηρεάζεται από την εκ μέρους του δικαιούχου γνώση ή άγνοια της ζημίας και του προς αποζημίωση υπόχρεου.
Α.Π. 603/2006 (Τμ. Δ' Πολ.)
Προεδρεύων : ΑΘΑΝ. ΚΡΗΤΙΚΟΣ, Αντιπρόεδρος
Εισηγητής ; ΔΗΜ. ΔΑΛΙΑΝΗΣ, Αρεοπαγίτης
Από τις διατάξεις των άρθρων 1, περ. α' -δ', 6, παράγρ. 1, 2 και 5, 10,17 και 19 του ν. 489/1976 προκύπτει ότι, περιοριστικώς προβλεπόμενες περιπτώσεις της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου για την καταβολή αποζημιώσεως στον ζημιωθέντα από αυτοκινητικό ατύχημα, η σχετική αξίωση του τελευταίου παραγράφεται μετά την παρέλευση δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, σε σχέση δε με τη διακοπή και την αναστολή της παραγραφής αυτής ισχύουν οι γενικές ρυθμίσεις των άρθρων 255 επ. και 260 επ. του Α. Κ. Η διετής αυτή παραγραφή, στην οποία υπάγεται και η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, αρχίζει, σύμφωνα και με το άρθρο 241 Α. Κ, από την επομένη της ημέρας του ατυχήματος, χωρίς η έναρξη της να επηρεάζεται από την εκ μέρους του δικαιούχου γνώση ή άγνοια της ζημίας και του προς αποζημίωση υπόχρεου.
Η αντίθετη συναφώς διάταξη του άρθρου 937, παρ. 1, Α. Κ, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς η παραγραφή των αξιώσεων αποζημιώσεως από αδικοπραξία, δεν μπορεί να εφαρμοσθεί επί της ως άνω αξιώσεως. Και τούτο, γιατί παραγωγικός λόγος της αξιώσεως αυτής δεν είναι η αδικοπραξία αλλά απευθείας ο νόμος, ήτοι οι προαναφερθείσες διατάξεις του ν. 489/1976, με τις οποίες καθορίζονται οι προϋποθέσεις θεμελιώσεως της σχετικής ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου.
Εφαρμόζεται όμως η διάταξη του άρθρου 251 Α. Κ, κατά την οποία, για την έναρξη της παραγραφής, απαιτείται η αξίωση να είναι δικαστικώς επιδιώξιμη, δηλαδή εναγώγιμη. Αυτό συμβαίνει, όταν δεν υπάρχει κάποιος νομικός λόγος που να αποκλείει ή να παρεμποδίζει τη δικαστική επιδίωξη της αξιώσεως.
Αντιθέτως, η ύπαρξη πραγματικών εμποδίων, όπως είναι και η εκ μέρους του δικαιούχου άγνοια της γενέσεως της αξιώσεως του, δεν παρακωλύει την έναρξη της παραγραφής, αλλά είναι δυνατό με τη συνδρομή των σχετικών προϋποθέσεων, να αποτελεί λόγο αναστολής της.
Περαιτέρω, ο θεσμός της παραγραφής είναι δημόσιας τάξε ως, γιατί εξυπηρετεί την ασφάλεια των συναλλαγών και τη βεβαιότητα του δικαίου, ενώ εξάλλου η καθιέρωση από το άρθρο 19, παρ. 2, του ν. 489/1986 της ως άνω διετούς παραγραφής υπηρετεί επιπλέον την ανάγκη ταχύτερης εκκαθαρίσεως των σχετικών υποθέσεων και δεν ενέχει περιορισμό του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος παροχής δικαστικής προστασίας (άρθρο 20, παρ. 1, Σ.), δεδομένου μάλιστα ότι η επίκληση της παραγραφής αυτής μπορεί, με τη συνδρομή των σχετικών προϋποθέσεων, να αντιμετωπισθεί με τις αντενστάσεις για κατάχρηση δικαιώματος ή για αναστολή της.
`Αρειος Πάγος
Αριθ.απόφασης: 709/2006
Δικαστής: Χρήστος Μπαλντάς, Αντιπρόεδρος
Αρεοπαγίτες: Σπ. Κολυβάς, Γεώρ. Χλαμπουτάκης,
Αν. - Φιλ. Περίδης και Ηλ. Γιαννακάκης
Η προϋπηρεσία των νεοπροσλαμβανομένων εργαζομένων - λογιστών και βοηθών λογιστών - αποδεικνύεται με υπεύθυνη δήλωσή τους, κατατιθέμενη κατά την πρόσληψή τους στον εργοδότη, συνοδευόμενη δε, εντός τριμήνου προθεσμίας από της προσλήψεως, από τα απαραίτητα πιστοποιητικά των εργοδοτών στους οποίους εργάστηκαν ή κατά περίπτωση του αρμοδίου οικονομικού Εφόρου. Αν δεν πρόκειται για προϋπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, οπότε ο τελευταίος οφείλει οίκοθεν να καταβάλει το νόμιμο μισθό της αντίστοιχης μισθολογικής κλίμακας, η υποχρέωση καταβολής του νόμιμου μισθού του κλιμακίου με βάση την προϋπηρεσία αρχίζει από την ως άνω παράδοση στον εργοδότη της υπεύθυνης δηλώσεως και των πιστοποιητικών προϋπηρεσίας των προηγουμένων εργοδοτών.
[...] Κατά την παρ. 16 της Δ.Α. 146/1984 ΔΔΔΔ Αθηνών "για τους όρους αμοιβής και εργασίας λογιστών και βοηθών λογιστών ολόκληρης της χώρας" που κηρύχθηκε εκτελεστή με την 10262/1985 απόφαση του Υπουργ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 17) η προϋπηρεσία των νεοπροσλαμβανομένων εργαζομένων αποδεικνύεται με υπεύθυνη δήλωσή τους, κατατιθέμενη κατά την πρόσληψή τους στον εργοδότη, συνοδευόμενη δε, εντός τριμήνου προθεσμίας από της προσλήψεως, από τα απαραίτητα πιστοποιητικά των εργοδοτών στους οποίους εργάστηκαν ή κατά περίπτωση του αρμοδίου οικονομικού Εφόρου. Σε εμπρόθεσμη, δηλαδή εντός τριμήνου από της πρόσληψης και δήλωση προσαγωγή του πιστοποιητικού η προϋπηρεσία λογίζεται αποδειχθείσα από της πρόσληψης και δήλωσης". Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι εάν δεν πρόκειται για προϋπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, οπότε ο τελευταίος οφείλει οίκοθεν να καταβάλει το νόμιμο μισθό της αντίστοιχης μισθολογικής κλίμακας, η υποχρέωση καταβολής του νόμιμου μισθού του κλιμακίου με βάση την προϋπηρεσία αρχίζει από την κατά τα παραπάνω παράδοση στον εργοδότη της υπεύθυνης δηλώσεως και των πιστοποιητικών προϋπηρεσίας των προηγουμένων εργοδοτών. Εν προκειμένω το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη κατά το χρόνο της προσλήψεώς της (1.3.1997) στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας είχε προϋπηρεσία ένδεκα ετών ως βοηθός λογιστή στις επιχειρήσεις α) *** ΑΕ κατά το διάστημα από 1/5/1977 έως 9/11/1979, β) Αφοί *** και Σία ΕΕ κατά το διάστημα από 1/9/1991 έως 31/5/1996 και γ) *** ΑΕ από 1/1/1987 έως 28/8/1991 και υπολόγισε τις νόμιμες αποδοχές της βάσει του μισθολογικού κλιμακίου που προέκυπτε με συνυπολογισμό και της παραπάνω προϋπηρεσίας. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία που δεν επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο επί της ορθώς ή μη εφαρμογής της παραπάνω κανονιστικής διατάξεως, που έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, καθόσον δεν αναφέρεται στην απόφαση αν η προϋπηρεσία αυτή είχε γνωστοποιηθεί στην αναιρεσείουσα εργοδότρια κατά τον παραπάνω διαγραφόμενο στην Δ.Α. τύπο. Επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτοί, ως βάσιμοι ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο του μέρος και ο αντίστοιχος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, αληθώς από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Συνεπώς πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το πληττόμενο με την αναίρεση μέρος της και δη το τοιούτον περί επιδικάσεως στην αναιρεσίβλητη των εκ μισθολογικών διαφορών αξιώσεών της, και να παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
`Αρειος Πάγος
Αριθ.απόφασης: 805/2006
Δικαστής: Θεόδωρος Αποστολόπουλος, Αντιπρόεδρος
Αρεοπαγίτες: Ι. Δαβίλλας, Γεώρ. Καράμπελας,
Εμμ. Καλούδης και Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής
Είναι άκυρη κάθε συμφωνία με την οποία προβλέπεται ότι αμοιβές και αποζημιώσεις για νόμιμες και παράνομες υπερωρίες καλύπτονται εν όλω ή εν μέρει από τις αποδοχές που καταβάλλονται στους μισθωτούς πέρα από τα ισχύοντα εκάστοτε για κάθε κατηγορία όρια. Αναιρείται απόφαση του Εφετείου που δέχτηκε ότι στις τακτικές αποδοχές του μισθωτού κατά τον τελευταίο πριν την απόλυσή του μήνα περιλαμβάνεται και η αμοιβή του για υπερωριακή εργασία 12 ωρών την εβδομάδα, ενώ κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αυτός πραγματοποιούσε υπερωριακή εργασία 19 ωρών την εβδομάδα. Εσφαλμένος υπολογισμός της αποζημίωσης απόλυσης που δεν καταβλήθηκε πλήρης επάγεται ακυρότητα της καταγγελίας και υποχρέωση καταβολής αποδοχών υπερημερίας.
[...] Επειδή κατά το άρθρο 8 παρ. 4 του Ν.Δ. 4020/59 κάθε συμφωνία, κατά την οποία οι αμοιβές και αποζημιώσεις για νόμιμες και παράνομες υπερωρίες καλύπτονται εν όλω ή εν μέρει από τις αποδοχές που καταβάλλονται στους μισθωτούς πέρα από τα ισχύοντα εκάστοτε για κάθε κατηγορία όρια είναι άκυρη. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 679, 653 ΑΚ, της κυρωθείσας με το Ν. 3248/55 υπ΄ αριθ. 95/49 διεθνούς συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου", 3, παρ. 1 και 3 Α.Ν. 539/45, 3, παρ. 16 και 17 του Ν. 4504/66, 5, παρ. 2 του Ν. 133/75, 1, παρ. 1 του Ν. 435/76, 1, παρ. 2 του Ν. 1082/80 και του άρθρου 2 των εκδοθεισών κατά καιρούς Υπουργικών Αποφάσεων "περί χορηγήσεως δώρων για τις εορτές του Πάσχα και των Χριστουγέννων", προκύπτει ότι ως τακτικές αποδοχές βάσει των οποίων υπολογίζονται τα δώρα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, οι αποδοχές αδείας και τα επιδόματα αδείας και εξευρίσκεται το ωρομίσθιο και η προσαύξηση για την παρεχόμενη υπερωριακή εργασία, νοούνται όχι μόνον ο βασικός μισθός, αλλά και κάθε άλλη, κατά τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας καταβαλλόμενη πρόσθετη παροχή σε χρήμα ή σε είδος με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερώς και μονίμως, ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας. Περαιτέρω, ως τακτικές αποδοχές κατά την έννοια του άρθρου 5, παρ. 1 του Ν. 3198/1955 για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως απολύσεως, θεωρούνται ο μισθός ή το ημερομίσθιο και κάθε άλλη παροχή, που χορηγείται σταθερώς και μονίμως, ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας. Με βάση τις καταβαλλόμενες τακτικές αποδοχές υπολογίζεται, τέλος, και η κύρια αμοιβή για την εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες (8900/1946 ΥΑ, άρθρο 2, Ν. 435/1976). Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχτηκε τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων προσελήφθη την 23/3/1999 με σύμβαση μισθώσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την πρώτη αναιρεσίβλητη κοινοπραξία τεχνικών εταιρειών, την οποία απαρτίζουν οι λοιπές αναιρεσίβλητες τεχνικές εταιρείες ως μηχανοτεχνίτης, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο έργο κατασκευής οδού, που είχε αναλάβει η κοινοπραξία να εκτελέσει στη Ρουμανία, προσέφερε δε τις υπηρεσίες του από την 23/3/1999 έως την 15/1/2001, οπότε η πρώτη αναιρεσίβλητη κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας. Ο μισθός του αναιρεσείοντος ορίστηκε σε 350.000 δρχ. μηνιαίως, συμφωνήθηκε δε επίσης ότι οι αξιώσεις του για τυχόν υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση και εργασία κατά τα Σάββατα θα καλύπτεται με την επιπλέον καταβολή του ποσού 390.000 δρχ. μηνιαίως. Η συμφωνία όμως αυτή, κατά το μέρος που αφορά την κάλυψη της αμοιβής από τις προαναφερόμενες αιτίες είναι άκυρη, ως προς μεν την αμοιβή για υπερωριακή εργασία, σύμφωνα με το άρθρο 8, παρ. 4 του Ν.Δ. 4020/1959, ως προς δε την αμοιβή για την υπερεργασία και την αμοιβή για την εργασία του Σαββάτου, λόγω του ότι δεν προσδιορίζεται το καταλογιζόμενο στην πρώτη και στη δεύτερη από τις αμοιβές αυτές τμήμα του ως άνω ποσού. Αντιθέτως, η εν λόγω συμφωνία, κατά το μέρος που αφορά την καταβολή του ποσού τούτου (390.000 δρχ.) επιπλέον του μισθού του αναιρεσείοντος είναι έγκυρη. Παρά τα συμφωνηθέντα, όμως, δεν προέκυψε η καταβολή του εν λόγω ποσού κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο και για το λόγο αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τακτική αποδοχή προσαυξάνουσα το μισθό του αναιρεσείοντος για την εργασία του εντός του νομίμου ωραρίου του. Ενόψει αυτών, το Εφετείο που δεν υπολόγισε το ανωτέρω ποσό για την εξεύρεση του ωρομισθίου της υπερεργασίας και υπερωρίας, της αμοιβής για την εργασία σε ημέρα Κυριακής ή αργίας, των αποδοχών και επιδομάτων αδείας, των επιδομάτων Χριστουγέννων και Πάσχα, των μισθών υπερημερίας και της αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας της συμβάσεως, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις και ειδικότερα το άρθρο 8 παρ. 4 του Ν.Δ. 4020/59, ο δε περί του αντιθέτου από το άρθρο 559, παρ. 1, ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή κατά το άρθρο 1, παρ. 2 του Ν. 435/1976 οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια της ημερήσιας εργασίας δικαιούνται αμοιβής για κάθε ώρα τέτοιας απασχόλησης ίσης προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα σε αυτό ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέρα από τον πλουτισμό που αποκόμισε ο εργοδότης, χωρίς νόμιμη αιτία και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς το 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου τους. Νόμιμη θεωρείται και η υπερωριακή εργασία που παρασχέθηκε στην αλλοδαπή, όπου δεν υπάρχει δυνατότητα τηρήσεως των διατυπώσεων του άρθρου 1 του Ν.Δ. 515/1970. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις της από 26/2/1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. που κυρώθηκε με το Ν. 133/1975 και της από 14/2/1984 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε, που δημοσιεύθηκε στην Ε.τ.Κ με την 11770/20-3-1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β΄81/1984), για τους εργαζόμενους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες μόνο ημέρες της εβδομάδος απασχόληση πέραν των 40 και μέχρι τη συμπλήρωση 45 ωρών εβδομαδιαίως, ενώ για τους εργαζόμενους με το σύστημα εργασίας των έξι ημερών την εβδομάδα ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες, ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των 40 και μέχρι τη συμπλήρωση 48 ωρών εβδομαδιαίως. Για τους ίδιους εργαζόμενους και ανάλογα με το σύστημα των πέντε ή έξι ωρών εβδομαδιαίας εργασίας, ως υπερωριακή εργασία θεωρείται η απασχόληση πέραν των 9 ή 8, αντίστοιχα, ωρών ημερησίως, έστω και αν με την απασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του νομίμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερήσιας υπερωριακής απασχολήσεως με τις ολιγότερες ώρες απασχολήσεως σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ίδιας εβδομάδος. Η εργασία του μισθωτού κατά την Κυριακή ή το Σάββατο, ως έκτη ημέρα υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, δεν αποτελεί υπερεργασία ή υπερωριακή εργασία, εκτός αν στην τελευταία περίπτωση υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερησίας απασχολήσεως, το οποίο, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9, παρ. 1 του Ν.Δ. 1037/71 καθορίστηκε σε οκτώ (8) ώρες. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, αναφορικά με την υπερωριακή απασχόληση του αναιρεσείοντος, δέχτηκε τα ακόλουθα: Κατά τους όρους της σύμβασης ο αναιρεσείων θα εργαζόταν επί πέντε ημέρες την εβδομάδα και για 40 ώρες εβδομαδιαίως, αλλά παρά τα συμφωνηθέντα εργαζόταν επί έξι ημέρες την εβδομάδα, ήτοι από Δευτέρα έως και Σάββατο και επί δύο Κυριακές κάθε μήνα, ειδικότερα δε κατά τις ημέρες Δευτέρα έως και Σάββατο από ώρα 07.00΄ έως 19.00΄, δηλαδή επί 12 ώρες ημερησίως, τις δε Κυριακές από ώρα 07.00΄έως 15.00΄, δηλαδή επί 8 ώρες.
Ακολούθως το Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη μόνο την εργασία του αναιρεσείοντος κατά τις εργάσιμες ημέρες, έκρινε ότι αυτός πραγματοποιούσε κάθε εβδομάδα 60 ώρες εργασίας (5Χ12), από τις οποίες 8 ώρες υπερεργασίας (από την 41η μέχρι και την 48η) και 12 ώρες νόμιμης υπερωρίας (από τη 49η μέχρι και την 60η), στη συνέχεια δε, αφού εξαφάνισε κατά το αντίστοιχο μέρος την πρωτόδικη απόφαση, δέχτηκε την αγωγή ως προς το κεφάλαιο των υπερωριών για το ποσό των 3.836.700 δρχ. (12 ώρες εβδομαδιαίως Χ 87 εβδομάδες εργασίας = 1.044 ώρες Χ 3.675 ωρομίσθιο). Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις ευθέως και εκ πλαγίου αναφορικά με τον καθορισμό των ωρών υπερωριακής απασχόλησης του αναιρεσείοντος, οι οποίες ανέρχονται σε 19 την εβδομάδα και συγκεκριμένα σε 15 κατά τις ημέρες από Δευτέρα έως και Παρασκευή (5 Χ 3) και σε 4 για το Σάββατο. Επιπλέον, το Εφετείο περιέλαβε στην απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα αυτό, αφού ενώ δέχτηκε ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων εργασία πέντε ημερών την εβδομάδα, στη συνέχεια υπολόγισε τον αριθμό των ωρών της υπερεργασίας που πραγματοποίησε ο αναιρεσείων, σύμφωνα με το σύστημα της εργασίας των έξι ημερών εβδομαδιαίως (από τη 41η έως την 48η ώρα). Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος και κατ΄ ουσίαν, ο δεύτερος και ως προς τα δύο μέρη του λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559, αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ.
Επειδή ο τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559, αριθ. 8 του ΚΠολΔ, για λήψη υπόψη από το Εφετείο ουσιωδών πραγμάτων, που δεν προτάθηκαν νομίμως, ήτοι της ένστασης εξοφλήσεως των αποδοχών και του επιδόματος αδείας του έτους 2000, που προέβαλαν οι αναιρεσίβλητες, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων που κατέθεσαν ενώπιον του Πρωτοδικείου και του Εφετείου οι αναιρεσίβλητες, ισχυρίστηκαν αυτές ότι ο αναιρεσείων, για όλο το χρονικό διάστημα που προσέφερε τις υπηρεσίες του, εδικαιούτο το συνολικό ποσό των 14.854.948 δρχ. για μισθό, αμοιβή υπερεργασίας, υπερωριών, εργασίας κατά το Σάββατο και την Κυριακή, Δώρα εορτών Χριστουγέννων - Πάσχα και επίδομα αδείας και ότι αυτές του κατέβαλαν για τις ανωτέρω αιτίες συνολικά ποσό 16.820.629 δρχ., όπως αυτό αναλύεται ειδικότερα, αφενός με καταθέσεις σε τραπεζικούς λογαριασμούς του και αφετέρου με μετρητά στο ρουμανικό νόμισμα Lei. Μεταξύ των χρηματικών ποσών, που ανέφεραν οι αναιρεσίβλητες στις ανωτέρω προτάσεις τους ότι κατέβαλαν στον αναιρείοντα με σχετική τραπεζική κατάθεση στον αντίστοιχο τραπεζικό λογαριασμό του, περιλαμβάνεται και ποσό 755.502 δρχ., που φέρεται ότι καταβλήθηκε στις 14/7/2000. Τα περιστατικά αυτά αρκούσαν για το ορισμένο της σχετικής ενστάσεως των αναιρεσίβλητων από το άρθρο 416 ΑΚ περί εξοφλήσεως των απαιτήσεων του αναιρεσείοντος για αποδοχές και επίδομα αδείας του έτους 2000 και το Εφετείο που δέχτηκε, ότι πράγματι καταβλήθηκε το ποσό αυτό την ως άνω ημερομηνία σε μερική εξόφληση των εν λόγω απαιτήσεων, ανερχομένων συνολικά σε 975.780 δρχ., δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν. Ο ίδιος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559, αρ. 11, ΚΠολΔ, κατά τον οποίο το Εφετείο έλαβε υπόψη χωρίς επίκληση έγγραφο, ήτοι την από 14/7/2000 τραπεζική κατάθεση είναι, επίσης, απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων που κατέθεσαν οι αναιρεσίβλητες στο Πρωτοδικείο και το Εφετείο, ρητώς επικαλέστηκαν την καταβολή του ποσού των 755.502 δρχ. με την κατάθεσή του σε αντίστοιχο τραπεζικό λογαριασμό του αναιρεσείοντος την ανωτέρω ημερομηνία.
Επειδή κατά το άρθρο 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο αυτό. Μεταξύ των λόγων αυτών δεν περιλαμβάνονται και οι παραδρομές κατά τη σύνταξη της απόφασης, εξαιτίας των οποίων έγιναν λάθη γραφικά ή λογιστικά, για τη διόρθωση των οποίων προβλέπουν ειδικώς τα άρθρα 315 επ. του ΚΠολΔ (ΑΠ 1338/1991). Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι περιέχει λογιστικό λάθος ως προς τον υπολογισμό του συνολικού ποσού που δικαιούται ο αναιρεσείων από όλες τις αναφερόμενες στην εν λόγω απόφαση αιτίες και συγκεκριμένα, ότι κατά την άθροιση των επί μέρους ποσών το Εφετείο παρέλειψε να προσθέσει το ποσό των 2.778.685 δρχ., που δέχτηκε ότι δικαιούται αυτός από οφειλόμενες αποδοχές υπερημερίας, ενώ αντιθέτως προσέθεσε το ποσό των 1.581.132 δρχ. που του είχε ήδη καταβληθεί ως αποζημίωση απολύσεως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού η πλημμέλεια αυτή δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Επειδή κατά τις διατάξεις του άρθρου 1, Ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 4558/1930, επί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου από τον εργοδότη οφείλει αυτός, - εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζονται στο νόμο και δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω-, να καταβάλει στον απολυόμενο μισθωτό την οφειλόμενη αποζημίωση, η οποία κατά το άρθρο 3, παρ. 1 του Ν. 2112/1920 ορίζεται σε ποσό ίσο με το σύνολο των τακτικών αποδοχών, τις οποίες θα ελάμβανε αυτός κατά το χρόνο πριν από τον οποίο έπρεπε να γίνει η καταγγελία και της οποίας ο υπολογισμός κατά το άρθρο 5, παρ.1 του Ν. 3198/1955 γίνεται βάσει των τακτικών αποδοχών του τελευταίου μηνός υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως. Ως τακτικές αποδοχές για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως απολύσεως, θεωρούνται ο μισθός και κάθε άλλη παροχή, που χορηγείται σταθερώς και μονίμως, ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η αμοιβή, με τις προσαυξήσεις της, για υπερεργασία και υπερωριακή εργασία. Η μη καταβολή πλήρους αποζημιώσεως καθιστά άκυρη την καταγγελία και ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στον εργαζόμενο τους μισθούς υπερημερίας. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ότι οι τακτικές αποδοχές του αναιρεσείοντος κατά τον τελευταίο, πριν από την απόλυσή του μήνα, ανέρχονταν στο ποσό των 677.628 δρχ., συμπεριλαμβανομένης και της μηνιαίας αμοιβής και προσαύξησης των υπερωριών, ανερχόμενης σε 188.748 δρχ, με βάση δε το ποσό αυτό υπολόγισε την οφειλόμενη, λόγω της καταγγελίας της συμβάσεως, αποζημίωση στο ποσό των 1.581.132 δρχ. Ακολούθως, το Εφετείο δέχτηκε ότι από το ποσό αυτό καταβλήθηκαν στον αναιρεσείοντα κατά την καταγγελία της συμβάσεως (15/1/2001) 811.768 δρχ. και στις 22/5/2001 769.364 δρχ. και ότι από την τελευταία αυτή ημερομηνία επήλθαν τα έννομα αποτελέσματα της καταγγελίας, επιδίκασε δε μισθούς υπερημερίας στον αναιρεσείοντα για το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα (από 15/1/2001 έως 22/5/2001). Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού δέχτηκε ότι στις τακτικές αποδοχές του αναιρεσείοντος κατά τον τελευταίο πριν την απόλυσή του μήνα περιλαμβάνεται και η αμοιβή του για υπερωριακή εργασία 12 ωρών την εβδομάδα, ενώ κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αυτός πραγματοποιούσε υπερωριακή εργασία 19 ωρών την εβδομάδα, με αποτέλεσμα να υπολογίσει εσφαλμένα σε μικρότερο ποσό και την αποζημίωση που έπρεπε να του καταβάλουν οι αναιρεσίβλητες. Λόγω μη καταβολής πλήρους της αποζημιώσεως που εδικαιούτο ο αναιρεσείων, η καταγγελία της συμβάσεώς του είναι άκυρη και οι αναιρεσίβλητες οφείλουν να του καταβάλουν τις αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 16/1/2001 έως 16/12/2001, που ζήτησε με την αγωγή του κατά το βάσιμο, από το άρθρο 559, αριθ. 1 του ΚΠολΔ, πέμπτο λόγο της αναιρέσεως. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα προαναφερόμενα μέρη και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580, παρ. 3, ΚΠολΔ).
`Αρειος Πάγος
Αριθ.απόφασης: 379/2006
Δικαστής: Χρήστος Μπαλντάς, Αντιπρόεδρος
Αρεοπαγίτες: Σπυρ. Κολυβάς, Γεώρ. Χλαμπουτάκης,
Αν. - Φιλ. Περίδης, Ηλίας Γιαννακάκης
Mισθό δεν αποτελεί μόνο το πάγιο κατά μήνα ποσό, αλλά και το συμφωνούμενο ποσοστό επί της τιμής πωλήσεως των πωλουμένων ειδών είτε από τον ίδιο το μισθωτό (παραγωγό - πλασιέ), είτε κατόπιν ενεργειών του (διευθυντή πωλήσεων, κ.λπ.), εφόσον βέβαια το άνω ποσοστό (προμήθεια) καταβάλλεται από τον εργοδότη ως αντάλλαγμα, νόμιμο ή συμβατικό, της προσφερόμενης από το μισθωτό εργασίας. Η αγωγή του εργαζομένου για καταβολή σε αυτόν του μέρους του μισθού του, που υπολογίζεται σε ποσοστά επί της τιμής πωλήσεως για να είναι ορισμένη πρέπει να διαλαμβάνει στο δικόγραφό της μόνο τα πραγματικά περιστατικά τα αναγόμενα στην καταρτισθείσα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στο συμβατικό ποσοστό της προμηθείας, στο συνολικό επιτευχθέν τίμημα των καταρτισθεισών υπό του εργαζομένου και με τη μεσολάβησή του συμβάσεων πωλήσεως πραγμάτων για λογαριασμό του εργοδότη, στη χρονική διάρκεια της συμβάσεως εργασίας και στο συνολικό ύψος της δικαιουμένης παροχής της εργασίας. Η απλή αδράνεια περί την άσκηση του δικαιώματος και αν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη δανειστή την πεποίθηση ότι ο δανειστής δεν θα ασκήσει ποτέ πλέον το δικαίωμά του, δεν καθιστά την επακολουθούσα άσκησή του καταχρηστική, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις υπό τις οποίες η ικανοποίηση του δανειστή θα επιφέρει τόσο δυσβάστακτες για τον οφειλέτη συνέπειες, ώστε προς αποτροπή να κρίνεται, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, ότι επιβάλλεται η θυσία του αξιουμένου δικαιώματος.
[...] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 653 και 361 ΑΚ. 5, παρ. 1 του Ν. 3198/55 και 1 της 95/49 διεθνούς συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το Ν. 3248/55, συνάγεται ότι μισθό δεν αποτελεί μόνο το πάγιο κατά μήνα ποσό, αλλά και το συμφωνούμενο ποσοστό επί της τιμής πωλήσεως των πωλουμένων ειδών είτε από τον ίδιο το μισθωτό (παραγωγό - πλασιέ), είτε κατόπιν ενεργειών του (διευθυντή πωλήσεων, κ.λπ.), εφόσον βέβαια το άνω ποσοστό (προμήθεια) καταβάλλεται από τον εργοδότη ως αντάλλαγμα, νόμιμο ή συμβατικό, της προσφερόμενης από το μισθωτό εργασίας. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 653 ΑΚ 1 της Διεθνούς Σύμβασης 95, που κυρώθηκε με τον Ν. 3248/1955 και 119, παρ. 2 της Συνθ. Ε.Ο.Κ. προκύπτει ότι ο εργοδότης, εκτός από το μισθό που παρέχει στο μισθωτό κατά νομική δέσμευση, η οποία απορρέει από το νόμο ή από τη σύμβαση, ως αντάλλαγμα για την εργασία του, μπορεί να προβαίνει σε οικειοθελείς παροχές προς το μισθωτό, για τις οποίες δεν έχει νομική δέσμευση. Η εν λόγω οικειοθελής ιδιαίτερη αμοιβή προς τον εργαζόμενο, όταν συνεχίζεται και επαναλαμβάνεται για μακρό χρονικό διάστημα και μάλιστα κατά τακτά χρονικά διαστήματα, καταλήγει σε σιωπηρή συμφωνία για τακτική καταβολή της με την έννοια του μισθού, οπότε δεν μπορεί πλέον να διακοπεί η καταβολή της από τον εργοδότη, εκτός εάν αυτός από την αρχή είχε δηλώσει ρητώς την επιφύλαξή του να διακόψει στο μέλλον την οικειοθελή παροχή. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσίβλητος με την κρινόμενη αγωγή του, την οποία επισκοπεί ο `Αρειος Πάγος, ισχυρίσθηκε ότι προσελήφθη από την αναιρεσείουσα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στις 12/10/1998 και προσέφερε τις υπηρεσίες του, ως περιοδεύων πωλητής, αμειβόμενος, κατά τη συμφωνία των διαδίκων, με μικτό σύστημα, δηλαδή με πάγιο μηνιαίο μισθό και με ποσοστό επί του τζίρου των πωλήσεων των προϊόντων της αναιρεσείουσας και ζήτησε με αυτή να συνυπολογιστεί το μέρος αυτό του μισθού από ποσοστά στην αποζημίωση απολύσεως, τα επιδόματα εορτών, κ.λπ. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε κατά κρίση ανέλεγκτη τα εξής: Ο αναιρεσίβλητος προσελήφθη στις 12/1/1998, από την αναιρεσείουσα ως περιοδεύων πωλητής, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αρχικά ορισμένου χρόνου με διάρκεια τριών μηνών, η οποία στη συνέχεια μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου και προσέφερε την εργασία του μέχρι τις 30/4/2001, όταν η αναιρεσείουσα κατήγγειλε τη σύμβαση. Καθόλη τη διάρκεια της συμβάσεως η αναιρεσείουσα κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο μηνιαίες αποδοχές, αρχικά 200.000 δραχμών, οι οποίες αυξήθηκαν σταδιακά σε 240.000 δραχμές. Πλέον, όμως, του ως άνω μηνιαίου μισθού του η αναιρεσείουσα κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο από της προσλήψεώς του, όπως και σε όλους τους υπαλλήλους της, όπως άμεσα και η ίδια συνομολογεί, με βάση προφορική συμφωνία πρόσθετη αμοιβή (μπόνους), το οποίο όσον αφορά το τμήμα πωλήσεων όπου απασχολούνταν ο αναιρεσίβλητος υπολογιζόταν βάσει καθοριζομένου από τη διοίκηση της αναιρεσείουσας κατ' έτος ποσοστού επί των πραγματοποιουμένων ετησίως ακαθαρίστων πωλήσεων. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα για τα έτη 1998 και 1999 συμφώνησε προφορικά ότι θα κατέβαλε σε κάθε πωλητή προμήθειες αντιστοιχούσες σε ποσοστό 2% επί των πωλήσεων που θα πραγματοποιούσε, αφού επιτύγχανε κατά 50% τουλάχιστον τον ετήσιο στόχο του. Κατά τα δύο αυτά έτη, οι πρόσθετες αυτές αμοιβές υπολογιζόμενες σε ετήσια βάση, ανάγονταν σε ημερολογιακά τρίμηνα και έπρεπε να καταβάλλονται σε κάθε πωλητή μετά την εκκαθάριση κάθε τριμήνου, πλην όμως οι προμήθειες του 1998 από έλλειψη ρευστότητας χορηγήθηκαν μαζί με αυτές του έτους 1999. Για το έτος 2000 με το από 6/3/2000 έγγραφο τέθηκε ετήσιος στόχος πωλήσεων για κάθε πωλητή 168.000.000 δρχ. ή 42.000.000 δρχ. ανά τρίμηνο και προβλέφθηκε ειδικότερα ότι αρχίζοντας από 7.000.000 δρχ. το μήνα κάθε πωλητής θα εισέπραττε προμήθεια 1% και με την επίτευξη του στόχου του 2%. Επίσης, για το έτος 2001 συμφωνήθηκε και πάλι εγγράφως ότι οι προμήθειες θα συναρτώνται πλέον όχι με τα ακαθάριστα έσοδα (τζίρο) των πωλήσεων, αλλά με τις ληφθείσες εντός της χρήσης αυτής από κάθε πωλητή παραγγελίες και θα κλιμακώνονται κατά ποσοστά. Έτσι, με προκαθορισμένο στόχο παραγγελίας αξίας 260.000.000 δρχ. ο κάθε πωλητής θα ελάμβανε προμήθεια μέχρι 75.000.000 δρχ. 2%, από 75.000.000 έως 150.000.000 1% και για άνω των 150.000.000 δρχ. 0,5%. Η πληρωμή των προμηθειών αυτών θα γινόταν 50% με τη λήψη της παραγγελίας μαζί με το μισθό του επόμενου μήνα και 50% με την τακτοποίηση του λογαριασμού του πελάτη μαζί με το μισθό του επόμενου μήνα. Ο αναιρεσίβλητος καθ' όλα τα έτη που προσέφερε την εργασία του στην αναιρεσείουσα πραγματοποίησε τους στόχους που έθετε η αναιρεσείουσα και για το έτος 1998 πραγματοποίησε ακαθάριστα έσοδα (τζίρο) πωλήσεων το πρώτο τρίμηνο 1.480.660 δρχ., το δεύτερο 30.358.786, το τρίτο 20.127.000 και το τέταρτο 18.325.743 και έλαβε προμήθεια συνολικά το ποσό των 1.376.190 δρχ. Το έτος 1999 πραγματοποίησε τζίρο πωλήσεων ανά τρίμηνο 61.921.798, 20.799.996, 25.210.932 και 40.405.240 δρχ. και έλαβε προμήθεια συνολικού ποσού 2.966.759. Το έτος 2000 πραγματοποίησε ακαθάριστα έσοδα (τζίρο) ανά τρίμηνο 45.569.607, 85.942.430, 59.113.053 και 102.776.785 δρχ. και του καταβλήθηκε προμήθεια που ανήλθε στο συνολικό ποσό των 5.766.550 δρχ. Και, τέλος, το έτος 2001 από 1/1 έως 30/4/2001 που έγινε καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου, αυτός πραγματοποίησε πωλήσεις συνολικής αξίας 65.206.663 δρχ. και η αναιρεσείουσα του κατέβαλε προμήθεια συνολικού ποσού 3.198.663 δρχ. Η ως άνω πρόσθετη αμοιβή "bonus" εχορηγείτο στον αναιρεσίβλητο από την αναιρεσείουσα πέρα του βασικού μισθού του, χωρίς κανένα περιορισμό, τακτικά και ανελλιπώς, χωρίς η αναιρεσείουσα να έχει δηλώσει ρητή επιφύλαξη να τη διακόψει στο μέλλον γι αυτό, σύμφωνα με τις σκέψεις που αναφέρονται στην αρχή της παρούσας, δεν έχει το χαρακτήρα έκτακτης παροχής για τις λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησης, αλλά ανταλλάγματος για την παρεχόμενη από τον αναιρεσείοντα εργασία και είχε καθιερωθεί ως μισθός και μάλιστα κατά πολύ μεγαλύτερος του αντίστοιχου τακτικού, που καταβάλονταν ακόμη και όταν τα οικονομικά αποτελέσματα της αναιρεσείουσας ήταν αρνητικά. Από όσα αναφέρονται παραπάνω, προκύπτει ότι το Εφετείο, με σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες για ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, δέχθηκε ότι ανάμεσα στους διαδίκους είχε συμφωνηθεί να πληρώνεται ο αναιρεσίβλητος για την παρεχόμενη εργασία του τόσο με πάγιο μηνιαίο μισθό, όσο και με ποσοστά επί των πραγματοποιουμένων πωλήσεων, όπως είχε ισχυριστεί ο αναιρεσίβλητος στην αγωγή του και ότι η πρόσθετη παροχή σε ποσοστά επί των πωλήσεων δεν αποτελούσε οικειοθελή παροχή αλλά μισθό. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο έκτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ισχυρίζεται ότι στην αγωγή του ο αναιρεσίβλητος ισχυρίζεται ότι αμειβόταν με μικτό σύστημα, δηλαδή με πάγιο μισθό και με ποσοστά επί των πωλήσεων, ότι για πρώτη φορά με την έφεσή του ισχυρίσθηκε ότι τα ποσοστά επί των πωλήσεων αποτελούσαν οικειοθελή παροχή, ότι αυτό αποτελούσε ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση που δέχθηκε ότι οι ένδικες αξιώσεις θεμελιώνονται στην έννοια της οικειοθελούς παροχής, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν επεδίκασε τις ένδικες αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου με συνυπολογισμό της άνω πρόσθετης αμοιβής ως οικειοθελούς εκ μέρους της αναιρεσειούσης παροχής, αλλά κατά τις ανέλεγκτες επί πραγμάτων παραδοχές της, με συνυπολογισμό αυτής ως μέρους του μισθού κατά την περί τούτου συμφωνία των διαδίκων. Επίσης, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο παραβίασε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 ΑΚ, 1 της Διεθνούς Συμβάσεως 95/45 και 119, παρ. 2 της Συνθήκης της ΕΟΚ, που διέπουν τις οικειοθελείς παροχές του εργοδότη προς τους μισθωτούς, βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέος, αφού το Εφετείο, όπως προαναφέρθηκε, δεν θεμελίωσε τις αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου στην έννοια της οικειοθελούς παροχής, αλλά του μισθού με μικτό σύστημα. Τέλος και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559, Κ.Πολ.Δ., κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την πιο πάνω μεταβολή της βάσης της αγωγής, βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού δεν δέχθηκε τέτοια νομική βάση της αγωγής και, επομένως, πρέπει ο λόγος αυτός να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Η αγωγή του εργαζομένου για καταβολή σ αυτόν του μέρους του μισθού του, που υπολογίζεται σε ποσοστά επί της τιμής πωλήσεως του πωλουμένων ειδών, για να είναι ορισμένη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 216, παρ. 1α. Κ.Πολ.Δ. και 648, 653, 654 και 655 ΑΚ, πρέπει να διαλαμβάνει στο δικόγραφό της μόνο τα πραγματικά περιστατικά τα αναγόμενα στην καταρτισθείσα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στο συμβατικό ποσοστό της προμηθείας, στο συνολικό επιτευχθέν τίμημα των καταρτισθεισών υπό του εργαζομένου και με τη μεσολάβησή του συμβάσεων πωλήσεως πραγμάτων για λογαριασμό του εργοδότη, στη χρονική διάρκεια της συμβάσεως εργασίας και στο συνολικό ύψος της δικαιουμένης παροχής της εργασίας. Δεν απαιτείται, όμως, να αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής ο αναλυτικός προσδιορισμός των συναφθεισών μερικοτέρων συμβάσεων πωλήσεως, των ημερομηνιών, κατά τις οποίες καταρτίσθηκαν αυτές, των ονοματεπωνύμων των αγοραστών, των ποσοτήτων των πραγμάτων και της τιμής μονάδος των πωληθέντων πραγμάτων. Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη αγωγή περιείχε όλα τα πιο πάνω απαραίτητα στοιχεία, για να είναι ορισμένη και δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρονται στο δικόγραφό της τα ονόματα των πελατών, ο χρόνος διενέργειας των πωλήσεων και άλλα εξατομικευτικά στοιχεία των πωλήσεων. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η αγωγή ήταν αόριστη, επειδή δεν περιείχε όλα τα απαραίτητα στοιχεία για να είναι ορισμένη και παρά το νόμο δεν κηρύχθηκε απαράδεκτη, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. για παρά το νόμο μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ιδρύεται όταν ο προταθείς ισχυρισμός είναι νόμιμος και ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και όχι όταν είναι νομικά αδιάφορος. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της για έλλειψη συνδρομής των προϋποθέσεων για την ένταξη των οικειοθελών παροχών στο μισθό του αναιρεσιβλήτου, ενώ με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του και δεν ερεύνησε την προταθείσα ένσταση εξοφλήσεως των ενδίκων απαιτήσεων του αναιρεσιβλήτου. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος και κατά τα δύο σκέλη του, γιατί οι πιο πάνω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας δεν ήταν νόμιμοι και δεν ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού η αγωγή, όπως προαναφέρθηκε, δεν βασιζόταν στην έννοια της οικειοθελούς παροχής και επομένως, δεν ήταν απαραίτητο να ερευνηθούν οι προϋποθέσεις ένταξής τους στον μισθό του αναιρεσιβλήτου, ενώ, ως προ στην ένσταση εξοφλήσεως, η αναιρεσείουσα πρότεινε ότι εξοφλήθηκαν οι απαιτήσεις του αναιρεσιβλήτου (για αποζημίωση απολύσεως. επιδόματα εορτών, κ.λπ.), υπολογιζόμενες με βάση μόνο τον πάγιο μισθό του και όχι με βάση και τα ποσοστά επί των πωλήσεων.
Από τη διάταξη του άρθρου 559, αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι αυτά. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, από την παραπάνω διάταξη, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δέχθηκε, χωρίς απόδειξη, ότι συμφωνήθηκε η καταβολή πρόσθετης αμοιβής, εκτός από τον πάγιο μηνιαίο μισθό, στον αναιρεσίβλητο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί, όπως από την προσβαλλομένη προκύπτει, την κρίση του ότι συμφωνήθηκε η καταβολή μισθού σε ποσοστά, εκτός από τον πάγιο μηνιαίο μισθό, το Εφετείο άντλησε από τα προσκομισθέντα νομίμως αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται στην απόφαση (καταθέσεις μαρτύρων στο ακροατήριο, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα) και δεν δέχθηκε τα πιο πάνω περιστατικά χωρίς απόδειξη.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, απαγορεύεται ως καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, όταν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Η απλή αδράνεια περί την άσκηση του δικαιώματος και αν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη δανειστή την πεποίθηση ότι ο δανειστής δεν θα ασκήσει ποτέ πλέον το δικαίωμά του, δεν καθιστά την επακολουθούσα άσκησή του καταχρηστική, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις υπό τις οποίες η ικανοποίηση του δανειστή θα επιφέρει τόσο δυσβάστακτες για τον οφειλέτη συνέπειες, ώστε προς αποτροπή να κρίνεται, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, ότι επιβάλλεται η θυσία του αξιουμένου δικαιώματος. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλει ότι αυτή ισχυρίσθηκε ενώπιον του Εφετείου ότι η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου να υπολογισθούν στην αποζημίωση απολύσεως τα επιδόματα εορτών, κ.λπ. και οι αποδοχές του σε ποσοστά επί των πωλήσεων, είναι καταχρηστική, επειδή: 1) αυτός με την ανεπιφύλακτη αποδοχή των όρων της συμβάσεως δημιούργησε σ αυτή την πεποίθηση ότι υποχρεούται να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο μόνο τις τακτικές μηνιαίες αποδοχές του και ότι δεν θα ασκήσει στο μέλλον τις αξιώσεις του, 2) αδράνησε να ζητήσει την ικανοποίηση των αξιώσεών του από το χρόνο της προσλήψεώς του μέχρι την απόλυσή του και η αδράνεια αυτή οφείλεται σε δόλο, ώστε να αντλήσει τα ωφελήματα από τη σύμβαση και ύστερα να αξιώσει τα πρόσθετα ποσά, 3) η ικανοποίηση των αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου θα είναι επαχθής για την αναιρεσείουσα και θα έχει αφόρητες και δυσβάστακτες γι αυτή συνέπειες, 4) ο αναιρεσίβλητος αποκόμισε από τη σύμβαση 67.418,73 ευρώ, έχει άριστο μορφωτικό επίπεδο και συνομολογεί ο ίδιος ότι δεν παραπλανήθηκε, 5) καρπωνόταν το καλύτερο φορολογικό καθεστώς των εκτάκτων αποδοχών, ουδέποτε αμφισβήτησε την ολοσχερή εξόφλησή του και η αναιρεσείουσα ουδέποτε καθυστέρησε την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της και 6) η αποδοχή της αγωγής θα ανατινάξει όλη την επιχείρηση της αναιρεσείουσας και θα την εμποδίσει να συνεχίσει τη λειτουργία της, γιατί αυτή (αναιρεσείουσα) θα υποχρεωθεί να πληρώσει μεγάλα ποσά στο αποτελούμενο από 60 εργαζόμενους προσωπικό της. Το πρώτο από τα πιο πάνω περιστατικά, ότι δηλαδή ο αναιρεσίβλητος απεδέχθη την μόνη συμβατική υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει σ αυτόν αποκλειστικά συμφωνηθείσες μηνιαίες αποδοχές, αποτελεί άρνηση της αγωγής και όχι περιστατικό από το οποίο μπορεί να συναχθεί καταχρηστική άσκηση του ενδίκου δικαιώματος. Εξάλλου, τα άλλα υπό στοιχεία 2, 4 και 5 περιστατικά από μόνα τους δεν αρκούν για να καταστήσουν την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος καταχρηστική. Τέλος, τα υπό στοιχεία 3 και 6 περιστατικά ότι δηλαδή θα ανατιναχθεί η επιχείρηση της αναιρεσείουσας και θα εμποδισθεί η συνέχιση της λειτουργίας της, αν ικανοποιηθούν οι αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου, προβάλλεται με τρόπο αόριστο, αφού δεν αναφέρει η αναιρεσείουσα ποια είναι η οικονομική της κατάσταση, τα κεφάλαιά της και ο κύκλος των εργασιών της, πόσοι και ποιοι είναι οι εργαζόμενοι στην επιχείρησή της, που έχουν ανάλογες αξιώσεις με αυτές του αναιρεσιβλήτου, το ύψος και η αιτία των αξιώσεων αυτών και ο λόγος για τον οποίο θα προκληθεί δυσβάστακτο οικονομικό βάρος στην επιχείρησή της, αν ικανοποιηθούν οι ένδικες αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου, ύψους 12.386 ευρώ και οι αξιώσεις των άλλων εργαζομένων στην επιχείρησή της. Επομένως, το Εφετείο, ανεξάρτητα από την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την πιο πάνω ένσταση, κατέληξε σε ορθό αποτέλεσμα και ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος (άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ.). Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559, αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και όχι όταν απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως μη νόμιμη. Μετά από αυτά η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
`Αρειος Πάγος
Αριθ.απόφασης: 227/2006
Δικαστής: Θεόδωρος Αποστολόπουλος, Αντιπρόεδρος
Αρεοπαγίτες: Ι. Δαβίλλας, Γεώρ. Καράμπελας,
Εμμ. Καλούδης και Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής
Η καταγγελία συμβάσεως εργασίας είναι άκυρη εάν δεν έγινε εγγράφως και δεν κατεβλήθη η σχετική αποζημίωση. Η αποζημίωση αυτή υπολογίζεται βάσει των τακτικών αποδοχών του τελευταίου μήνα, με καθεστώς πλήρους απασχολήσεως. Δυνατή συμφωνία περί συνυπολογισμού και του χρόνου απασχολήσεως σε προηγούμενο εργοδότη. Περιορισμός του ποσού αποζημιώσεως, όταν οι αποδοχές βάσει των οποίων υπολογίζεται η αποζημίωση υπερβαίνουν το 8πλάσιο του ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη, πολλαπλασιαζόμενο επί 30. Ο περιορισμός αυτός δεν αντίκειται στα άρθρ. 4, παρ. 1, 5, παρ. 1, 22, παρ. 1β και 106, παρ. 1 και 2 Συντάγματος. Λόγος αναιρέσεως άρθρ. 559, αριθ. 1, ΚΠολΔ. Κατ΄ άρθρ. 562, παρ. 2 ΚΠολΔ, απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως στηριζόμενος σε ισχυρισμό μη προταθέντα στο δικαστήριο της ουσίας, εξαιρέσεις. Η διάταξη αυτή αφορά σε "ισχυρισμούς" και όχι σε νομικούς κανόνες. Λόγος αναιρέσεως άρθρ. 559, αριθ. 11 ΚΠολΔ. Δεν μπορεί να είναι μάρτυρας ο διάδικος και για την ταυτότητα του λόγου ο νόμιμος εκπρόσωπος διαδίκου νομικού προσώπου ή το μέλος διοικήσεως αυτού, αφού δεν είναι τρίτος και δεν μπορεί να είναι αντικειμενική η κατάθεσή του. Ένορκη βεβαίωση τέτοιου προσώπου, είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο. Στη διαδικασία εργατικών διαφορών λαμβάνονται υπ΄ όψιν και αποδεικτικά μέσα μη πληρούντα τους όρους του νόμου, όχι όμως και ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα. Η μη λήψη υπ΄ όψιν ανυπόστατου αποδεικτικού μέσου, δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως άρθρου 559, αρ. 11 ΚΠολΔ.
[...] 1. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 3 παρ.1 και 2 του Ν. 2112/1920, και 5, παρ. 1 και 3 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της υπαλληλικής εργασιακής σχέσεως είναι άκυρη, εάν ο εργοδότης, εκτός της μη τηρήσεως του εγγράφου τύπου, δεν καταβάλει εις τον απολυόμενο μισθωτό την οφειλόμενη αποζημίωση απολύσεως. Ως τέτοια θεωρείται η αποζημίωση, η οποία ορίζεται στο άρθρο 3, παρ. 1 του Ν. 2112/1920 ότι είναι κατά ποσό ίση προς το σύνολο των τακτικών αποδοχών, που θα ελάμβανε ο εργαζόμενος κατά το χρόνο προ του οποίου έπρεπε να γίνει η καταγγελία και της οποίας ο υπολογισμός κατά το άρθρο 5, παρ. 1 του Ν. 3198/1955 γίνεται με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα με καθεστώς πλήρους απασχολήσεως (εδ. α΄). Εξάλλου, με την ατομική σύμβαση εργασίας μπορεί να συμφωνηθεί ότι σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως από τον εργοδότη η αποζημίωση δεν θα υπολογίζεται μόνο με βάση το χρόνο υπηρεσίας του εργαζομένου σ΄ αυτόν, αλλά θα συνυπολογίζεται και η προϋπηρεσία του σε άλλον εργοδότη. Με τη διάταξη, όμως, του άρθρου 5, παρ. 1, εδ. β΄ του Ν. 3198/1955 τίθεται, για όλους τους υπαλλήλους, γενικός περιορισμός κατά τον οποίο, αν οι εν λόγω μηνιαίες αποδοχές υπερβαίνουν το οκταπλάσιο του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη, πολλαπλασιαζόμενο με τον αριθμό 30, τότε αυτές δεν λαμβάνονται υπόψη κατά το υπερβάλλον (άρθρο 5, παρ. 1, εδ. β΄, Ν. 3198/1955). Η διάταξη αυτή αποσκοπεί στον περιορισμό της αποζημιώσεως - και όχι των αποδοχών - των υπαλλήλων, που έχουν ιδιαίτερα μεγάλες μηνιαίες αποδοχές και δεν είναι αντίθετη προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1, 5 παρ.1, 22 παρ.1β και 106 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, αφού ισχύει για όλους τους υψηλόμισθους υπαλλήλους, η ανάπτυξη της προσωπικότητας των οποίων και η συμμετοχή τους στην οικονομική ζωή της χώρας, δεν παρεμποδίζεται ασφαλώς από το ότι θα λάβουν μειωμένη αναλογικά αποζημίωση, αν καταγγελθεί η σύμβασή της. Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο `Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο (ΑΠ 306/1999). Η διάταξη, όμως, αυτή αφορά σε "ισχυρισμούς" και όχι σε νομικούς κανόνες, όπως είναι η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 5 παρ. εδ. β΄ του Ν. 3198/1955, η επίκληση της οποίας μπορεί να γίνει το πρώτον και με την αίτηση αναιρέσεως, εφόσον η διάταξη αυτή ήταν εφαρμοστέα, με βάση τα γενόμενα δεκτά από την απόφαση περιστατικά, δηλαδή εφόσον προκύπτει από την απόφαση ότι η οφειλόμενη στον εργαζόμενο αποζημίωση υπερβαίνει τα τιθέμενα από την άνω διάταξη όρια. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως, και τα ακόλουθα: Δυνάμει της από 19/5/1993 έγγραφης συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η εναγομένη - αναιρεσείουσα προσέλαβε τον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο ως υπεύθυνο σχεδιασμού, προγραμματισμού, εγκαταστάσεων, συντήρησης και λειτουργίας του δικτύου πομπών, αναμεταδοτών, συστημάτων ραδιοζεύξεως και λοιπών εγκαταστάσεων ραδιοτηλεοπτικού σταθμού αυτής, αντί μηνιαίων αποδοχών 900.000 δραχμών (μικτά), αναπροσαρμοζόμενων ετησίως κατά ποσοστό 15% για κάθε έτος, αρχής γενομένης από 1/5/1994. Συμφωνήθηκε επίσης ότι θα λαμβάνει επιδόματα (εορτών, γάμου - τέκνων), άδεια και επίδομα αδείας, κατά τις ισχύουσες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και ότι σε περίπτωση λύσεως της συμβάσεως από υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας, η τελευταία θα υποχρεούται να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση, για τον υπολογισμό της οποίας θα λαμβάνεται υπόψη η προϋπηρεσία του στην ........ (από 15/1/1969 και επί 24 συνεχή έτη έκτοτε), την οποία προϋπηρεσία η αναιρεσείουσα αναγνώρισε σαν να είχε διανυθεί σ΄ αυτήν. Τέλος, συμφωνήθηκε ότι "Κάθε τροποποίηση των διατάξεων της παρούσας συμφωνίας γίνεται μόνο εγγράφως και μόνο κατόπιν συμφωνίας μεταξύ ...... και του μισθωτού. Αν δεν επέλθει συμφωνία και την αλλαγή των όρων την ζητήσει ο ......., υποχρεούται να αποζημιώσει τον μισθωτό σύμφωνα με τους όρους της παρ. 3β". Σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής ο αναιρεσίβλητος προσέφερε, με την ως άνω ιδιότητά του, στην αναιρεσείουσα τις υπηρεσίες του μέχρι την 21/12/2001 οπότε αυτή κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση. Μέχρι τις 30/4/1997 η αναιρεσείουσα κατέβαλλε στον αναιρεσίβλητο τις συμφωνηθείσες ως άνω αποδοχές του, ήτοι προσαυξανόμενες κατ΄ έτος κατά ποσοστό 15%, αναλυτικά αναφερόμενες. Από την 1/5/1997 και εφεξής η αναιρεσείουσα έπαυσε να του καταβάλλει την συμφωνηθείσα ετήσια αύξηση (15%). Εκ των υστέρων ισχυρίζεται, πρωτοδίκως και κατ΄ έφεση, ότι, με μεταγενέστερη προφορική συμφωνία που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής, νόμιμα εκπροσωπούμενης και του αναιρεσίβλητου, καταργήθηκε ο εν λόγω όρος (προσαύξησης του μισθού κατά 15%) της ένδικης σύμβασης. Τους ισχυρισμούς αυτούς το Εφετείο έκρινε νόμιμους (ΑΚ 159, εδ. β΄, 164 και 361), αλλά τους απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμους. Συνακόλουθα έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται τις εκ της αιτίας αυτής διαφορές αποδοχών και απέρριψε τους σχετικούς αντίθετους λόγους της εφέσεως της αναιρεσείουσας. Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο ότι κατά το έτος 2001 η αναιρεσείουσα, στα πλαίσια αναδιαρθρώσεως των υπηρεσιών της, λόγω οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε, αποφάσισε την μείωση του προσωπικού της, προέβη δε σταδιακά στην απόλυση 80 υπαλλήλων της. Αποφάσισε επιπλέον την κατάργηση του υπαγόμενου στην Τεχνική Διεύθυνση Τομέα Αναμεταδοτών και Δικτύου Ραδιοζεύξεως, στον οποίο προϊστατο ο αναιρεσίβλητος, κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας του στις 21/12/2001 και του κατέβαλε αποζημίωση απολύσεως ποσού 46.096. 193 δραχμών, ενώ εδικαιούτο - βάσει των καταβλητέων τελευταίων αποδοχών του εκ 3.166.089 δραχμών το μήνα, υπολογιζόμενης δηλαδή της κατ΄ έτος αναπροσαρμογής ποσοστού 15% βάσει της εργασιακής συμβάσεως - το ποσό των (3.166.089 δρχ. χ 24 μήνες = 75.986.136 δρχ. + 1/6 εκ 12.664.356 δρχ. αναλογία επιδ. εορτών και αδείας =) 88.650.492 δραχμών. Τέλος, έκρινε ότι, λόγω καταβολής ελλιπούς ως άνω αποζημιώσεως, την οποία εισέπραξε ο αναιρεσίβλητος, η καταγγελία αυτή είναι άκυρη, θεωρούμενη ως μη γενόμενη, και η αναιρεσείουσα, αρνούμενη να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του, περιήλθε σε υπερημερία και του οφείλει τους αξιούμενους μισθούς υπερημερίας. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο παραβίασε την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 5, παρ. 1, εδ. β΄ του Ν. 3198/1955, η οποία ήταν εφαρμοστέα, για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως, αφού το ποσό της καθορισθείσας ως άνω αποζημιώσεως, αλλά και εκείνης που καταβλήθηκε στον αναιρεσίβλητο υπερέβαινε το ποσό της υπολογιζόμενης, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, αποζημιώσεως. Επομένως, ο σχετικός πρώτος, από το άρθρο 559, αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., λόγος της αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Επειδή, κατά το άρθρο 559, αρ. 11 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 62, 64 παρ. 2, 339, 409 παρ. 1 και 2, 410 παρ. 3 και 415 έως 420 Κ.Πολ.Δ. και 61, 65, 67 και 70 του Α.Κ. συνάγεται ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος και δεν μπορεί γι΄ αυτό να έχει (καταρχήν τουλάχιστον) την αντικειμενικότητα του τρίτου, ο διάδικος και, για την ταυτότητα του λόγου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διαδίκου νομικού προσώπου ή το μέλος της διοικήσεως αυτού. Τούτο συνάγεται ιδίως από το ως άνω άρθρο 415 του Κ.Πολ.Δ. που προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων των εκ των διαδίκων νομικών προσώπων ή των μελών της διοικήσεώς τους, η εξέταση όμως αυτή δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά ίδιο (επώνυμο) αποδεικτικό μέσο, επιτρεπόμενο όταν τα πραγματικά γεγονότα δεν αποδείχθηκαν καθόλου ή αποδείχθηκαν ατελώς από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα. Υπό την αντίθετη εκδοχή, θα ήταν δυνατό να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως μάρτυρας και στη συνέχεια ως διάδικος ή ως εκπρόσωπος ή ως μέλος της διοικήσεως διαδίκου - λύση προδήλως άτοπη (βλ. Ολ. Α.Π. 1328/1997). Τα ανωτέρω για την ταυτότητα του λόγου ισχύουν και επί ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου κατά το άρθρο 671 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., με τις οποίες ο ενόρκως βεβαιών τρίτος καταθέτει ό,τι γνωρίζει περί των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών, άρα, ένορκη βεβαίωση ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου ή μέλους της διοικήσεως του διαδίκου νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. το δικαστήριο κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους ορισμούς του νόμου. Η απόκλιση όμως αυτή δεν εκτείνεται επί τοσούτον, ώστε να παρέχεται η εξουσία στο δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη κατά την εν λόγω διαδικασία και ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα. Επομένως, η από το δικαστήριο μη λήψη υπόψη αυτών δεν θεμελιώνει τον από τον αριθ. 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, αφού πρόκειται περι ανυποστάτων αποδεικτικών μέσων. Συνεπώς, το Εφετείο, που δίκασε κατά την ως άνω ειδική διαδικασία και δεν έλαβε υπόψη για τη μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και την προσκομισθείσα με επίκληση από την αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με αριθμό 927/11-4-2003 ένορκη ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών βεβαίωση του Σ.Χ. αντιπροέδρου του πρώτου του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης, ήτοι μέλους της διοικήσεως του νομικού προσώπου αυτής και συνεπώς μη τρίτου, δεν υπέπεσε στην, από τον αριθ. 11 του άρθρου 559 Κ.ΠολΔ. πλημμέλεια και ο αντίθετος τρίτος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ΄ ακολουθία, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει, ήτοι καθόσον αφορά το κεφάλαιο περί του κύρους της καταγγελίας της συμβάσεως, η προσβαλλόμενη απόφαση και, παρέλκουσας της έρευνας του δευτέρου λόγου, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά τούτο στο ίδιο Εφετείου συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
`Αρειος Πάγος
Αριθ.απόφασης: 1230/2006
Δικαστής: Θεόδωρος Αποστολόπουλος, Αντιπρόεδρος
Αρεοπαγίτες: Ιωάν. Δαβίλλας, Γεώρ. Καράμπελας,
Εμμ. Καλούδης και Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής
Η αξίωση για καταβολή συμπληρωματικής αποζημίωσης απόλυσης, η οποία εδράζεται στο ότι η εργοδότρια ανώνυμη εταιρεία είχε αναγνωρίσει την προϋπηρεσία του σε άλλη εταιρεία, είναι αβάσιμη, αφού η αναγνώριση της προϋπηρεσίας του, στο μέτρο που συνεπάγεται την υπέρμετρη επιβάρυνση αυτής με διάφορες οικονομικές υποχρεώσεις, υπόκειται σε προηγούμενη έγκριση της γενικής συνελεύσεως των μετόχων, κατ΄ άρθρο 23α του Ν. 2190/1920.
[...] Επειδή κατά το άρθρο 23α, παρ. 2 του Ν. 2190/1920 είναι άκυρες, εκτός από τις αναφερόμενες στην παρ. 1, συμβάσεις και οποιεσδήποτε άλλες που συνάπτονται από την ανώνυμη εταιρεία με τα αναφερόμενα στην παρ. 1 πρόσωπα (ιδρυτές, μέλη του διοικητικού συμβουλίου, γενικούς διευθυντές ή διευθυντές της εταιρίας ή συγγενείς τους) χωρίς προηγούμενη ειδική έγκρισή τους από τη γενική συνέλευση των μετόχων. Εξαιρούνται όμως από αυτές εκείνες που δεν εξέρχονται των ορίων της τρέχουσας συναλλαγής, δηλαδή οι συμβάσεις που καταρτίζονται στα πλαίσια της τακτικής διεξαγωγής των συνήθων συναλλαγών της εταιρίας. Επομένως είναι άκυρη κάθε σύμβαση, το αντικείμενο της οποίας διαφέρει από εκείνο των συμβάσεων που καταρτίζονται στα πλαίσια της ως άνω δράσης της εταιρείας ή που, κατά το περιεχόμενό της, υπερβαίνει το συνηθισμένο για τη συγκεκριμένη περίπτωση μέτρο, όπως αυτό προσδιορίζεται από τη δραστηριότητα της εταιρείας, την οικονομική της ευρωστία και τα ειθισμένα στις συναλλαγές για συμβάσεις αυτού του είδους, αν δεν προηγηθεί της κατάρτισής της η αξιούμενη από το ως άνω άρθρο ειδική έγκριση της γενικής συνέλευσης. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559, αριθ. 19, ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες της, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση. Στην υπόθεση που κρίνεται, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσελήφθη την 29-9-1975 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την εδρεύουσα στον Πειραιά εταιρεία με την επωνυμία .................Ε.Π.Ε., και προσέφερε έκτοτε σ΄ αυτήν τις υπηρεσίες του ως οικονομικός διευθυντής αυτής. Η ανωτέρω εταιρεία ανήκε στον ίδιο κύκλο οικονομικών συμφερόντων με την εναγομένη - αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, με την οποία συνεργαζόταν, μητρική δε εταιρεία και των δύο ως άνω εταιρειών ήταν η αλλοδαπή εταιρεία.............. Κατά τα έτη 1989 και 1990 ο ενάγων προσέφερε υπηρεσίες και στην εναγομένη και την 1/10/1991 υπέβαλε προς αυτήν έγγραφη αίτηση για να τον προσλάβει. Η τελευταία ανήγγειλε στις 3/10/1991 στον ΟΑΕΔ, ότι τον προσέλαβε στην επιχείρησή της από την 1/10/1991, ως οικονομικό διευθυντή. Δεν αποδείχθηκε, όμως, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, ότι την 1/10/1991 έλαβε χώρα, μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης πρόσθετη συμφωνία, με την οποία η τελευταία αναγνώρισε, ως υπηρεσία διανυθείσα σ΄ αυτήν, ολόκληρη την από 29/9/1975 προϋπηρεσία του στην πιο πάνω εταιρεία ............Ε.Π.Ε.. Ανεξάρτητα, όμως, από αυτό αποδείχτηκε, ότι ο ενάγων ήταν ήδη από την 25/6/1991 - πριν δηλαδή από την 1/10/1991 - μέλος του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας, αφού είχε εκλεγεί στη θέση αυτή κατά την ετήσια τακτική γενική συνέλευση των μετόχων της, που έγινε την 25/6/1991. Επομένως, η εν λόγω σύμβαση περί αναγνωρίσεως της προϋπηρεσίας του στην εταιρεία .......Ε.Π.Ε., που ισχυρίζεται ο ίδιος ότι έγινε την 1/10/1991, ήταν σε κάθε περίπτωση άκυρη, αφού δεν επικαλείται αυτός, ούτε αποδεικνύεται ότι υποβλήθηκε σε προηγούμενη έγκριση της γενικής συνελεύσεως των μετόχων της εναγομένης κατά το άρθρο 23α του Ν. 2190/1920. Η έγκριση αυτή ήταν απαραίτητη, διότι επρόκειτο περί συμφωνίας εξερχόμενης των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών της εναγομένης, δεδομένου ότι η αναγνώριση της ως άνω προϋπηρεσίας του ενάγοντος ήταν οπωσδήποτε επιζήμια και αντίθετη με τα συμφέροντά της, αφού θα είχε ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη επιβάρυνση αυτής με διάφορες οικονομικές υποχρεώσεις, όπως είναι και η διαφορά της αποζημιώσεως απολύσεως που επιδιώκει ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του. Ενόψει αυτών, το Εφετείο έκρινε ότι η επιδιωκόμενη με την επικουρική βάση της αγωγής αξίωση για καταβολή συμπληρωματικής αποζημιώσεως απολύσεως, την οποία ο ενάγων θεμελιώνει αποκλειστικά και μόνο στο ότι η εναγομένη είχε αναγνωρίσει ως υπηρεσία διανυθείσα σ΄ αυτήν ολόκληρη την από 29/9/1975 προϋπηρεσία του στην εταιρεία ..............Ε.Π.Ε., είναι αβάσιμη και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρη και σαφή αιτιολογία, ως προς το ζήτημα της αναγνώρισης της προϋπηρεσίας του αναιρεσείοντος από την αναιρεσίβλητη, ανεξάρτητα από το αν το ζήτημα αυτό ασκούσε πράγματι επιρροή στην έκβαση της δίκης - αφού μόνη η συμφωνία για αναγνώριση της προϋπηρεσίας και αν έχει καταρτισθεί εγκύρως μπορεί να έχει σημασία στο επίδομα χρόνου υπηρεσίας, όχι όμως και στο ύψος της αποζημιώσεως απολύσεως, αν δεν συμφωνηθεί ειδικώς τούτο - ο δε περί του αντιθέτου πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559, αρ. 19 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Με τον από την ίδια ως άνω διάταξη πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το κύρος της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος με την αναιρεσίβλητη, ενόψει της εφαρμογής του άρθρου 23α, παρ. 2 του Ν. 2190/1920. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση, αφού το Εφετείο έκρινε - με την προαναφερόμενη επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως - ότι ήταν άκυρη η συμφωνία περί αναγνωρίσεως της προϋπηρεσίας του στην εταιρεία ............Ε.Π.Ε." και όχι η σύμβαση εργασίας του με την αναιρεσίβλητη στο σύνολό της. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το τρίτο μέρος του, από το άρθρο 559, αριθ.19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι δεν περιέχει αιτιολογία ως προς τους λοιπούς όρους εργασίας του αναιρεσείοντος, είναι αόριστος, αφού δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο οι όροι στους οποίους αναφέρεται ο αναιρεσείων. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί και ο παραπάνω λόγος της αναιρέσεως. Επειδή με το δεύτερο, από το άρθρο 559, αρ. 8 του ΚΠολΔ, λόγο της αναιρέσεως προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος: α) ότι η πρόσληψή του από την αναιρεσίβλητη, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι άρχισε να μισθοδοτείται από αυτήν την 1/10/1991, έγινε στην πραγματικότητα ατύπως κατά το έτος 1989, β) ότι στο από 8/6/1989 έγγραφο της εταιρείας .........Ε.Π.Ε., το οποίο προσυπέγραψε και ο αναιρεσίβλητος, αναγράφεται ότι η προϋπηρεσία του στην εταιρεία αυτή θα γίνει σεβαστή από την αναιρεσίβλητη και γ) ότι τα ανωτέρω αναγνώρισε και εγγράφως η αναιρεσίβλητη την 1/10/1991, προσυπογράφοντας σχετικό έγγραφο της προαναφερόμενης εταιρείας, με το οποίο αυτή ζητούσε από την αναιρεσίβλητη να τον περιλάβει στο μισθοδοτούμενο προσωπικό της από 1/10/1991. Η πρώτη από τις ανωτέρω αιτιάσεις, ανεξάρτητα από το ότι είναι αβάσιμη, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε εκ του πράγματος, αφού δέχτηκε κατά τα ανωτέρω, ότι η σύμβαση εργασίας μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε την 1/10/1991, είναι προεχόντως αόριστη, διότι δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο η επίδραση που θα είχε στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως η παραδοχή του ισχυρισμού, ότι ο αναιρεσείων προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη το έτος 1989, ενόψει και του αγωγικού ισχυρισμού του, ότι η τελευταία αναγνώρισε την προϋπηρεσία του την 1/10/1991. Η δεύτερη αιτίαση αναφέρεται σε ισχυρισμό που δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, διότι η επικαλούμενη συμφωνία μεταξύ τρίτων δεν δεσμεύει την αναιρεσίβλητη. Τέλος, με την τρίτη αιτίαση πλήττεται αλυσιτελώς η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού με επάλληλη αιτιολογία αυτής έγινε δεκτό ότι η αναγνώριση της προϋπηρεσίας του από την αναιρεσίβλητη, μετά την εκλογή του ως μέλους του διοικητικού συμβουλίου, είναι άκυρη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 23α του Ν. 2190/1920, η δε αιτιολογία αυτή δεν προσβάλλεταιβασίμως με λόγο αναιρέσεως. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο προαναφερόμενος λόγος. Επειδή με τον τρίτο, από το άρθρο 559, αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγο της αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι παραβίασε το άρθρο 23α, παρ. 2 του Ν. 2190/1920, αφού δέχτηκε ότι η συμφωνία για αναγνώριση της προϋπηρεσίας του αναιρεσείοντος έγινε την 1/10/1991 και ήταν άκυρη, μολονότι δέχθηκε ότι εργαζόταν στην αναιρεσείουσα από το έτος αυτό και συνακόλουθα ότι η εν λόγω συμφωνία είχε καταρτισθεί από το έτος 1989, δηλαδή δύο έτη πριν από την εκλογή του ως μέλους του διοικητικού συμβουλίου. Ο λόγος αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δέχτηκε - με την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως - ότι η προαναφερόμενη συμφωνία, που έγινε σε κάθε περίπτωση την 1/10/1991, ήταν άκυρη, αφού έλαβε χώρα μετά την εκλογή του ως μέλους του διοικητικού συμβουλίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 23α, παρ. 2 του Ν. 2190/1920, τις οποίες δεν παραβίασε. Επομένως, και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
`Αρειος Πάγος
Αριθ.απόφασης: 693/2006
Δικαστής: Θεόδωρος Αποστολόπουλος, Αντιπρόεδρος
Αρεοπαγίτες: Ιωάν. Δαβίλλας, Γεώρ. Καράμπελας,
Εμμ. Καλούδης και Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής
Αν στον υπογράφοντα καθ΄ υπέρβαση της εξουσίας εκπροσώπησης την καταγγελθείσα σύμβαση εργασίας στελέχους διευθύνοντα σύμβουλο ανώνυμης εταιρείας, δεν είχε μεταβιβαστεί από το διοικητικό συμβούλιο, ούτε παρασχεθεί η εξουσία να προσλαμβάνει διευθυντικά στελέχη, τότε η εργοδότρια δεν δεσμεύεται από αυτή και συνεπώς δεν υποχρεούται να καταβάλει στον πρώην εργαζόμενο το υπόλοιπο της συμφωνηθείσας αποζημιώσεως, λόγω καταγγελίας.
[...] Επειδή από τα άρθρα 65, 67, 68 και 70 ΑΚ συνάγεται ότι για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία, πρέπει αυτή να έχει συναφθεί είτε από το όργανο που το διοικεί και ενεργεί μέσα στα όρια της εξουσίας του, σύμφωνα με τους όρους της συστατικής πράξεως ή του καταστατικού της, είτε από άλλα φυσικά πρόσωπα στα οποία παρασχέθηκε σχετική εξουσία από το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο. Ειδικότερα, επί ανώνυμης εταιρείας από τις διατάξεις των άρθρων 18, παρ. 1, 2 και 22, παρ. 1, 3 του Kωδ. Νόμου 2190/1920, που είναι αντίστοιχες με τις προαναφερθείσες διατάξεις του Α.Κ., προκύπτει ότι η ανώνυμη εταιρεία εκπροσωπείται δικαστικώς και εξωδίκως από το διοικητικό της συμβούλιο, το οποίο ενεργεί συλλογικά, αλλά το καταστατικό μπορεί να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρεία γενικά ή για ορισμένου μόνον είδους πράξεις. Τα πρόσωπα αυτά είναι υποκατάστατα του διοικητικού συμβουλίου και ενεργούν, όπως και το διοικητικό συμβούλιο, ως όργανα εκπροσώπησης του νομικού πρόσωπου της εταιρίας, εκφράζοντας πρωτογενώς τη βούλησή της. Διαφορετικές εντελώς είναι οι προβλεπόμενες από τα άρθρα 211 επ. και 713 ΑΚ σχέσεις της πληρεξουσιότητας και της εντολής, διότι ο πληρεξούσιος και ο εντολοδόχος που διορίζονται για την ενέργεια δικαιοπραξιών ή για τη διεξαγωγή υποθέσεων της εταιρείας δεν αποτελούν καταστατικά όργανα διοίκησης, αλλά ενεργούν ως απλοί αντιπρόσωποι, εκτελώντας ό,τι αποφάσισαν το διοικητικό συμβούλιο ή ο υποκατάστατός του. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559, αριθ. 11 γ΄ του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνο το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου δεν στοιχειοθετεί τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ζήτησε με την ένδικη αγωγή του να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία, η οποία κατήγγειλε την καταρτισθείσα μεταξύ αυτού και του νομίμου εκπροσώπου της σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, να του καταβάλει το υπόλοιπο της αποζημιώσεως που είχε συμφωνηθεί με ρητό όρο της συμβάσεως για την περίπτωση της καταγγελίας. Η αναιρεσείουσα αμφισβήτησε το κύρος της συμβάσεως και του ανωτέρω όρου αυτής, ισχυριζόμενη ότι ο φερόμενος ως εκπρόσωπός της, που υπέγραψε για λογαριασμό της την σύμβαση, δεν είχε εξουσία να την εκπροσωπεί στην κατάρτιση της συγκεκριμένης συμβάσεως και τη συνομολόγηση του σχετικού με την αποζημίωση, λόγω καταγγελίας, όρου αυτής. Για την απόδειξη δε των σχετικών ισχυρισμών της, τους οποίους πρότεινε και με λόγο εφέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που είχε δεχθεί την αγωγή, επικαλέστηκε και προσκόμισε, όπως προκύπτει από τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου και τα εξής έγγραφα: α) αντίγραφο της με αριθ. πρωτ. 32656/24-11-2000 ανακοίνωσης της Δ/νσης Ανωνύμων Εταιρειών του κεντρικού Τομέα Αθήνας της Ε.Ν.Α. Αθηνών - Πειραιώς περί καταχώρησης στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών του υπ΄ αριθ. 1357/31-10-2000 Πρακτικού του Δ.Σ., β) το ως άνω πρακτικό και γ) το καταστατικό της εταιρίας. Τα έγγραφα αυτά από τα οποία προέκυπτε όπως υποστηρίζει, ότι στον διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας, που υπέγραψε τον επίμαχο όρο δεν είχε μεταβιβαστεί, ούτε παρασχεθεί η εξουσία να προσλαμβάνει διευθυντικά στελέχη, όπως ήταν ο αναιρεσίβλητος και ότι την εξουσία αυτή είχε παρακρατήσει για τον εαυτό του το Δ.Σ. της εταιρείας - υπό το επικαλούμενο ανωτέρω περιεχόμενό τους, θα μπορούσαν πράγματι να ασκήσουν επιρροή στην έκβαση της δίκης. Στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας και επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση, αναφέρεται ότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και από τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι και γίνεται εν συνεχεία δεκτό ότι η επίδικη σύμβαση καταρτίστηκε με τον ενάγοντα και το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης που είχε προς τούτο αντιπροσωπευτική ικανότητα. Από τις παραπάνω αιτιολογίες όμως καταλείπονται αμφιβολίες για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα προαναφερόμενα έγγραφα, αφού δεν γίνεται καθόλου λόγος για τα στοιχεία που προέκυπταν από αυτά, ούτε αποκρούεται η βασιμότητά τους ή οι συνέπειες που θα μπορούσε να έχει ή ύπαρξή τους. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 559, αριθ. 11 γ΄ του Κ.Πολ.Δ., δεύτερος λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρέλκουσας έτσι της έρευνας των λοιπών λόγων της αναίρεσης και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580, παρ. 3, Κ.Πολ.Δ.).
`Αρειος Πάγος
Αριθ.απόφασης: 2156/2006
Δικαστής: Δημήτριος Κυριτσάκης, Αντιπρόεδρος
Αρεοπαγίτες: Δημ. Κιτρίδης, Ηρακ. Κωνσταντινίδης,
Βασ. Κουρκάκης και Ελευθ. Νικολόπουλος
Για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης για μη καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών σε εργαζόμενο πρέπει να προσδιορίζεται το αν ο απασχοληθείς μισθωτός εργαζόταν με μηνιαίο μισθό ή με ημερομίσθιο, ως και το ύψος των αποδοχών του.
[...] Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1, παρ. 1, εδ. α΄ του Ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 2336/1995, κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες, συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή έθιμο, είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3198/1955, συνεπεία της θέσεως των εργαζόμενων σε κατάσταση διαθεσιμότητας, τιμωρείται κατόπιν μηνύσεως των ενδιαφερόμενων ή των οργάνων του Υπουργείου Εργασίας ή των οργάνων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης που είναι εντεταλμένα για την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας ή της οικείας Αστυνομικής Αρχής ή της οικείας επαγγελματικής οργάνωσης των εργαζόμενων, με φυλάκιση μέχρι έξι (6) μήνες και με χρηματική ποινή, της οποίας το ποσό δεν μπορεί να ορίζεται κάτω 25% ούτε 50% του καθυστερούμενου χρηματικού ποσού, για την εξεύρεση του οποίου οι τυχόν σε είδος οφειλόμενες αποδοχές, πρέπει να αποτιμώνται με τη σχετική απόφαση σε χρήμα.
ΙΙ. ΄Έλλειψη της από τα άρθρα 93, παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510, παρ. 1, εδ. δ΄ ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ΄ αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ΄ αυτά κατ΄ επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177, παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. (Ολ.ΑΠ 1/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 37.948/23-6-2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη σε πρώτο βαθμό ανεκκλήτως, για την πράξη της καθυστέρησης αποδοχών σε εργαζόμενους (άρθρο μόνο του Ν. 690/1945, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 8, παρ. 1, Ν. 2336/1995), σε ποινή φυλάκισης σαράντα ημερών και χρηματική ποινή εκατό (100) ευρώ, η οποία ανεστάλη επί τριετία. Στην αιτιολογία της απόφασης, προκύπτουσα από την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, αναφέρεται ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, την ανάγνωση όλων των εγγράφων που φέρονται στα πρακτικά ως αναγνωσθέντα και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: ... Η κατηγορουμένη, την 24/8/2002, ως εργοδότης, τυγχάνουσα νόμιμη εκπρόσωπος, διαχειρίστρια και μοναδική εταίρος της μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία " ........ ", όπως προκύπτει από το υπ΄ αριθμ. 3153/23-3-2001 συμβόλαιο σύστασης αυτής, δημοσιευθέν στο πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης την 27/3/2001, η οποία απασχόλησε στην ανωτέρω επιχείρηση τον ... ως φύλακα κατά το χρονικό διάστημα από 25/5/2002 μέχρι 23/8/2002, δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα σ΄ αυτόν τα αναφερόμενα στο διατακτικό ποσά, δηλαδή μέχρι και την παραπάνω χρονολογία που κατέστησαν απαιτητά, με βάση την μεταξύ τους συμφωνία και ειδικότερα τις οφειλόμενες από τη σχέση εργασίας αποδοχές και χορηγίες που καθορίσθηκαν από τη μεταξύ τους σύμβαση αφενός και το νόμο αφετέρου.... Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο στο διατακτικό του κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη (ήδη αναιρεσείουσα) του ότι στη ..., την 24/8/2002 Αθήνα, με την προεκτεθείσα ιδιότητά της ενώ απασχόλησε τον ... ως φύλακα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας πέντε ωρών ημερησίως επί πέντε ημέρες την εβδομάδα, για το χρονικό διάστημα από 24/5/2002 έως 23/8/2002 δεν του κατέβαλε και του οφείλει το συνολικό ποσό των 235,85 ευρώ, προερχόμενο από: α) αναλογία αδείας 74,80 ευρώ, β) αναλογία επιδόματος αδείας 62,85 ευρώ και γ) αναλογία δώρου Χριστουγέννων 98,20 ευρώ. Όμως, η κατά τα άνω, από το συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτουσα αιτιολογία είναι ελλειπής και ασαφής. Ειδικότερα, δεν προσδιορίζεται ούτε στο αιτιολογικό ούτε στο διατακτικό εάν ο απασχοληθείς στην παραπάνω εταιρεία μισθωτός εργαζόταν με μηνιαίο μισθό ή με ημερομίσθιο και ποιο το ύψος των αποδοχών του, με βάση τις οποίες προσδιόρισε στη συνέχεια τα χρηματικά ποσό ως οφειλόμενα για αναλογία αποδοχών αδείας, επιδόματος αδείας και επιδόματος Χριστουγέννων. Και περαιτέρω, ειδικώς για το επίδομα Χριστουγέννων, ενόψει του ότι κατά τα άρθρα 1, παρ. 1, 2, 3 και 10 της 19.040/1981 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, που εκδόθηκε κατ΄ εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του Ν. 1082/1980, το επίδομα αυτό, υπολογιζόμενο με βάση τις πραγματικές αποδοχές (μισθό ή ημερομίσθιο), καταβάλλεται στο ακέραιο την 21η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου για όσους εργάσθηκαν ολόκληρο το από 1ης Μαϊου και επέκεινα μέχρι το τέλος του έτους χρονικό διάστημα ή αναλογία αυτού κατά την ημερομηνία λύσεως της εργασιακής σχέσης, για όσους εργάσθηκαν λιγότερο, δεν προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά ποιο τρόπο η αξίωση του μισθωτού για το επίδομα Χριστουγέννων κατέστη απαιτητή την 23/8/2002, εάν δηλαδή κατά τον χρόνο αυτό λύθηκε η εργασιακή σύμβαση με καταγγελία εκ μέρους του εργοδότη ή με την οικειοθελή αποχώρηση αυτού.
Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510, παρ. 1Δ του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι βάσιμος. Ύστερα από όλα αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ).
`Αρειος Πάγος
Αριθ.απόφασης: 1080/2006
Δικαστής: Θεόδωρος Αποστολόπουλος, Αντιπρόεδρος
Αρεοπαγίτες: Ιωάν. Δαβίλλας, Γεώρ. Καράμπελας,
Εμμ. Καλούδης και Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής
Υποχρέωση του εργοδότη, πριν προβεί σε ομαδικές απολύσεις εργαζομένων στις αναφερόμενες στο Ν. 1387/1983 επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, να προβεί σε διαβουλεύσεις, ακόμη και στην περίπτωση επικείμενης διακοπής των εργασιών της επιχειρήσεως και, ανεξάρτητα από το αν η διακοπή αυτή έγινε κατόπιν δικαστικής αποφάσεως.
[...] Eπειδή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, μετά τη δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου των αναιρεσειόντων ότι δεν εισάγεται ως προς τους αναιρεσείοντες Γ... Β...., Σ.... Ο..... και Α.... Π..... (21ου, 113ου και 130ου), η οποία έχει την έννοια της παραιτήσεως από την κλήση προς συζήτηση, δεν ερευνάται ως προς αυτούς.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296 και 297 Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573, παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για αναίρεση, προκύπτει ότι παραίτηση ολική ή μερική, από το δικόγραφο του ένδικου μέσου που έχει ασκηθεί, όπως είναι και η αναίρεση (άρθρο 495, παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση, πριν αρχίσει η συζήτηση. Η δήλωση αυτή καταχωριζόμενη στα πρακτικά, επιφέρει αντίστοιχη, ανάλογα με το περιεχόμενο και την έκτασή της, κατάργηση της δίκης (Ολ. ΑΠ 7/1993 ΑΠ 4/1992). Επομένως, η παραίτηση των αναιρεσειόντων από τον όγδοο λόγο της αναιρέσεως, από το άρθρο 559, αριθ. 5 του ΚΠολΔ, που αφορά τη δεύτερη αναιρεσίβλητη και έγινε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους πριν από τη προφορική συζήτηση της υποθέσεως, καταχωρίσθηκε δε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως, είναι νόμιμη και συνεπάγεται κατάργηση της δίκης, αλλά μόνον ως προς το λόγο αυτό της αναιρέσεως που θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε (άρθρα 295, παρ. 1 και 299 ΚΠολΔ). Λαμβανομένου δε υπόψη, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν πλήττεται με κανένα άλλο λόγο που να αφορά την ως άνω (δεύτερη) αναιρεσίβλητη πρέπει, ως προς αυτήν, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη (άρθρ. 566, παρ. 1 του ΚΠολΔ). Επειδή κατά το άρθρο 1 του Ν. 1387/1983 που φέρει τον τίτλο "έλεγχος ομαδικών απολύσεων και άλλες διατάξεις" και εκδόθηκε για να προσαρμοστεί το Ελληνικό δίκαιο προς την 75/129 Οδηγία του Συμβουλίου της ΕΟΚ "περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις", τέτοιες απολύσεις θεωρούνται όσες γίνονται από επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που απασχολούν περισσότερους από είκοσι εργαζόμενους για λόγους που δεν αφορούν στο πρόσωπο των απολυομένων και υπερβαίνουν κάθε ημερολογιακό μήνα τους 5 εργαζόμενους, αν πρόκειται για επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που απασχολούν 20-50 άτομα και ποσοστό 2-3%, του προσωπικού και μέχρι 30 άτομα, αν πρόκειται για επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που απασχολούν πάνω από 50 εργαζόμενους. Κατά το άρθρο 2, παρ. 2γ του ίδιου Νόμου, όπως ίσχυε πριν από την κατάργηση του εδαφίου γ΄ από το Ν. 2736/1999, οι διατάξεις του νόμου αυτού δεν εφαρμόζονται στους εργαζόμενους που απολύονται λόγω διακοπής των εργασιών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, κατόπιν πρωτόδικης δικαστικής απόφασης. Με τα άρθρα 3 και 4 του ίδιου νόμου προβλέπεται η υποχρέωση του εργοδότη πριν προχωρήσει σε ομαδικές απολύσεις, να προέλθει σε διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, με σκοπό να ερευνηθεί η δυνατότητα αποφυγής ή μείωσης των απολύσεων και των δυσμενών συνεπειών τους. Το άρθρο 5 του ίδιου νόμου ορίζει τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί για την πραγματοποίηση των ομαδικών απολύσεων. Στο άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 15, παρ. 1 του ανωτέρω Ν. 2736/1999 παράγραφος 5 που έχει ως εξής: "Η διαδικασία ομαδικών απολύσεων του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζεται στους εργαζόμενους που απολύονται λόγω διακοπής των εργασιών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, κατόπιν πρωτόδικης δικαστικής απόφασης", ενώ με το άρθρο 16, παρ. 6 του τελευταίου αυτού νόμου καταργήθηκε η παράγραφος 2 γ΄ του άρθρου 2 του Ν. 1387/1983. Τέλος, κατά το άρθρο 6, παρ. 1 του Ν. 1387/1983 ομαδικές απολύσεις που γίνονται κατά παράβαση του νόμου αυτού είναι άκυρες. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι με την κατάργηση της παραγρ. 2γ΄ του άρθρου 2 του Ν. 1387/1983 με το άρθρ. 16, παρ. 6 του Ν. 2736/1999 και την προσθήκη της ως άνω 5 παραγρ. στο άρθρο 5 του ίδιου Νόμου (1387/83), παραμένει ακέραιη η υποχρέωση του εργοδότη, πριν προβεί σε ομαδικές απολύσεις εργαζομένων στις αναφερόμενες στο νόμο αυτό (1387/83) επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και όλες οι επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις του ιδιωτικού τομέα (άρθρο 2), να προβεί σε διαβουλεύσεις, ακόμη και στην περίπτωση επικείμενης διακοπής των εργασιών της επιχειρήσεως και, ανεξάρτητα από το αν η διακοπή αυτή έγινε κατόπιν δικαστικής αποφάσεως, αφού η εξαίρεση αυτή αφορά μόνο την κατά το άρθρο 5 του νόμου αυτού προθεσμία και διαδικασία των ομαδικών απολύσεως, σύμφωνα με την προστεθείσα ως άνω παραγρ. 5 αυτού. Με τη ρύθμιση αυτή μεταφέρεται σωστά στο εσωτερικό δίκαιο η Οδηγία 98/59/Ε.Κ. του Συμβουλίου για την προσέγγιση των νομοθεσιών Κρατών - Μελών, η οποία κωδικοποιεί την Οδηγία 75/129/Ε.Ο.Κ., όπως τροποποιήθηκε από την Οδηγία 92/56/Ε.Ο.Κ. προς το σκοπό προσαρμογής της Ελληνικής νομοθεσίας με το κοινοτικό δίκαιο, με την οποία ενδυναμώνονται και διασφαλίζονται τα δικαιώματα των εργαζομένων για πληροφόρηση, ενημέρωση και διαβούλευση στην περίπτωση διακοπής της δραστηριότητας της επιχειρήσεως (βλ. εισηγητική έκθεση του άρθρου 15 του Ν.2736/1999). Οι ομαδικές απολύσεις που έγιναν κατά παράβαση των διατάξεων του προαναφερόμενου νόμου είναι άκυρες (άρθρ. 6, παρ. 1, Ν. 1387/83). Περαιτέρω ανώτερη βία, με τη συνδρομή της οποίας ο εργοδότης απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής μισθών υπερημερίας στον εργαζόμενο κατά το άρθρο 656 του ΑΚ, συνιστά κάθε απρόβλεπτο και τυχαίο γεγονός, που δεν μπορεί ν΄ αποτραπεί, ακόμη και αν ληφθούν μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνθεσης. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: Η πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρία, που ασκούσε από 1/7/1997 στο ευρισκόμενο στην .........και εκτεινόμενο έως την ................μεγάλο εργοστασιακό συγκρότημα επιχείρηση παραγωγής και εμπορίας λιπασμάτων, προσέλαβε την ανωτέρω ημερομηνία (1/7/1997) τους αναιρεσείοντες με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρουν την εργασία τους στην επιχείρησή της. Το ανωτέρω εργοστασιακό συγκρότημα, ιδιοκτησίας της δεύτερης αναιρεσίβλητης, είχε εκμισθώσει η τελευταία στην πρώτη αναιρεσίβλητη με σύμβαση μισθώσεως που συνήψαν μεταξύ τους την 1/7/1997. Με την ίδια σύμβαση ορίστηκε η διάρκεια της μίσθωσης από 1/7/1997 έως 31/7/1999 για την παραγωγή λιπασμάτων και έως την 31/7/2000 για την απομάκρυνση των λιπασμάτων που θα παράγονταν έως την 31/7/1999. Η καταληκτική αυτή ημερομηνία της λειτουργίας του εργοστασίου ήταν γνωστή τόσο στην πρώτη αναιρεσίβλητη, όσο και στους αναιρεσείοντες και είχε τεθεί στη σύμβαση μισθώσεως, εξαιτίας του γεγονότος ότι ο χώρος στον οποίο βρισκόταν το εργοστάσιο είχε ενταχθεί στη ζώνη ενεργού πολεοδομίας και επρόκειτο να διαμορφωθεί στα πλαίσια αναπλάσεως της ευρύτερης περιοχής, ενόψει της διεξαγωγής των ολυμπιακών αγώνων του 2004. Ανεξάρτητα πάντως από το ότι είχε οριστεί η καταληκτική αυτή ημερομηνία στη μίσθωση, τόσο η πρώτη αναιρεσίβλητη, όσο και οι εταιρείες που ασκούσαν προηγουμένως την ίδια επιχείρηση στο ίδιο εργοστασιακό συγκρότημα, αντιμετώπιζαν σοβαρές δυσχέρειες, λόγω των συνεχών και εντόνων διαμαρτυριών και αντιδράσεων του δήμου Δραπετσώνας και πολλών άλλων φορέων και κατοίκων της ευρύτερης περιοχής, οι οποίοι με συνεχείς κινητοποιήσεις και διαβήματα στις αρμόδιες αρχές, αλλά και με προειδοποιήσεις για τη δημιουργία ακραίων καταστάσεων από τους πολίτες, επιδίωκαν την άμεση διακοπή της λειτουργίας του εργοστασίου, επικαλούμενοι τον κίνδυνο που δημιουργούσε για την υγεία των κατοίκων και το περιβάλλον, όλα δε αυτά τα γεγονότα είχαν προκαλέσει αρνητικό κλίμα σε βάρος της επιχείρησης με δυσμενείς οικονομικές επιπτώσεις στη φήμη της πρώτης αναιρεσίβλητης έναντι των αγοραστών των προϊόντων της και τη λειτουργία της. Επιπλέον αυτή αντιμετώπιζε και την άρνηση της αρμόδιας Διεύθυνσης Βιομηχανίας της Νομαρχίας ....... να χορηγήσει άδεια λειτουργίας του εργοστασίου, γεγονός που οφειλόταν στην πίεση που ασκούσε ο δήμος ....... και άλλοι φορείς της περιοχής για να κλείσει το εργοστάσιο. Έτσι, με την 771/1977 απόφαση του Νομάρχη .......... απορρίφθηκε αίτηση για χορήγηση άδειας λειτουργίας του εργοστασίου, αλλά έπειτα από την άσκηση προσφυγής της πρώτης αναιρεσίβλητης, η απόφαση αυτή ακυρώθηκε με την 2489/1997 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας.............. Στη συνέχεια, με την 1741/1997 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης, απορρίφθηκε προσφυγή του Νομάρχη κατά της παραπάνω αποφάσεως του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας, ενώ έπειτα από αίτηση ακυρώσεως του Νομάρχη κατά της αποφάσεως του Υφυπουργού Ανάπτυξης, η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Η Διεύθυνση Βιομηχανίας της Νομαρχίας............, με το 3419/1999 έγγραφό της, βεβαίωσε την πρώτη αναιρεσίβλητη ότι ο φάκελος που είχε υποβάλει για την έκδοση της άδειας ήταν πλήρης και ζήτησε την κατάθεση συμφωνητικού παράτασης της μισθώσεως προκειμένου να προχωρήσει στην έκδοση αποφάσεως για τη χορήγηση της εν λόγω άδειας. Παρά τα επίμονα όμως αιτήματα της πρώτης αναιρεσίβλητης, η δεύτερη αναιρεσίβλητη αρνήθηκε να συναινέσει στην παράταση της μισθώσεως με τη δικαιολογία ότι η παλαιότητα των εγκαταστάσεων του εργοστασίου και η κακή λειτουργία αυτών εγκυμονούσε κινδύνους για τους εργαζόμενους και τους περιοίκους, ενόψει και των προαναφερομένων κοινωνικών αντιδράσεων. Συγκεκριμένα, με την από 15/4/1999 επιστολή της προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, δήλωσε προς αυτήν, ότι εμμένει στην λήξη της μισθώσεως, σύμφωνα με τους όρους του μισθωτηρίου και στη συνέχεια, με το από 27/7/1999 εξώδικο έγγραφό της, την καλούσε να συμμορφωθεί προς τις συμβατικές της υποχρεώσεις, και να σταματήσει την παραγωγή λιπασμάτων, σφραγίζοντας τις μονάδες παραγωγής. Η πρώτη αναιρεσίβλητη έπραξε το μόνο που μπορούσε να πράξει, δηλαδή άσκησε την από 19/7/1999 αγωγή της στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, με την οποία ζήτησε ν΄ αναγνωριστεί ότι η μίσθωση του εργοστασίου διέπεται από τις διατάξεις του νόμου περί εμπορικών μισθώσεων, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για την 1/11/1999. Η δεύτερη όμως αναιρεσίβλητη, με την οποία 2/8/1999 εξώδικη δήλωσή της, κατήγγειλε τη μίσθωση, λόγω αντισυμβατικής συμπεριφοράς της πρώτης αναιρεσίβλητης, η οποία συνέχιζε την παραγωγή λιπασμάτων. Ενόψει αυτών, η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν κατόρθωσε να καταθέσει στην αρμόδια Διεύθυνση Βιομηχανίας το συμφωνητικό παρατάσεως της μισθώσεως που της είχε ζητήσει η τελευταία και δεν χορηγήθηκε σ΄ αυτήν η άδεια λειτουργίας του εργοστασίου. Με τη μη χορήγηση της άδειας λειτουργίας αυτού ήταν σύμφωνη και η κεντρική διοίκηση, η οποία, συμμεριζόμενη τις πιο πάνω θέσεις του Δήμου .............. και των άλλων φορέων της περιοχής, δεν είχε τη σχετική βούληση. Μετά από αυτά η πρώτη αναιρεσίβλητη, η οποία προέβη σε όλες εκείνες τις ενέργειες που μπορούσε και έπρεπε να κάνει, αλλά δεν κατόρθωσε να ξεπεράσει τις ανυπέρβλητες δυσχέρειες που αντιμετώπισε κατά τη λειτουργία του εργοστασίου με ορατό πλέον τον κίνδυνο αδυναμίας της να ανταποκριθεί στις οικονομικές της υποχρεώσεις, αναγκάσθηκε στις 22/9/1999, από λόγους ανώτερης βίας, έπειτα από απόφαση της γενικής συνελεύσεώς της, να τεθεί υπό ειδική εκκαθάριση και να διακόψει οριστικά την παραγωγική της δραστηριότητα, ακολούθως δε στις 20/10/1999 κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας του προσωπικού της, συμπεριλαμβανομένων και των αναιρεσειόντων, τους οποίους κάλεσε να εισπράξουν τη νόμιμη αποζημίωση, δηλώνοντας ότι, σε περίπτωση αρνήσεώς τους, θα την καταθέσει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, όπως και έπραξε. Ενόψει αυτών το Εφετείο έκρινε: α) ότι οι ανωτέρω ομαδικές απολύσεις, που έγιναν χωρίς να τηρηθεί η προβλεπόμενη από τις διατάξεις του Ν. 1387/1983 διαδικασία και κατά συνέπεια χωρίς να προηγηθούν οι διαβουλεύσεις με τους εργαζόμενους, είναι έγκυρες, διότι είχε διακοπεί οριστικά η λειτουργία της επιχειρήσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης και δεν ήταν αναγκαία η προηγούμενη βεβαίωση της διακοπής αυτής με δικαστική απόφαση, αφού οι περιπτώσεις κατά τις οποίες οι εργασίες μιας επιχειρήσεως παύουν ύστερα από δικαστική απόφαση είναι σπάνιες στο Ελληνικό δίκαιο και β) ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν κατέστη υπερήμερη, ακολούθως δε επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας των συμβάσεων των αναιρεσειόντων και καταβολή σ΄ αυτούς μισθών υπερημερίας. Έτσι, όπως αποφάσισε το Εφετείο αφενός μεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες διατάξεις του Ν. 1387/1983, ως προς την υποχρέωση του εργοδότη να προέλθει σε διαβουλεύσεις, αφετέρου δε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση ως προς τη συνδρομή ανώτερης βίας, που συνεπάγεται την απαλλαγή της πρώτης αναιρεσίβλητης από την υποχρέωση καταβολής μισθών υπερημερίας κατά τους βάσιμους, από το άρθρο 559, αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, πρώτο, καθ΄ όλα τα μέρη του, και δεύτερο λόγους της αναιρέσεως. Ειδικότερα, ως προς τη δεύτερη από τις παραπάνω πλημμέλειες: α) ενώ δέχτηκε ότι η άρνηση της αρμόδιας Διεύθυνσης Βιομηχανίας της Νομαρχίας ..............να χορηγήσει την απαιτούμενη άδεια λειτουργίας του εργοστασίου οφείλεται στην πίεση που ασκούσε ο Δήμος ............ και άλλοι φορείς της περιοχής, στη συνέχεια δέχεται ότι η ίδια Διεύθυνση, με το υπ΄ αριθ. 3419/3-8-1999 έγγραφό της, βεβαίωνε την πρώτη αναιρεσίβλητη ότι ο σχετικός φάκελός της ήταν πλήρης και δεν απέμενε κανένα άλλο δικαιολογητικό για την χορήγηση της άδειας εκτός από το συμφωνητικό παρατάσεως της μισθώσεως, β) δέχεται ότι η κεντρική διοίκηση δε είχε βούληση χορηγήσεως της άδειας λειτουργίας του εργοστασίου και στη συνέχεια ότι η Διεύθυνση Βιομηχανίας της Νομαρχίας............, βεβαίωνε την πρώτη αναιρεσίβλητη, ότι το μόνο δικαιολογητικό που απέμενε και ζητούσε από αυτήν, προκειμένου να της χορηγήσει την εν λόγω άδεια ήταν το συμφωνητικό παρατάσεως της μισθώσεως, και γ) δέχεται ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη έπραξε το μόνο που μπορούσε να πράξει, δηλαδή άσκησε την από 19/7/1999 αγωγή της κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης εκμισθώτριας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς για να αναγνωριστεί ότι η μίσθωση διέπεται από τις διατάξεις του νόμου περί εμπορικών μισθώσεων, της οποίας η συζήτηση ορίστηκε για την 1/11/1999, χωρίς να διευκρινίζει για ποιο λόγο προχώρησε στην καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσειόντων την 20/10/1999, χωρίς να αναμείνει τη συζήτηση της αγωγής αυτής, ούτε αν συζητήθηκε τελικά η αγωγή και αν εκδόθηκε απόφαση επ΄ αυτής. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580, παρ. 3 ΚΠολΔ).
Άρειος Πάγος (Β2΄ Πολιτικό Τμήμα)
Αριθ. απόφασης: 488/2006
Δικαστής: Χρήστος Μπαλντάς
Αρεοπαγίτες: Σπ. Κολυβάς, Γεώρ. Χλαμπουτάκης,
Αναστ. - Φιλήτας Περίδης και Ηλ. Γιαννακάκης
1. Από τη σχετική νομοθεσία και από το άρθρο 22 § 2Σ, προκύπτει ότι περιεχόμενο των συλλογικών συμβάσεων εργασίας μπορεί να είναι ο κανονισμός εργασίας και οι κανονιστικοί όροι της ΣΣΕ που έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ.
2. Πότε τροποποιούνται οι όροι εργασίας (με νεότερη ΣΣΕ).
3. Σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει και όταν από τον κανονισμό κατάστασης προσωπικού ή τον οργανισμό λειτουργίας των υπηρεσιών του εργοδότη, προβλέπεται η αυτοδίκαιη αποχώρηση του υπαλλήλου από την υπηρεσία του, λόγω συμπλήρωσης του καθοριζόμενου σε αυτή ορίου ηλικίας.
4. Η καταγγελία σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου έχει τον χαρακτήρα μονομερούς αναιτιώδους δικαιοπραξίας και χωρεί ελευθέρως, εκτός αν περιοριστεί με συμφωνία των μερών ή με διάταξη νόμου. Η άσκηση του σχετικού δικαιώματος, δεν μπορεί να είναι καταχρηστική (Α.Κ. 281). Στην περίπτωση αυτή, η παράβαση επάγεται απόλυτη ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής σχέσεως και λογίζεται ως μη γενόμενη (Α.Κ. 174, 180).
[...] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 680 ΑΚ, Ι. παρ. 2 και 3, 4 παρ. 2, 15 παρ. 1, 2 και 3 και 19 παρ. 2 του Ν. 3239/1955, όπως ο τελευταίος αυτός νόμος τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το Ν.Δ. 3755/1957, 2 περ. 6, 7 του Ν. 1876/90, 12 παρ. 1 και 4 του Ν. 1767/1988 και 22 παρ. 2 του Συντάγματος σαφώς συνάγονται τα εξής: α) περιεχόμενο των ΣΣΕ μπορεί να είναι και ο Κανονισμός Εργασίας β) Οι κανονιστικοί όροι της συλλογικής συμβάσεως εργασίας έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ, δηλαδή ισχύ ουσιαστικού νόμου γ) Σε περίπτωση αντιθέσεως των όρων της ατομικής συμβάσεως εργασίας προς τους κανονιστικούς όρους της συλλογικής συμβάσεως εργασίας υπερισχύουν οι ευνοϊκότεροι για τον εργαζόμενοι όροι, ώστε να υποκαθίστανται οι δυσμενέστεροι όροι της ατομικής συμβάσεως από τους ευνοϊκότερους της συλλογικής συμβάσεως και αντιστρόφως (Ολ ΑΠ 461/1970), δ) Οι κανονιστικοί όροι της συλλογικής συμβάσεως επενεργούν έξωθεν επί της ατομικής συμβάσεως, υποκαθιστώντας τους δυσμενέστερους όρους αυτής, για όσο χρόνο ισχύει η συλλογική σύμβαση και μέχρι την αντικατάστασή της με νεώτερη συλλογική σύμβαση και δεν ενσωματώνονται σε αυτή, δεν αποτελούν δηλαδή περιεχόμενο της ατομικής συμβάσεως, ε) Οι όροι εργασίας που ρυθμίζει η συλλογική σύμβαση εργασίας μπορούν να τροποποιούνται με νεώτερη συλλογική σύμβαση του ίδιου επιπέδου. Η νεώτερη συλλογική σύμβαση μπορεί να τροποποιεί τους όρους εργασίας της παλαιότερης τόσο υπέρ όσο και σε βάρος των εργαζομένων. Στη συσχέτιση δηλαδή των συλλογικών συμβάσεων του ιδίου επιπέδου δεν ισχύει η αρχή της προστασίας ή της ευνοίας υπέρ των μισθωτών, αλλά η αρχή των τάξεων, κατά την οποία η νεώτερη συλλογική σύμβαση καταργεί την προηγούμενη έστω και αν περιέχει δυσμενέστερους για τους μισθωτούς διατάξεις (Oλ. ΑΠ 461/1970). Αντιθέτως, με την ατομική σύμβαση εργασίας έχει γίνει ρητή παραπομπή στους κανονιστικούς όρους ωρισμένης ΣΣΕ, τότε οι όροι αυτοί καθίστανται περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης και εφόσον είναι ευνοϊκότεροι για το μισθωτό δεν μπορούν να μεταβληθούν με μεταγενέστερη Σ.Σ.Ε., που περιέχει όρους δυσμενέστερους από τους όρους της προηγούμενης που με συμφωνία εργοδότη και μισθωτού κατέστησαν όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας. Εξάλλου όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 648, 669, 672 και 673 ΑΚ, σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει και όταν από τον κανονισμό καταστάσεως προσωπικού ή τον οργανισμό λειτουργίας των υπηρεσιών του εργοδότη προβλέπεται η αυτοδίκαιη αποχώρηση του υπαλλήλου από την υπηρεσία του, λόγω της συμπληρώσεως του καθοριζομένου σ΄ αυτόν ορίου ηλικίας. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 669 ΑΚ, 1 και 5 παρ. 1 του Ν. 2112/1920, 5 και 7 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου έχει το χαρακτήρα μονομερούς αναιτιώδους δικαιοπραξίας και χωρεί ελευθέρως, εκτός αν περιοριστεί με συμφωνία των μερών ή με διάταξη νόμου. Η άσκηση όμως του σχετικού δικαιώματος είτε του εργοδότη είτε του εργαζομένου, δεν είναι απεριόριστη και ανεξέλεγκτη, αλλ΄ υπόκειται στους περιορισμούς που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, της οποίας η παράβαση επάγεται απόλυτη ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως, που λογίζεται ως μη γενομένη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 174 και 180 ΑΚ. Δεν θεωρείται όμως καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυομένου ή την από πλευράς του παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων, καθώς και όταν οφείλεται σε πραγματική και ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά του προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συνάδελφό του εξαιτίας της οποίας διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία ή η πειθαρχική έννομη τάξη της εργοδοτικής επιχείρησης. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 "η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογήν των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος νόμου." Ο ίδιος κανόνας περιέχεται στο άρθρο 9 παρ. 1 του Β.Δ. 16/18-7-1920, προκύπτει δε και από το άρθρο 9 παρ. 1 του Ν. 3514/1928. Όμοιο κανόνα περιέχει και το άρθρο 3 παρ. 2 του Π.Δ. 572/1988 με το οποίο η Ελληνική νομοθεσία εναρμονίσθηκε προς την οδηγία του Συμβουλίου της ΕΟΚ 77/187/14-2-1997. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, εφόσον διατηρείται η ταυτότητα της επιχείρησης και η οικονομική της δραστηριότητα, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, την αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές με τον προηγούμενο εργοδότη σχέσεις. Το αποτέλεσμα δε αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων (Ολ ΑΠ 5/1994). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που καταρτίσθηκε με ιδιωτικό έγγραφο μεταξύ του αναιρεσείοντος και της Τράπεζας Εργασίας την 16/5/1978 η τελευταία προσέλαβε τον πρώτο για να εργασθεί ως υπάλληλός της. Κατά τα ρητώς διαλαμβανόμενα στην έγγραφη σύμβαση αυτή ήταν αορίστου χρόνου, χωρίς άλλη ειδικότερη αναφορά ως προς το βαθμό του αναιρεσείοντος ή άλλες προϋποθέσεις και όρους παροχή της εργασίας του πέραν του γενικού και αυτονόητου όρου ότι "η παρούσα σύμβαση διέπεται υπό των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας." Παρά την εν λόγω ρητή αναφορά της ατομικής συμβάσεως του αναιρεσείοντος περί του είδους αυτής ως αορίστου χρόνου, εκατέρωθεν συνομολογείται ότι η σύμβαση αυτή διέπεται από τους όρους του κανονισμού προσωπικού της προαναφερόμενης Τράπεζας, που θεσπίσθηκε με την από 20/1/1978 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας μεταξύ της ως άνω Τράπεζας και του συλλόγου των υπαλλήλων της, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών την 17/2/1978. Κατά το άρθρο 21 του κανονισμού αυτού, με τίτλο "ΛΥΣΗ ΣΥΜΒΑΣΕΩΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ", "η σύμβαση εργασίας του υπαλλήλου με την Τράπεζα λύεται μόνο: 1. Με το θάνατο του υπαλλήλου. 2.α) Αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 65ου έτους ηλικίας για τους άνδρες και του 60ου έτους για τις γυναίκες, β) Όσοι συμπληρώνουν τα παραπάνω όρια ηλικίας κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους, αποχωρούν αυτοδικαίως την 1η Ιανουαρίου του επομένου χρόνου και παίρνουν από την Τράπεζα την προβλεπόμενη από το άρθρο 22 αποζημίωση, 3. Με την αυθαίρετη απουσία περισσότερο από τριάντα (30) συνεχείς μέρες, οπότε θεωρείται ότι παραιτήθηκε με τη θέλησή του και σε περίπτωση ασθενείας όταν υπερβαίνει τα οριζόμενα από το νόμο όρια απουσίας, 4. Με την καταγγελία για σπουδαίο λόγο, σύμφωνα με το άρθρο 672 του ΑΚ, 5. Κατ΄ εξαίρεση η σύμβαση εργασίας για τους υπαλλήλους που έχουν βαθμό Διευθυντή ή Υποδιευθυντή Α και Β μπορεί να παραταθεί μέχρι τρία (3) χρόνια. Με τη λήξη της συμβάσεως καταβάλλεται και η προβλεπόμενη από το επόμενο άρθρο αποζημίωση. Οι υπάλληλοι αυτοί παραμένουν έξω από την επετηρίδα της τράπεζας". Με την κανονιστική αυτή ρύθμιση του κανονισμού, που, ως ευνοϊκότερη έναντι της ατομικής συμβάσεως, υπερισχύει αυτής, η σύμβαση του αναιρεσείοντος με την ως άνω εργοδότριά του Τράπεζα κατέστη ορισμένου χρόνου, όπως άλλωστε συνομολογείται. `Αλλη ατομική σύμβαση μεταξύ του αναιρεσείοντος και της ως άνω εργοδότριάς του ή τροποποίηση της προαναφερομένης, από 16/5/1978, δεν αποδείχθηκε ότι καταρτίσθηκε εγγράφως ή προφορικώς. Στα πλαίσια της συμβάσεως αυτής ο αναιρεσείων απασχολήθηκε στην επιχείρηση της Τράπεζας Εργασίας μέχρι τις 6/9/2000, αμειβόμενος με τις νόμιμες μηνιαίες αποδοχές, όπως αυτές καθορίζονταν κάθε φορά από τις οικείες Σ.Σ.Ε. των τραπεζοϋπαλλήλων όλης της χώρας, ενώ με διαδοχικές προαγωγές είχε προαχθεί σε επιθεωρητή δανείων με έδρα τη Θεσσαλονίκη. Εν τω μεταξύ η αναιρεσίβλητη είχε απορροφήσει τις Τράπεζες "..................." και "..................." και είχε πρόθεση να ενισχύσει τη θέση της στην Ελληνική τραπεζική αγορά με την εξαγορά των μετοχών και απορρόφηση και άλλων τραπεζών. Προς επίτευξη του σκοπού της αυτού περί τον Ιούλιο του 1999 η μητρική της εταιρία με την "..........................." εξαγόρασε τις μετοχές της Τράπεζας Εργασίας. Κατά το στάδιο των απαραιτήτων για τη συγχώνευση των δυο Τραπεζών ενεργειών, συζητήθηκε και το θέμα των εργασιακού καθεστώτος, που ήταν διαφορετικό σε κάθε μια από τις δυο Τράπεζες. Ειδικότερα η βασική διαφορά ήταν ότι οι μεν υπάλληλοι της αναιρεσίβλητης συνδέονταν με αυτή, με βάση τον εσωτερικό κανονισμό προσωπικού, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, οι δε υπάλληλοι της Τράπεζας Εργασίας συνδέονταν με αυτή, με βάση τον δικό της προαναφερθέντα εσωτερικό κανονισμό, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου. Κατά τις διαπραγματεύσεις που έγιναν μεταξύ των δυο Τραπεζών και των διοικήσεων ενός εκάστου των δυο σωματείων των εργαζομένων σ΄ αυτές επιτεύχθηκε μεταξύ τους αρχική συμφωνία και διατυπώθηκε ενιαίο σχέδιο κανονισμού, που θα ρύθμιζε κατά ομοιόμορφο τρόπο τις σχέσεις εργασίας όλων των εργαζομένων στην αναιρεσίβλητη Τράπεζα, μετά την ολοκλήρωση της απορρόφησης από αυτή της Τράπεζας Εργασίας, το οποίο προσαρτήθηκε ως παράρτημα σε πρακτικό συμφωνίας που υπογράφηκε με το μεν σωματείο των εργαζομένων στην Τράπεζα Εργασίας, μέλος του οποίου είναι ο αναιρεσείων στις 21/7/2000, με το δε σωματείο των εργαζομένων στην αναιρεσίβλητη υπό τη μορφή που αυτή είχε τότε στις 24/7/2000. Η συμφωνία αυτή, κατά τα εκατέρωθεν συνομολογούμενα, τελούσε υπό την έγκριση της γενικής συνελεύσεως των μελών εκάστου σωματείου, προέβλεπε δε ότι οι συμβάσεις των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης είναι και όσες δεν ήταν καθίστανται αορίστου χρόνου. Στις 7-9-2000 ολοκληρώθηκε η συγχώνευση των δυο Τραπεζών με την απορρόφηση της Τράπεζας Εργασίας από την αναιρεσίβλητη που από "....................." μετονομάσθηκε σε Τράπεζα ".....................". Με τον τρόπο αυτό η τελευταία υπεισήλθε αυτοδικαίως στη θέση της εργοδότριας του προσωπικού της Τράπεζας Εργασίας, στο οποίο περιλαμβανόταν και ο αναιρεσείων σε ότι αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις από τις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις. Έτσι ο αναιρεσείων μετά την 7/9/2000 εξακολούθησε να παρέχει τις υπηρεσίες του και προς τη νέα εργοδότριά του αναιρεσίβλητη, δυνάμει της σύμβασης εργασίας που είχε συνάψει με την αρχική εργοδότριά του Τράπεζα Εργασίας και με τους όρους και προϋποθέσεις της συμβάσεως αυτής. Παράλληλα κατά τη γενική συνέλευση του σωματείου των εργαζομένων στην πρώην Τράπεζα Εργασίας, μέλος του οποίου, όπως προαναφέρθηκε, είναι ο αναιρεσείων που πραγματοποιήθηκε για την έγκριση του σχεδίου κανονισμού που είχαν συντάξει και υπογράψει οι δυο υπό συγχώνευση Τράπεζες και οι διοικήσεις των δυο σωματείων των εργαζομένων σ΄ αυτές, η πλειοψηφία των μελών του απέρριψε το σχέδιο κανονισμού και δεν ενέκρινε τη συμφωνία. Ύστερα από την εξέλιξη αυτή η αναιρεσίβλητη, μετά την απορρόφηση της Τράπεζας Εργασίας, βρέθηκε με δυο διαφορετικούς κανονισμούς και με προσωπικό υπαγόμενο σε δυο διαφορετικά νομικά καθεστώτα. Δηλαδή οι μεν εργαζόμενοι σε αυτή και πριν τη συγχώνευση συνδέονταν μαζί της με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, οι δε εργαζόμενοι πριν από τη συγχώνευση στην Τράπεζα Εργασίας συνδέονταν με αυτή με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου. Το καθεστώς αυτό δημιουργούσε ανισότητες μεταξύ του προσωπικού της αναιρεσίβλητης, αφού των μεν προερχομένων από την πρώην Τράπεζα Εργασίας υπαλλήλων οι συμβάσεις ως ορισμένου χρόνου μπορούσαν να καταγγελθούν μόνο για σπουδαίο λόγο, ενώ των εργαζομένων και πριν την συγχώνευση σ΄ αυτή υπαλλήλων οι συμβάσεις ως αορίστου χρόνου μπορούσαν να καταγγελθούν χωρίς κανένα λόγο. Οι ανισότητες αυτές θα είχαν δυσμενείς συνέπειες στις σχέσεις μεταξύ του προσωπικού και στην εύρυθμη λειτουργία της αναιρεσίβλητης. Προς αποτροπή των δυσμενών αυτών συνεπειών η αναιρεσίβλητη την 12/9/2000, ως καθολική διάδοχος της Τράπεζας Εργασίας, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας, σε σχέση με τις εργασιακές σχέσεις, υπεισήλθε μετά την απορρόφηση της τελευταίας, όπως προαναφέρθηκε, κατήγγειλε την από 20/1/1978 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας μεταξύ της πρώην Τράπεζας Εργασίας και του σωματείου των εργαζομένων σ ΄αυτή, με βάση την οποία είχε θεσπισθεί ο εσωτερικός κανονισμός προσωπικού, με σκοπό, ύστερα από διαπραγματεύσεις, τη σύναψη νέας επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας με την οποία θα θεσπιζόταν νέος εσωτερικός κανονισμός - οργανισμός, ενιαίος για το σύνολο του προσωπικού. Με την επίδοση την ίδια ως άνω ημερομηνία προς το "Σωματείο Εργαζομένων, Τραπεζικής Επιχείρησης ...........................", πρόσκλησης για την έναρξη διαπραγματεύσεων προς σύναψη νέας συλλογικής συμβάσεως εργασίας προς κατάρτιση νέου εσωτερικού κανονισμού, καταγγέλθηκε και η συλλογική σύμβαση με την οποία είχε καταρτισθεί ο εσωτερικός κανονισμός του προσωπικού της αναιρεσίβλητης που είχε καταρτισθεί πριν από τη συγχώνευσή της με την Τράπεζα Εργασίας. Η πρόσκληση για διαπραγματεύσεις και οι διαπραγματεύσεις ακολούθως με το ως άνω σωματείο έγιναν σύννομα, αφού το σωματείο αυτό ήταν το πλέον αντιπροσωπευτικό επιχειρησιακό σωματείο στο χώρο της επιχείρησης της εφεσίβλητης, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 και 2 του Ν. 1876/1990, δεδομένου ότι κατά τις τελευταίες εκλογές προς ανάδειξη της διοικήσεώς του, που έγιναν στις 28/6-6/7/2000, επί εγγεγραμμένων 3.170 μελών, ψήφισαν 2.734 μέλη του, ενώ κατά τις τελευταίες εκλογές του ετέρου επιχειρησιακού σωματείου στο χώρο της επιχείρησης της αναιρεσίβλητης με την επωνυμία "Σύλλογος Εργαζομένων Τράπεζας Εργασίας / ...............", για ανάδειξη της Διοικήσεώς του, που έγιναν στις 18-21 Απριλίου 2000, επί εγγεγραμμένων 2.852 μελών, ψήφισαν 2.659 μέλη. Το ανωτέρω σωματείο αναγνωρίσθηκε ως το πιο αντιπροσωπευτικό για τις διαπραγματεύσεις και τη σύναψη συλλογικής σύμβασης εργασίας μεταξύ της αναιρεσίβλητης και των εργαζομένων σ΄ αυτή, με την 2/20-2-2001 απόφαση της πρωτοβάθμιας επιτροπής του άρθρου 15 του Ν. 1264/1982, ύστερα από προσφυγές τόσο της αναιρεσίβλητης όσο και των δυο σωματείων των εργαζομένων σ΄ αυτή. Με το εν λόγω σωματείο η αναιρεσίβλητη ήλθε σε διαπραγματεύσεις και υπέγραψε τελικά την από 12/9/2000 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, που κατατέθηκε αυθημερόν στην Επιθεώρηση Εργασίας, με την οποία θεσπίσθηκε ο νέος οργανισμός (εσωτερικός κανονισμός) υπηρεσίας του προσωπικού της. Οι διαπραγματεύσεις δεν διήρκεσαν πολύ και η νέα συλλογική σύμβαση για κατάρτιση του κανονισμού υπογράφηκε την ίδια ημέρα καταγγελίας της παλαιάς, διότι το κείμενο του κανονισμού ήταν αυτό στο οποίο είχαν συμφωνήσει κατά τα προαναφερόμενα οι δυο προς συγχώνευση Τράπεζες (αναιρεσίβλητη και Τράπεζα Εργασίας) και οι διοικήσεις των δυο σωματείων των εργαζομένων σ΄ αυτές. Μετά την κατάρτιση του νέου Οργανισμού Υπηρεσίας, με την προαναφερόμενη συλλογική σύμβαση εργασίας, που κάνει συνολική και αποκλειστική ρύθμιση όλων των θεμάτων που αφορούν τις σχέσεις της αναιρεσίβλητης με το προσωπικό της, έπαψε η ισχύς των παλαιών εσωτερικών κανονισμών. Μάλιστα με το άρθρο 20 του νέου Οργανισμού ορίστηκε ότι αυτός (Οργανισμός) αποτελεί συνολική ρύθμιση όλων των θεμάτων που αφορούν τις σχέσεις του προσωπικού με την Τράπεζα και καταργεί όλες τις προηγούμενες ρυθμίσεις, μεταξύ των οποίων και τον μέχρι τότε ισχύοντα στην Τράπεζα Εργασίας Οργανισμό (ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας από 20/1/1978). Με τη λήξη της ισχύος της από 20/1/1978 επιχειρησιακής Σ.Σ.Ε έπαυσε η άμεση και αναγκαστική ισχύς των κανονιστικών της όρων, μεταξύ των οποίων και ο όρος του προαναφερομένου άρθρου 21 με τον οποίο οι συμβάσεις εργασίας του άρρενος προσωπικού έληγαν με τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του, ήταν δηλαδή ορισμένου χρόνου. Η ατομική όμως σύμβαση του αναιρεσείοντος επί της οποίας είχε άμεση και αναγκαστική ισχύ κατά τα προαναφερθέντα ο ως άνω όρος του καταργηθέντος κανονισμού ως κανονιστικός, χωρίς όμως να ενσωματωθεί ως εσωτερικός όρος σ΄ αυτή, εξακολούθησε να ισχύει ως ορισμένου χρόνου μέχρι τη θέση σε ισχύ του θεσπισθέντος με τη νέα επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας νέου Οργανισμού (Εσωτερικού Κανονισμού) του προσωπικού της αναιρεσίβλητης, έστω και αν ο νέος Οργανισμός περιέχει όρους δυσμενέστερους από εκείνους του καταργηθέντος παλαιού. Ειδικότερα με τη νέα συλλογική ρύθμιση και συγκεκριμένα με το άρθρο 19 του Οργανισμού Υπηρεσίας, ορίζεται ότι "οι ατομικές συμβάσεις εργασίας των υπαλλήλων της Τράπεζας είναι και οι υπάρχουσες καθίστανται αορίστου χρόνου." Ως μοναδικές εξαιρέσεις συμβάσεων ορισμένου χρόνου αναφέρονται οι συμβάσεις των νεοπροσλαμβανομένων υπαλλήλων κατά την πρόβλεψη των παρ. 6 και 8 του άρθρου 4 του ίδιου κανονισμού. Με τον τρόπο αυτό η ατομική σύμβαση του αναιρεσείοντος κατέστη από της ενάρξεως της ισχύος του νέου οργανισμού αορίστου χρόνου. Αναφορικά με την επικουρική βάσης της ένδικης αγωγής (ως εκτιμήθηκε το δικόγραφο αυτής από το Εφετείο) ότι "αν ήθελε κριθεί ότι πρόκειται για σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου η γενόμενη από 11/7/2001 έγγραφη καταγγελία αυτής είναι καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, "το Εφετείο δέχθηκε ότι η άνω καταγγελία δεν αντίκειται στη παραπάνω διάταξη, διότι είχε ως αιτία την αντισυμβατική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων, σε σχέση με την υπηρεσιακή του απόδοση, ενώ μέχρι και το έτος 1996 εμφανιζόταν συνεχώς βελτιούμενος με άριστα αποτελέσματα και άριστες εκθέσεις αξιολόγησης, από του έτους 1997 άρχισε να εμφανίζει προβλήματα στις σχέσεις του με το προσωπικό, τόσο του τμήματος εσωτερικού ελέγχου που υπηρετούσε, όσο και των επιθεωρούμενων από αυτόν καταστημάτων της Τράπεζας. Συγκεκριμένα στο δελτίο αξιολόγησης του έτους 1997 αναφέρεται "από τους παλαιότερους συναδέλφους στην Τράπεζα και την Επιθεώρηση έχει συμβάλλει στο μέτρο των δυνατοτήτων του, στο επιτελούμενο από την επιθεώρηση έργο. Εργατικός, φιλότιμος, ηθικός και γνώστης του αντικειμένου, κρίνεται ότι έχει περιθώρια βελτίωσης ειδικότερα σε ό,τι αφορά την συμπεριφορά και το πνεύμα συνεργασίας τόσο με τους υπολοίπους συναδέλφους της Επιθεώρησης όσο και με τους συναδέλφους στα καταστήματα". Στο δελτίο αξιολόγησης του έτους 1998 αναφέρεται "Εργατικός, φιλότιμος, ηθικός και γνώστης του αντικειμένου". Εμφανίζεται ελαφρά βελτιωμένος ως προς τη συμπεριφορά και το πνεύμα συνεργασίας τόσο με τους υπολοίπους συναδέλφους της Επιθεώρησης όσο και με τους συναδέλφους στα καταστήματα". Στο δελτίο αξιολόγησης του έτους 1999 αναφέρεται "Τα όποια προσόντα του (εργατικότητα, φιλοτιμία, ήθος και επαγγελματικές γνώσεις) δυστυχώς σκιάζονται και αμαυρώνονται από τις κατά καιρούς εκρήξεις του και τις παρεκτροπές του σε θέματα συμπεριφοράς του έναντι των συναδέλφων των επιθεωρουμένων καταστημάτων. Θα πρέπει επιτέλους, έστω και μετά από δωδεκαετή θητεία στην Επιθεώρηση να προσαρμοσθεί και να εναρμονιστεί και αυτός, όπως έχουν πράξει από την πρώτη ημέρα της εντάξεώς τους στην Επιθεώρηση οι υπόλοιποι 13 συνάδελφοί του, οι περισσότεροι από τους οποίους έχουν κατ΄ επανάληψη θιγεί και αρνούνται τα τελευταία χρόνια κάθε συνεργασία μαζί του. Υπεροψία, επιτιμητικό ύφος, μειωτικές εκφράσεις, αστυνομική νοοτροπία, επιθετική συμπεριφορά, προκατάληψη έναντι ορισμένων καταστημάτων ή συναδέλφων είναι χαρακτηριστικά ανάρμοστα σε Επιθεωρητές της Τραπέζης μας, για τους περισσότερους από τους οποίους έχουν κατά καιρούς ακουσθεί αλλά και γραπτώς εκφρασθεί από καλά λόγια έως και έπαινοι. Οι χαμηλοί τόνοι, η ευγένεια, το πνεύμα συνεργασίας, οι κόσμιες υποδείξεις και νουθεσίες προς νεώτερους και λιγότερο έμπειρους συναδέλφους, η μετάδοση γνώσεων και η βοήθεια προς αυτούς, γενικότερα δε η καλή κοινωνική συμπεριφορά και αγωγή θα πρέπει αυτές και μόνον να οριοθετούν την παρουσία των επιθεωρητών στα καταστήματα. Σε περίπτωση νέας υποτροπής η μετακίνησή του από την Επιθεώρηση θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη και άμεση". Τα ανωτέρω τρία δελτία αξιολόγησης αναφέρονται στο διάστημα που δεν είχε ακόμη επέλθει η απορρόφηση της Τράπεζας Εργασίας από την αναιρεσίβλητη και αφορούν την υπηρεσιακή του απόδοση ως υπαλλήλου της Τράπεζας Εργασίας. Στο δελτίο αξιολόγησης του έτους 2000 αναφέρεται: "Τα αναγραφόμενα στα δελτία αξιολόγησης των τριών τελευταίων ετών αρνητικά στοιχεία (υπεροψία, επιτιμητικό ύφος, μειωτικές εκφράσεις, αστυνομική νοοτροπία, επιθετική συμπεριφορά, προκαταλήψεις έναντι ορισμένων καταστημάτων και συναδέλφων) δυστυχώς δεν εξέλιπαν και κατά το τρέχον έτος, αλλ΄ απλώς παρουσίασαν ύφεση". Σε συνέχεια των ανωτέρω δελτίων αξιολόγησης, υποβάλλεται στις 14/6/2001 από τη Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου της αναιρεσίβλητης προς τη Διεύθυνση Ανθρωπίνου Δυναμικού υπηρεσιακού σημείωμα με θέμα τη συμπεριφορά και αξιολόγηση του αναιρεσείοντος στο οποίο αναφέρονται τα εξής: "Ι. Σε συνέχεια συζητήσεών μας σχετικά με την επιθυμία μας να απομακρυνθεί από τη Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου ο κύριος ......................., παραθέτω σύντομη περιγραφή των προβλημάτων που έχει δημιουργήσει στο πρόσφατο παρελθόν. 2. Όπως προκύπτει και από τα δελτία αξιολόγησης για τα έτη 1997, 1998, 1999 και 2000 η όλη συμπεριφορά του, τόσο έναντι των συναδέλφων των ελεγχομένων καταστημάτων αλλά και αυτών ακόμη των συναδέλφων από τη διεύθυνση εσωτερικού ελέγχου κρίνεται προβληματική. Ειδικότερα αντιμετωπίζει τους άλλους με υπεροψία, χρησιμοποιώντας μειωτικές εκφράσεις για το πρόσωπό τους ή την επαγγελματική τους επάρκεια. `Αλλοτε απευθύνεται έντονα και με επιτιμητικό ύφος επιχειρώντας να επιβάλλει τις απόψεις του, διαταράσσοντας κατ΄ αυτόν τον τρόπο την ψυχική ηρεμία των συναδέλφων αλλά και προκαλώντας τα αρνητικά σχόλια των παρευρισκομένων πελατών της τράπεζας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση του ελέγχου του καταστήματος Αλεξανδρούπολης που διεξήχθη τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1999 και όπου σύμφωνα με μαρτυρία της διευθύντριας του καταστήματος η συμπεριφορά του ........................... ήταν προσβλητική για τους συναδέλφους και μη αρμόζουσα σε επιθεωρητή (βλ. Συνημμένο απόσπασμα από την έκθεση ελέγχου με σχόλια της διευθύντριας κ. ...........................). 3. Οι συνάδελφοι του εσωτερικού ελέγχου καλούμενοι να συνεργασθούν μαζί του, είτε το έχουν πράξει με δυσφορία, είτε, σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν αρνηθεί να συνεργασθούν. Ειδικότερα αρνητικά σχόλια και δυσκολία στη συνεργασία έχουν κατά καιρούς αναφέρει οι ακόλουθοι συνάδελφοι: Κος ........................... από τη διεύθυνση εσωτερικού ελέγχου. Κος ........................... νυν προϊστάμενος δανείων στο κατάστημα Θήβας. Κος ........................... νυν διευθυντής καταστήματος Λειβαδιάς. Κος ........................... νυν διευθυντής καταστήματος Κωνσταντινουπόλεως και πρώην συνεργάτης του ........................... στο κατάστημα Λέοντος Σοφού. 4. Ο ίδιος δεν παραδέχεται ότι δημιουργεί προβλήματα παρά το γεγονός ότι κατά καιρούς διαψεύδεται εκ των πραγμάτων. 5. Επίσης ότι κατά τον έλεγχο του καταστήματος Τρικάλων, το 1999, ο ....................... άσκησε κατά την άποψή μου πλημμελώς τα καθήκοντά του ως επιθεωρητής καθότι παρέλειψε να ελέγξει δάνειο σημαντικού ύψους, το οποίο είχε δοθεί αντικανονικά. Ο μη εντοπισμός του δανείου συνέβαλε στη δημιουργία πολλών αντικανονικών ενεργειών από ένα αριθμό υπαλλήλων από το κατάστημα Τρικάλων, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί η τράπεζα κατά δρχ. 400 εκατ. Το 2000 (πρόβλεψη) και να τρωθεί η φήμη της. Σημειωτέον ότι το δάνειο αυτό περιλαμβανόταν στο δείγμα που έπρεπε να ελέγξει ο ελεγκτής αλλά ο ....................... δεν το έλεγξε δεδομένου ότι είχε "τακτοποιηθεί" κατά τη διάρκεια του ελέγχου. 6. Επιπρόσθετο πρόβλημα μας δημιουργεί και ότι με βάση την προφορική δήλωση του ............... ότι προτίθεται να αποχωρήσει με πρόωρη συνταξιοδότηση μετακινήσαμε τον άλλο ελεγκτή που είχε έδρα τη Θεσσαλονίκη, το ................., σε Διεύθυνση Credit Control, ώστε να μην υπάρχει ένας μόνο ελεγκτής στη Θεσσαλονίκη. Με βάση τα ανωτέρω, κρίνω ότι η παρουσία του ....................... στη Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου, με πρόσβαση σε όλα τα αρχεία και εμπιστευτικές πληροφορίες της Τράπεζας όχι μόνο βλάπτει την εικόνα και το έργο της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου αλλά και είναι επικίνδυνη για την Τράπεζα. Για το λόγο αυτό εισηγούμαι την απομάκρυνσή του". Εξαιτίας της προβληματικής αυτής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος προς τους συναδέλφους του είτε της διεύθυνσης εσωτερικού ελέγχου, στην οποία υπηρετούσε, είτε των διαφόρων καταστημάτων που επιθεωρούσε, η οποία ήταν εξακολουθητική παρά τις παρατηρήσεις των αξιολογητών των τελευταίων τεσσάρων ετών στα δελτία αξιολόγησης, των οποίων ελάμβανε γνώση, η αναιρεσίβλητη αποφάσισε να καταγγείλει τη σύμβασή του, εκτιμώντας όμως την πολυετή προσφορά του και έχοντας πληροφορηθεί ότι είχε εκφράσει επιθυμία για πρόωρη συνταξιοδότησή του, τον κάλεσε στην Αθήνα και δια του Διευθυντή της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού του γνωστοποίησε την πρόθεσή της για καταγγελία της συμβάσεώς του, λόγω της προαναφερόμενης αντισυναδελφικής του συμπεριφοράς, που δημιουργούσε προβλήματα στις σχέσεις των υπαλλήλων μεταξύ τους και την εύρυθμη λειτουργία της, πρόθεση όμως την οποία δεν θα υλοποιούσε αν αυτός, όπως είχε εκφράσει σχετική επιθυμία, θα επέλεγε την πρόωρη συνταξιοδότηση με την καταβολή οικειοθελώς αποζημιώσεως ποσού καθαρού 40.000.000 δρχ. περίπου, που ήταν μεγαλύτερο από το ποσό της νόμιμης αποζημίωσης για καταγγελία της συμβάσεως. Ο αναιρεσείων δεν συμφώνησε σε οικειοθελή του αποχώρηση και πρόωρη συνταξιοδότησή του. Ύστερα από την εξέλιξη αυτή η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε την 11/7/2001 εγγράφως τη σύμβαση του αναιρεσείοντος, η οποία, κατά τα προαναφερθέντα, είχε καταστεί αορίστου χρόνου, μετά τη θέση σε ισχύ του νέου Οργανισμού (Κανονισμού Προσωπικού), και του κατέβαλε, όπως συνομολογείται, τη νόμιμη αποζημίωση. Η καταγγελία αυτή, όπως προαναφέρθηκε, είχε ως αίτιο την περιγραφόμενη αντισυμβατική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και δεν ήταν καταχρηστική, ως αποτέλεσμα εκβιαστικής και καταπιεστικής συμπεριφοράς των εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης προς το πρόσωπό του, επειδή προερχόταν από την πρώην Τράπεζα Εργασίας, ή σχεδίου αυτής για απομάκρυνση όλων των υψηλόμισθων υπαλλήλων και την αντικατάστασή τους με χαμηλόμισθους νεοπροσλαμβανόμενους υπαλλήλους, προς συμπίεση του κόστους λειτουργίας της και αύξηση των κερδών της, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων. Καμία δυσμενής αντιμετώπιση του προσωπικού που προερχόταν από την Τράπεζα Εργασίας δεν επιδείχθηκε από την αναιρεσίβλητη, ούτε σχέδιο για απομάκρυνση υψηλόβαθμων στελεχών. Η κρίση αυτή, συνεχίζει το Εφετείο, ενισχύεται και από το γεγονός ότι τόσο ο πρόεδρος της αναιρεσίβλητης Νικήτας, όσο και οι δυο γενικοί διευθυντές της ....................... και ....................... προέρχονται από την πρώην Τράπεζα Εργασίας. `Αλλωστε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι η αναιρεσίβλητη προέβη σε αθρόες απολύσεις υπαλλήλων προερχομένων από την Τράπεζα Εργασίας ή υψηλομίσθων και αντικατάστασή τους από νεοπροσλαμβανόμενους. Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι η αντιμετώπιση της προβληματικής και αντισυμβατικής συμπεριφοράς του ανιαρεσείοντος δεν μπορούσε να αντιμετωπισθεί με ηπιότερα μέσα, με τη μετάθεσή του π.χ. σε κάποιο άλλο τομέα εργασιών της αναιρεσίβλητης και ότι η εξακολουθητική αντισυναδελφική συμπεριφορά του δεν ήταν μόνο προς το προσωπικό των επιθεωρουμένων καταστημάτων, ώστε να προσδοκάται ότι με την αλλαγή αντικειμένου θα εξέλιπε και η αντισυμβατική συμπεριφορά, αλλά, και προς τους συναδέλφους του της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου, οι οποίοι λόγω της αντισυναδελφικής του συμπεριφοράς δεν επιθυμούσαν συνεργασία μαζί. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την απόφαση του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή ως αβάσιμη. Με την κρίση του αυτήν το Εφετείο κατά δη ενόψει το μεν της μη παραδοχής, κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, περί υπάρξεως ρητής των διαδίκων συμφωνίας για ενσωμάτωση στην ατομική σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος των όρων της από 20/1/1978 Ε.Σ.Σ.Ε. (η ισχύς της οποίας έληξε μετά την κατάρτιση της προαναφερθείσης νέας), αλλ΄ αντιθέτως (της παραδοχής) περί συμφωνίας των διαδίκων ότι η σύμβαση αυτού (αναιρεσείοντος) θα διέπεται από τις εκάστοτε ισχύουσες Σ.Σ.Ε., το δε της άνω περιγραφομένης συμπεριφοράς του κατά την παροχή της εργασίας του, δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού οι εκτεθείσες αιτιολογίες του στηρίζουν επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων. Συνεπώς οι περί του αντιθέτου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
`Αρειος Πάγος (Β2΄ Πολιτικό Τμήμα)
Αριθ.απόφασης: 376/2006
Δικαστής: Χρήστος Μπαλντάς, Αντιπρόεδρος
Αρεοπαγίτες: Σπ. Κολυβάς, Γεώρ. Χλαμπουτάκης,
Αν.-Φιλ. Περίδης και Ηλ. Γιαννακάκης
• Στο άρθρο 648 παρ. 1 Α.Κ. ορίζεται ότι με την σύμβαση εργασίας, ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση, να παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο την εργασία του στον εργοδότη και αυτός να καταβάλλει τον συμφωνημένο μισθό.
• Στη σύμβαση εργασίας επιδιώκεται (αντίθετα από ότι συμβαίνει στη σύμβαση έργου) καθεαυτή η παροχή εργασίας και όχι το αποτέλεσμα αυτής.
• Όταν η παροχή εργασίας αποσκοπεί σε ορισμένο αποτέλεσμα, το οποίο βρίσκεται έξω από την εξουσία του εργαζομένου, που αναλαμβάνει όχι να παράγει τούτο, αλλά απλώς να κάνει ό,τι του είναι δυνατό ώστε να παραχθεί αυτό, τότε υπάρχει σύμβαση εργασίας και όχι σύμβαση έργου, έστω και αν μεταξύ των μερών έχει συμφωνηθεί ότι ο μισθός θα καταβάλλεται, μόνο εφόσον επέλθει το επιθυμητό αποτέλεσμα.
[...] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδαφ. α΄, 287 παρ.1 και 290 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται από το θάνατο διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν με δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί άμεση συζήτηση της υποθέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη 95/19-11-2004 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Αρακύνθου Αιτωλοακαρνανίας, στις 18/11/2004, ήτοι μετά την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση, απεβίωσε ο αναιρεσείων ................................, ο οποίος, όπως προκύπτει από τα νόμιμα προσκομιζόμενα: α) 6683/2004/6-12-2004 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δημάρχου Αρακύνθου και β) 893/2005/11-1-2005 πιστοποιητικό του γραμματέα Πρωτοδικών Αθηνών και δεν αμφισβητείται από την αναιρεσίβλητη, κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του ................................ και τους υιούς του ............................. και ................................. Επομένως, οι τελευταίοι, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος (άρθρα 1710, 1813, 1820, και 1846 ΑΚ) νομίμως δήλωσαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως την λόγω θανάτου εκείνου βίαιη διακοπή της δίκης και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψή της, χωρίς να δημιουργείται από αυτό απαράδεκτο της συζητήσεως της υποθέσεως.
Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559, αριθ. 1, Κ.Πολ.Δ., ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559, αριθ. 8 ή 14 του Κ.Πολ.Δ. Σε κάθε όμως περίπτωση για να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως πρέπει η αοριστία του δικογράφου της αγωγής να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με το άρθρο 562 Κ.Πολ.Δ., δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ΄ εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη και να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι, όπως είχε ζητήσει, έπρεπε να απορριφθεί ως αόριστη η αγωγή, με την οποία ζητείται η επιδίκαση διαφοράς αποδοχών με βάση Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, επειδή δεν αναφερόταν στο δικόγραφό της πως προκύπτει η δεσμευτικότητα των αναφερομένων ΣΣΕ στην περίπτωση της αναιρεσίβλητης. Ο αναιρεσείων, όμως, δεν είχε προτείνει τον ισχυρισμό του αυτό περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής στο δικαστήριο της ουσίας και επομένως ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.
Στην παράγραφο 1 του άρθρου 648 ΑΚ ορίζεται ότι με τη σύμβαση εργασίας ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση να παρέχει, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, την εργασία του στον εργοδότη και αυτός να καταβάλει το συμφωνημένο μισθό. ΄Όπως συνάγεται από τη διάταξη αυτή, στη σύμβαση εργασίας επιδιώκεται, αντίθετα προς ότι συμβαίνει στη σύμβαση έργου των άρθρων 681 επ. Α.Κ., η παροχή εργασίας καθεαυτήν και όχι το αποτέλεσμα αυτής. Η σχέση του εργαζόμενου προς το αποτέλεσμα της εργασίας του είναι και αυτή βασικό κριτήριο της διάκρισης. ΄Ετσι, όταν η παροχή της εργασίας αποσκοπεί σε ορισμένο αποτέλεσμα, το οποίο όμως βρίσκεται έξω από την εξουσία του εργαζόμενου, που αναλαμβάνει όχι να παράγει τούτο, αλλ΄ απλώς να κάνει ό,τι του είναι δυνατό για να παραχθεί αυτό, τότε υπάρχει σύμβαση εργασίας και όχι σύμβαση έργου, έστω και αν μεταξύ των μερών έχει συμφωνηθεί ότι ο μισθός θα καταβάλεται μόνο εφόσον επέλθει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Το Δικαστήριο θα κρίνει την ύπαρξη εξαρτημένης εργασίας, εκτιμώντας το σύνολο των πραγματικών περιστατικών με τα οποία λειτούργησε η σχέση, χωρίς να δεσμεύεται από το χαρακτηρισμό που έδωσαν σ΄ αυτήν οι διάδικοι. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε κατ΄ ανέλεγκτη κρίση, ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, που καταρτίσθηκε το έτος 1990, ο αναιρεσείων προσέλαβε την αναιρεσίβλητη για να προσφέρει σ΄ αυτόν τις υπηρεσίες της ως γαζώτρια στη βιοτεχνία ετοίμων ενδυμάτων που διατηρούσε στο Γραμματικό Μεσολογγίου, ότι η αναιρεσίβλητη εργάσθηκε στην επιχείρηση του αναιρεσείοντος μέχρι τις 31/5/2001, όταν ο αναιρεσείων έπαυσε να δέχεται τις υπηρεσίες της αναιρεσίβλητης, ότι σε όλο το διάστημα της εργασιακής σχέσεώς της η αναιρεσίβλητη υποβαλλόταν σε νομική εξάρτηση από τον εργοδότη της, ο οποίος ασκούσε σ΄ αυτή έλεγχο ως προς το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας της και έδινε σ΄ αυτή εντολές και οδηγίες για την προσήκουσα εκπλήρωσή της. Ειδικότερα, ως προς το χρόνο παροχής της εργασίας η αναιρεσίβλητη δεν απασχολείτο κατά τη βούλησή της, αλλά είχε προσδιορισμένο ωράριο, καθόσον εργαζόταν έως έξι ημέρες την εβδομάδα από ώρα 07.00 έως 13.40 μ.μ. Επίσης, οι οδηγίες και εντολές που δίδονταν σ΄ αυτή από τον αναιρεσείοντα για την προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής της ήταν δεσμευτικές και σε περίπτωση ανυπακοής της παρεχόταν στον εργοδότη το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση. Τέλος, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη για την παροχή της εργασίας της επιδόματα εορτών, καθώς και αποδοχές και επίδομα αδείας. Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο δέχθηκε ότι η σύμβαση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν αυτή της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και όχι της συμβάσεως έργου, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων. Με όσα δέχθηκε το Εφετείο η σύμβαση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν πράγματι αυτή της εξαρτημένης εργασίας και όχι της συμβάσεως έργου και, επομένως με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και διέλαβε στην απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 3, παρ. 1β, 8, παρ. 2 και 11, παρ. 2 και 3 του Ν.1876/90 προκύπτει ότι κλαδικές και ομοιοεπαγγελματικές ΣΣΕ δεσμεύουν μόνο τους μισθωτούς και τους εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων, εκτός αν κηρύχθηκαν υποχρεωτικές γενικώς, οπότε η ισχύς τους επεκτείνεται από του χρόνου εκδόσεως της σχετικής Υπουργικής αποφάσεως (όχι αναδρομικώς) και στους εργαζόμενους και εργοδότες του ιδίου κλάδου ή επαγγέλματος που δεν είναι μέλη των συμβληθεισών οργανώσεων. Όταν επιδικάζονται διαφορές αποδοχών με βάση ΣΣΕ ή ΔΑ, οι οποίες έχουν κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτικές με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται στην απόφαση (όπως και στην αγωγή) οι εφαρμοστέες ΣΣΕ, ούτε ο χρόνος από του οποίου αυτές κηρύχθηκαν εκτελεστές, διότι οι ΣΣΕ, ως προς το κανονιστικό τους μέρος, έχουν ισχύ νόμου και το δικαστήριο εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τις ΣΣΕ που αρμόζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση τα πραγματικά γεγονότα, που επισύρουν την εφαρμογή τους. Στην περίπτωση αυτή αρκεί να αναφέρεται στην απόφαση (όπως και στην αγωγή) το είδος της ασκούμενης από τον εργοδότη επιχειρήσεως, το επάγγελμα ή ειδικότητα του εργαζομένου και η παρεχόμενη εργασία, ώστε να μπορεί να συναχθεί ότι η ισχύς των πιο πάνω ΣΣΕ ή ΔΑ, που έχουν κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτικές, μπορεί να επεκταθεί στον εργοδότη αυτό και στους εργαζόμενους στην επιχείρησή του. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση επιδικάσθηκαν στην αναιρεσίβλητη διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1/7/1998 μέχρι 31/5/2001 με βάση τις αναφερόμενες στην αγωγή 39/1997 ΔΑ, από 23/9/1998 ΣΣΕ, από 13/7/1999 ΣΣΕ και 35/2000 ΔΑ "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοϋπαλλήλων στις επιχειρήσεις ιματισμού, πιλοποιϊας και στρωματοποιϊας όλης της χώρας". Οι ΣΣΕ και ΔΑ αυτές έχουν κηρυχθεί αντίστοιχα υποχρεωτικές με τις ΥΑ 12903/4-8-1997, 13192/8-12-1998, 125057/29-7-1999 και 12992/20-11-2000. Στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων διατηρεί στο Γραμματικό Μεσολογγίου βιοτεχνία ετοίμων ενδυμάτων και ότι η αναιρεσίβλητη προσελήφθη για να προσφέρει τις υπηρεσίες της στην επιχείρηση αυτή ως γαζώτρια. Από τις παραδοχές αυτές συνάγεται ότι οι πιο πάνω ΣΣΕ και ΔΑ εφαρμόζονται στην ένδικη υπόθεση και δεσμεύουν τους διαδίκους και, επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή δεν προκύπτει από αυτή η δεσμευτικότητα των πιο πάνω ΣΣΕ και ΔΑ στην ένδικη διαφορά, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Στο άρθρο 5, παρ. 1, εδ. β΄ του Ν.539/45, το οποίο προσετέθη με το Ν.Δ. 3755/57, ορίζεται ότι επιφυλασσομένων των διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας, εργοδότης αρνούμενος την χορήγησιν σε μισθωτόν αυτού της νομίμου κατ΄ έτος αδείας του, υποχρεούται άμα τη λήξει του έτους, καθ΄ ο δικαιούται αδείας ο μισθωτός και μετά προηγουμένην διαπίστωσιν της παραλείψεως ταύτης υπό οργάνου του Υπουργείου Εργασίας, να καταβάλει εις αυτόν τας αντιστοίχους αποδοχάς, ηυξημένας κατά 100%. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο μισθωτός, ο οποίος δεν έλαβε αυτούσια την άδειά του δικαιούται το μισθό του για τις ημέρες τις οποίες εργάσθηκε, όπως επίσης το μισθό της αδείας του τον οποίο θα ελάμβανε εάν επραγματοποιείτο η άδειά του, ως και αποζημίωση ίση προς τις αποδοχές της αδείας του, εάν η μη πραγματοποίηση της αδείας του οφείλεται σε πταίσμα του εργοδότη, έστω και σε ελαφρά αμέλειά του. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη για τα έτη 1998,1999, 2000 και 2001, εκτός από τις αποδοχές της των ετών αυτών και αποζημίωση αδείας, χωρίς να διευκρινίζεται στην απόφαση αν κατά τα παραπάνω έτη χορηγήθηκε ή όχι στην αναιρεσίβλητη άδεια αναψυχής και αν στις επιδικασθείσες αποδοχές των ετών αυτών περιλαμβάνονται ή όχι και οι αποδοχές αδείας. Έτσι, η προσβαλλόμενη απόφαση για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες και κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, αληθώς από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ (και όχι τον αριθ. 1 του ίδιου άρθρου, που επικαλείται ο αναιρεσείων), με τον οποίο προβάλλεται η παραπάνω έλλειψη της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι ουσιαστικά βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που επιδικάσθηκαν με αυτή στην αναιρεσίβλητη αποδοχές αδείας των παραπάνω ετών, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580, παρ. 3, Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη σε μέρος της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσειόντων, λόγω της εν μέρει ήττας της.
`Αρειος Πάγος (Β1΄, Πολιτικό Τμήμα)
Αριθ. απόφασης: 1405/2006
Δικαστής: Θεόδωρος Αποστολόπουλος, Αντιπρόεδρος
Αρεοπαγίτες: Ιωάν. Δαβίλλας, Γεώρ. Καράμπελας,
Εμμ. Καλούδης και Μάρ. - Φώτ. Χατζηπανταζής
Με το άρθρο 1 των από 23/4/99, 8/6/00 και 26/7/00 συλλογικών συμβάσεων εργασίας, ορίζονται τα κατώτατα όρια των βασικών ημερομισθίων των εργατοτεχνιτών οικοδόμων σε όλη την χώρα.
[...] Eπειδή, με το άρθρο 1 των από 23/4/1999, 8/6/2000 και 26/7/2001 Σ.Σ.Ε. για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοτεχνιτών οικοδόμων και των συναφών κλάδων όλης της χώρας, που κηρύχθηκαν υποχρεωτικές με τι Α.Υ.Ε. 11.243/7-6-1999, 11.372/24-7-2000 και 10.119/14-1-2002, προβλέπεται κατ΄ αρχήν ότι ορίζονται με αυτές τα κατώτατα όρια των βασικών ημερομισθίων των εργατοτεχνιτών οικοδόμων και συναφών ειδικοτήτων και των δυο φύλων σε όλη τη χώρα, που απασχολούνται στις οικοδομικές και σε συναφείς προς τις οικοδομικές εργασίες ειδικότητες και αναφέρονται ενδεικτικά τα συναφή προς τις οικοδομικές εργασίες έργα, καθώς και οι σχετικές προς τα οικοδομικά και συναφή έργα ειδικότητες τεχνικών, που περιλαμβάνουν στο τέλος και τις μη κατονομαζόμενες ειδικώς λοιπές ειδικότητες, ανεξάρτητα από τον τόπο προσφοράς της εργασίας, στη συνέχεια δε καθορίζονται τα κατώτατα ημερομίσθια για α) τους τεχνίτες, β) τους βοηθούς τεχνιτών και τους ειδικευμένους εργάτες και γ) τους ανειδίκευτους εργάτες. Οι απασχολούμενοι, επομένως, σε τεχνικά έργα ανειδίκευτοι εργάτες αμείβονται με βάση τις ανωτέρω ΣΣΕ και όχι με τις ισχύουσες κατά το ίδιο διάστημα ΕΓΣΣΕ, οι οποίες καθορίζουν τα ημερομίσθια ασφαλείας και εφαρμόζονται μόνο όταν οι όροι αμοιβής και εργασίας των οικείων ΣΣΕ είναι δυσμενέστεροι. Εξάλλου, με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της αποφάσεως πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου, που εφάρμοσε. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη τεχνική και εμπορική εταιρία έχει ως αντικείμενο της εμπορικής και επαγγελματικής της δραστηριότητας την ανάληψη και κατασκευή τεχνικών έργων με κατάλληλα μηχανήματα και ανάλογο τεχνικό εξοπλισμό. Για τις ανάγκες της εκτέλεσης των έργων αυτών προσέλαβε στις 11/8/1999 τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, που είναι αλβανικής υπηκοότητας και διέθετε άδεια παραμονής και εργασίας στην ημεδαπή, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να εργασθεί ως εργατοτεχνίτης οικοδομής, αμειβόμενος με το ημερομίσθιο του ανειδίκευτου εργάτη, το οποίο καθορίζεται από την εκάστοτε ισχύουσα ΣΣΕ για τους εργατοτεχνίτες οικοδόμους. Ακολούθως, δέχθηκε ότι ο ενάγων εργάσθηκε πράγματι με την ανωτέρω ειδικότητα και ότι η εναγομένη κατέβαλε σ΄ αυτόν κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα μικρότερα ποσά αποδοχών από εκείνα που καθορίζονται από τις ως άνω με ημερομηνίες 23/4/1999, 8/6/2000 και 26/7/2001 ΣΣΕ και ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 4.644, 65 ευρώ, τον υπολογισμό του οποίου δεν αμφισβητεί η εναγομένη, καθώς επίσης ότι ο ενάγων πραγματοποίησε εργασία κατά τις Κυριακές και στην αιτία αυτή οφείλεται σ΄ αυτόν το ποσό των 1.868,52 ευρώ. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο απέρριψε κατ΄ ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή για τα ανωτέρω ποσά. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 653 επομ. Α.Κ. και τους όρους των ως άνω από 23/4/1999, 8/6/2000 και 26/7/2001 Σ.Σ.Ε., που αφορούν στην αμοιβή και την εργασία όχι μόνο των εργατοτεχνιτών, των βοηθών τεχνιτών και των ανειδίκευτων εργατών, που απασχολούνται σε οικοδομικές εργασίες, αλλά και σε συναφή τεχνικά έργα, όπως αυτά που εκτελούσε η αναιρεσείουσα κατά τα ήδη εκτεθέντα. Επίσης, το Εφετείο με βάση τις ανωτέρω παραδοχές διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό, έλεγχο των ως άνω διατάξεων, που εφάρμοσε, αφού το αποδεικτικό πόρισμα είναι πλήρες και σαφές στο κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της απασχολήσεως του αναιρεσιβλήτου από την αντίδικό του ανώνυμη εταιρία, ως ανειδίκευτου εργάτη, κατά την εκτέλεση των αναλαμβανομένων απ΄ αυτή τεχνικών έργων, καθώς και στο ζήτημα της οφειλής από την τελευταία προς τον αναιρεσίβλητο για διαφορές τακτικών αποδοχών και για αμοιβή της εργασίας του κατά τις Κυριακές των ποσών των 4.544,65 και 1.868,52 ευρώ αντίστοιχα, η μη ανάλυση των οποίων οφείλεται στο σημειούμενο στην απόφαση γεγονός ότι η αναιρεσείουσα δεν αμφισβήτησε στο Εφετείο τον τρόπο υπολογισμού αυτών από την πρωτόδικη απόφαση. Επομένως, ο πρώτος, κατ΄ αμφότερα τα μέρη του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο διαμόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου και όχι όταν το συνεκτίμησε μαζί με τις άλλες αποδείξεις, χωρίς να εξαιρείται το έγγραφο ως προς το πόρισμα περί υπάρξεως ή μη του αποδεικτέου γεγονότος. Εξάλλου, ο λόγος αυτός είναι αόριστος, αν δεν παρατίθεται κατά λέξη στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και το περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο ή δεν προκύπτει, έστω και έμμεσα, ο ουσιώδης ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, καθώς και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμορφώσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο α) της από 11/8/1999 αναγγελίας προσλήψεως του αναιρεσιβλήτου στον ΟΑΕΔ, β) του από 11/8/1999 εγγράφου της αναιρεσείουσας με τον τίτλο "Στοιχεία προσωπικού" και γ) του από 28/1/2001 εγγράφου του ΟΑΕΔ με τον τίτλο "Αναγγελία οικειοθελούς αποχωρήσεως μισθωτού" με το να δεχθεί ότι η αναιρεσείουσα προσέλαβε και απασχόλησε τον ανιαρεσίβλητο ως εργατοτεχνίτη οικοδόμο, ενώ το αληθές περιεχόμενο των εγγράφων αυτών είναι ότι η ίδια προσέλαβε και απασχόλησε αυτόν ως απλό εργατοτεχνίτη. Ο λόγος αυτός, πέραν του ότι προβάλλεται αλυσιτελώς, αφού και ως απλός εργατοτεχνίτης ή ανειδίκευτος εργάτης και αν προσλήφθηκε ή απασχολήθηκε, θα είχαν εφαρμογή οι προαναφερόμενες ΣΣΕ και θα εδικαιούτο το προβλεπόμενο απ΄ αυτές κατώτατο ημερομίσθιο ανειδίκευτου εργάτη, που δέχθηκε και το Εφετείο ότι δικαιούται, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο των άνω εγγράφων, ούτε αναφέρεται ότι το Δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από τα έγγραφα αυτά.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 416 Α.Κ., η οποία ορίζει ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, συνάγεται ότι στοιχεία της ενστάσεως εξοφλήσεως είναι το ποσό, που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος της καταβολής. Η ένσταση αυτή με περιεχόμενο τη δήλωση του εναγομένου, καθώς και την επίκληση απ΄ αυτόν σχετικής έγγραφης απόδειξης του μισθωτού, περί του ότι πληρώθηκε όλες τις απαιτήσεις του, χωρίς να γίνεται ειδικότερα ανάλυση του ποσού, που καταβλήθηκε για την κάθε μια αιτία, είναι αόριστη, έστω και αν αναφέρεται το καταβληθέν συνολικό ποσό. Εκτός και αν πρόκειται για μια και μόνη απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία της καταβολής, οπότε είναι εφικτός ο δικαστικός έλεγχος ως προς το αν η καταβολή ήταν πλήρης και έγινε απόσβεση του σχετικού χρέους. Τούτο όμως δεν συμβαίνει όταν ασκούνται με αγωγή αξιώσεις από τη σύμβαση εργασίας και προσκομίζονται από τον εργοδότη έγγραφες αποδείξεις του εργαζομένου για καταβολή σ΄ αυτόν χρηματικών ποσών που υπερκαλύπτουν τις αγωγικές αξιώσεις, χωρίς να αναφέρουν την αιτία καταβολής κάθε επιμέρους ποσού. Διότι, αφού δεν αναφέρεται στις αποδείξεις η αιτία καταβολής των ποσών αυτών δεν αποκλείεται να καταβλήθηκαν προς εξόφληση άλλων αξιώσεων του εργαζομένου που δεν περιλήφθηκαν στην αγωγή. Για τον λόγο αυτό άλλωστε, με το άρθρο 18, παρ. 1 του Ν. 1082/1980 επιβαλλόμενο στον εργοδότη η υποχρέωση να χορηγεί, κατά την εξόφληση των παραδοχών του προσωπικού του, εκκαθαριστικό σημείωμα ή σε περίπτωση εφαρμογής μηχανογραφικού συστήματος ανάλυση μισθοδοσίας που θα απεικονίζουν αναλυτικώς τις πάσην φύσεως αποδοχές του προσωπικού και τις επ΄ αυτών κρατήσεις. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, ισχυριζόμενος με την ένδικη από 17/1/2002 αγωγή του ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα τον προσέλαβε περί τα μέσα Αυγούστου 1999, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως ανειδίκευτο εργατοτεχνίτη οικοδόμο, αμειβόμενο με την οικεία ΣΣΕ μέχρι την αποχώρησή του από την εργασία του περί τα τέλη Ιουλίου 2001, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 10.975,59 ευρώ για οφειλόμενες διαφορές αποδοχών, αμοιβές για εργασία τα Σάββατα και τις Κυριακές, καθώς και αμοιβές για υπερεργασία και υπερωρίες. Η τελευταία, προς απόκρουση της αγωγής, προέβαλε παραδεκτώς την ένσταση εξοφλήσεως των ενδίκων απαιτήσεων του ενάγοντος, διατεινόμενη ότι κατέβαλε σ΄ αυτόν τμηματικά κατά τους αναφερόμενους χρόνους πλέον του ποσού των 15.021 ευρώ για συμβατικές του αποδοχές και το ποσό των 11.235,76 ευρώ συνολικώς κατά τα αναφερόμενα επί μέρους ποσά ως ιδιαίτερη αμοιβή του για πρόσθετη εν γένει εργασία του (νόμιμη ή παράνομη υπερωριακή απασχόληση, υπερεργασία, εργασία τα Σάββατα, τις Κυριακές και τις αργίες). Επίσης, η εναγομένη, ασκώντας παραδεκτώς ανταγωγή, ζήτησε να υποχρεωθεί ο ενάγων να της καταβάλει το ποσό των 2.558,73 ευρώ, κατά το οποίο κατέστη πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας της, διότι εισέπραξε απ΄ αυτή πλέον του ποσού των 15.021 ευρώ για συμβατικές αποδοχές του και το ως άνω ποσό των 11.235,76 ευρώ για τις προαναφερόμενες πρόσθετες εργασίες του. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι η ένσταση εξοφλήσεως, καθόσον αφορά το κονδύλιο της αμοιβής για εργασία του ενάγοντος τα Σάββατα και τις Κυριακές, καθώς και η ανταγωγή, είναι αόριστες και απορριπτέες, διότι δεν εξειδικεύεται η αιτία από κάθε μια επιμέρους απαίτηση του ενάγοντος, για την οποία καταβλήθηκε κάθε μερικότερο από το οφειλόμενο ως άνω συνολικό ποσό, με παραπομπή σε ποσά συγκεκριμένων αποδείξεων πληρωμής. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκετο, αφού αμφότερες (ένσταση και ανταγωγή), υπό την ανωτέρω διατύπωσή τους, δεν περιέχουν το απαιτούμενο κατά το νόμο ως άνω στοιχείο της αιτίας της καταβολής κάθε επί μέρους ποσού για τη θεμελίωσή τους, δοθέντος ότι στις αποδείξεις, που δεν αναφέρουν την αιτία, μπορεί να περιλαμβάνονται αμοιβές για εργασία που δεν αναφέρεται στην αγωγή. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
`Αρειος Πάγος (Β2΄ Πολιτικό Τμήμα)
Αριθ. απόφασης: 1015/2006
Δικαστής: Χρήστος Μπαλντάς, Αντιπρόεδρος
Αρεοπαγίτες: Σπ. Κολυβάς, Γεώρ. Χλαμπουτάκης,
Αν. Φιλ. Περίδης και Ηλ. Γιαννακάκης
• Τα άρθρα 3 παρ. 1, 4, 6, παρ. 2 και 11, παρ. 2 του Ν. 1876/1990 καθορίζουν τις κατηγορίες εργαζομένων που αφορούν οι κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας.
• Συγκεκριμένα, το άρθρο 3 παρ. 1β του ίδιου νόμου, ορίζει ότι οι κλαδικές ΣΣΕ ρυθμίζουν τους όρους εργασίας των εργαζομένων σε ομοειδείς ή συναφείς επιχειρήσεις, ανεξάρτητα από την ειδικότητά τους. Οι συμβάσεις αυτές συνάπτονται από συνδικαλιστικές οργανώσεις που εκπροσωπούν εργαζομένους των επιχειρήσεων αυτών, ανεξάρτητα από το επάγγελμά τους. Οι ομοιοεπαγγελματικές ΣΣΕ ρυθμίζουν τους όρους εργασίας των εργαζομένων του αυτού επαγγέλματος, ανεξάρτητα από το είδος της επιχείρησης στην οποία απασχολούνται.
[...[ Επειδή σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1, 4, 6, παρ. 2 και 11, παρ. 2 Ν. 1876/1990, οι κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας αφορούν τους εργαζομένους σε περισσότερες ομοειδείς ή συναφείς εκμεταλλεύσεις ή επιχειρήσεις ορισμένης πόλης ή περιφέρειας ή και όλης της χώρας, συνάπτονται δε μεταξύ πρωτοβάθμιων ή δευτεροβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων, που καλύπτουν εργαζομένους, ανεξάρτητα από επάγγελμα ή ειδικότητα, σε ομοειδείς ή συναφείς επιχειρήσεις (και εκμεταλλεύσεις) και εργοδοτικών οργανώσεων που εκπροσωπούν τον αντίστοιχο κλάδο στην τοπική έκταση ισχύος της κλαδικής Σ.Σ.Ε. Οι κλαδικές Σ.Σ.Ε. δεσμεύουν κατ΄ αρχήν τα μέλη των συμβαλλόμενων εργοδοτικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων. Αλλά, αν η κλαδική Σ.Σ.Ε. κηρυχθεί, με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, γενικώς υποχρεωτική, η ισχύς της επεκτείνεται σε όλους τους εργοδότες και τους εργαζόμενους του επαγγέλματος που αυτή αφορά, εφόσον αυτοί θα μπορούσαν να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή της (Ολ. ΑΠ 2/2002). Περαιτέρω, από τη διάταξη των άρθρων 3,παρ. 1β του ίδιου νόμου προκύπτει ότι οι κλαδικές Σ.Σ.Ε. ρυθμίζουν τους όρους εργασίας των εργαζομένων σε ομοειδείς ή συναφείς επιχειρήσεις, ανεξάρτητα από την ειδικότητά τους και συνάπτονται από συνδικαλιστικές οργανώσεις που εκπροσωπούν εργαζομένους των επιχειρήσεων αυτών, ανεξάρτητα από το επάγγελμά τους, ενώ οι ομοιοεπαγγελματικές Σ.Σ.Ε. ρυθμίζουν τους όρους εργασίας εργαζομένων του αυτού επαγγέλματος, ανεξάρτητα από το είδος της επιχειρήσεως, στις οποίες απασχολούνται. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά κρίση ανέλεγκτη, τα εξής: Η εναγομένη και τώρα αναιρεσείουσα διατηρεί στο βιοτεχνικό Πάρκο Θέρμης επιχείρηση με αντικείμενο την διανομή, μεταποίηση, εμπορία, εισαγωγή, εξαγωγή, διακίνηση διαφημιστικού και επιχειρηματικού δώρου και την εκτύπωση, διανομή και κυκλοφορία διαφημιστικών και άλλων εντύπων. Τον Ιανουάριο 1997, προσέλαβε την ενάγουσα και τώρα αναιρεσίβλητη, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί στην επιχείρησή της ως γραφίστρια - μακετίστρια, για τις ανάγκες των εκτυπώσεων των αντικειμένων εμπορίας της. Με την ειδικότητα αυτή η ενάγουσα απασχολήθηκε στην επιχείρησή της μέχρι τις 30/9/2002, οπότε αποχώρησε από την εργασία της. Ολόκληρο το χρονικό διάστημα της απασχόλησής της, η ενάγουσα, με εντολή και οδηγίες του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, έπαιρνε το σήμα ή το λογότυπο του πελάτη, που προμήθευαν στην εναγομένη οι διαφημιστικές εταιρείες σε δισκέτα ή μέσω e-mail και το προσάρμοζε στο πρόγραμμα που διέθετε η εναγομένη, το οποίο όμως έπρεπε να επεξεργαστεί η ίδια. Για το λόγο αυτό έκανε επεμβάσεις στο μέγεθος και στη χρωματική διόρθωση, ενώ στη συνέχεια έβγαζε μακέτα, είτε για μεταξοτυπία, ταμπόν, χημειοχάραξη ή offset. Επίσης, ανάλογα με τον τρόπο εκτύπωσης και την ποσότητα για να τυπωθεί το λογότυπο σε πλαστικό ή ύφασμα, έκανε και το απαραίτητο μοντάζ. Σε περίπτωση μακέτας για μεταξοτυπία ή ταμπόν φωτογράφιζε με μεγάλη κάμερα τα αντίστοιχα φιλμ, ώστε να γίνει εκτύπωση. Μέσω scanner περνούσε στον υπολογιστή διάφορες φωτογραφίες, τις επεξεργαζόταν και τις έκανε σελιδοποίηση για διάφορες παρουσιάσεις στους πελάτες ή τις έστελνε μέσω e-mail στους πελάτες για έγκριση. Όπως προελέχθη, η επιχείρηση της εναγομένης, εκτός από τη διακίνηση διαφημιστικού και επιχειρηματικού δώρου, είχε και παραγωγική μονάδα που αναλάμβανε εκτυπωτικές εργασίες. Στη μονάδα αυτή υπήρχαν δύο εκτυπωτικές ταμπονομηχανές, δύο εκτυπωτικές μηχανές μεταξοτυπίας και μία εκτυπωτική μηχανή για χημειοχάραξη. Από τα ανωτέρω, γίνεται φανερό ότι η ενάγουσα συμμετείχε καθοριστικά στη διαδικασία δημιουργίας και εκτύπωσης της γραφικής παράστασης, που συνιστούσε το αντικείμενο της διαφήμισης, παρά το γεγονός, ότι ελάμβανε κατά κανόνα έτοιμο το σχετικό λογότυπο ή σήμα, εφόσον η ίδια προέβαινε στην προσαρμογή αυτού κατά χρωματισμό και μέγεθος στην επιφάνεια του διαφημιστικού αντικειμένου, στο οποίο θα εκτυπωνόταν, ανάλογα δε με τη μέθοδο εκτύπωσης δημιουργούσε και διαφορετική μακέτα. Συνεπώς, η εργασία της περιλαμβάνεται στην κατηγορία των γραφικών τεχνών και για τη διεκπεραίωσή της απαιτούνται ιδιαίτερες ικανότητες και γνώσεις, γεγονός που της προσδίδει και την ιδιότητα του τεχνίτη - γραφίστα και μακετίστα. `Αλλωστε, και η ίδια η εναγομένη την προσέλαβε ως γραφίστρια στην απόδειξη πληρωμής των αποδοχών της, καθώς και στην κατάσταση πληρωμής των ασφαλιστικών εισφορών της στο ΙΚΑ αναφέρεται ως γραφίστρια, ενώ, παράλληλα, το Μάιο του έτους 2002 απέστειλε αυτήν για κάποιο χρονικό διάστημα στην αλλοδαπή, προκειμένου να παρακολουθήσει εκπαιδευτικό σεμινάριο στον τομέα της εκτύπωσης σε ύφασμα. Σύμφωνα με τα πιο πάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η ειδικότητα με την οποία προσλήφθηκε και εργαζόταν η ενάγουσα στην επιχείρηση της εναγομένης, που προέβαινε μεταξύ άλλων εργασιών και σε εκτυπώσεις, ήταν αυτή της γραφίστριας και όχι της απλής υπαλλήλου γραφείου. Έτσι, η νόμιμη αμοιβή της προσδιορίζεται, από τις κηρυχθείσες υποχρεωτικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων Λιθογράφων στα λιθογραφεία και στα εργαστήρια γραφικών τεχνών, στην εκτυπωτική βιομηχανία και σε όλες τις φάσεις της παραγωγικής διαδικασίας, προεκτύπωσης, εκτύπωσης και μετεκτύπωσης με επεξεργασία χαρτιού, πλαστικού και μετάλλου σε φύλλο ή ρολό, με ίδια ή ξένα μέσα παραγωγής, ανεξαρτήτως τεχνολογίας. Επειδή όμως η ενάγουσα δεν ισχυρίζεται στην αγωγή της ότι αυτή ή η εναγομένη ήταν μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων που συμμετείχαν στην σύναψη των πιο πάνω κλαδικών ΣΣΕ, η ισχύς αυτών, εφόσον κηρύχθηκαν υποχρεωτικές, εκτείνεται και στους εργαζομένους και εργοδότες του κλάδου ή του επαγγέλματος που η σύμβαση αυτή αφορά, οι οποίοι θα μπορούσαν να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή της, όπως η εναγομένη που διέθετε τυπογραφικά μηχανήματα, από το χρόνο της εκδόσεως της σχετικής αποφάσεως του Υπουργού και όχι αναδρομικά". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι η αναιρεσείουσα - εναγομένη διατηρούσε παραγωγική μονάδα που αναλάμβανε εκτυπωτικές εργασίες, ότι προσέλαβε και απασχολούσε την αναιρεσίβλητη - ενάγουσα ως γραφίστρια και ότι ο νόμιμος μισθός της προσδιορίζεται με βάση τις κηρυχθείσες υποχρεωτικές ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων Λιθογράφων στα Λιθογραφεία και Εργαστήρια Γραφικών Τεχνών, που εφαρμόζονται και στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας, αφού αυτή λόγω της προαναφερόμενης επιχειρηματικής της δραστηριότητας θα μπορούσε να είναι μέλος των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή τους. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διότι, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες ουσιαστικές παραδοχές της εφετειακής απόφασης, η αναιρεσείουσα εταιρεία κατά το ένδικο χρονικό διάστημα διατηρούσε αυτοτελή παραγωγική μονάδα εκτυπωτικών εργασιών, στην οποία απασχολείτο η αναιρεσίβλητη, η νόμιμη αμοιβή της οποίας προσδιορίζεται από τις εν λόγω ΣΣΕ. Εξάλλου το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής (ή μη) εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται οι προβλεπόμενες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, πρέπει ν΄ απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Επειδή με τον τρίτο και πέμπτο (κατά το α΄ μέρος του) λόγους αναιρέσεως από τον αριθμ. 11 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις που κατέθεσε στο Εφετείο, κατά τη συζήτηση της υποθέσως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 1.402,42 ευρώ για την εξόφληση του υπολοίπου των αποδοχών της του Σεπτεμβρίου 2002, του δώρου Χριστουγέννων και της αποζημίωσης αδείας 2002, και συγκεκριμένα α) σχετική βεβαίωση καταβολής του εν λόγω ποσού των 1.402,49 ευρώ, η οποία φέρει την υπογραφή της αναιρεσίβλητης και β) ομολογία της ίδιας, περιεχόμενη στις προτάσεις της ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ότι εισέπραξε στις 23/12/2002 το άνω ποσόν. Από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι έχει ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο το παραπάνω έγγραφο, για το οποίο δεν γίνεται καμμία αναφορά στην απόφαση, καθώς και η ομολογία της αναιρεσίβλητης. Επομένως πρέπει να γίνουν δεκτοί οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως ως βάσιμοι, παρελκούσης της ερεύνης του πλήττοντος το ίδιον κεφάλαιον τετάρτου λόγου. Τέλος και όσον αφορά την αναιρετική αιτίαση με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως (κατά το β΄ μέρος του), από την ίδια παραπάνω διάταξη, κατά την οποία το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το 2520/15-9-2003 έγγραφο της επιθεώρησης εργασίας, στο οποίο βεβαιώνεται ότι για τις επιχειρήσεις του κλάδου της αναιρεσείουσας δεν υπάρχουν συλλογικές συμβάσεις ή διαιτητικές αποφάσεις, που να ρυθμίζουν τους όρους εργασίας και αμοιβής των εργαζομένων, αλλά εφαρμόζεται η Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., αυτή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού το έγγραφο τούτο συνιστά νομική γνωμοδότηση τρίτου και όχι αποδεικτικό μέσο, κατά την έννοια των διατάξεων του Κ.Πολ.Δ..
Ύστερα από τα παραπάνω πρέπει ν΄ αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, εν μέρει, και δη ως προς το προσβαλλόμενο με την αίτηση αναιρέσεως κεφάλαιό της σε σχέση με την ένσταση μερικής εξοφλήσεως της αναιρεσείουσας για το υπόλοιπο των αποδοχών του Σεπτεμβρίου 2002, του δώρου Χριστουγέννων 2002 και της αποζημίωσης αδείας 2002 της αναιρεσίβλητης και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580, παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Σ.τ.Ε. 1253/2006 (Τμ. Γ')
Προεδρεύων: Γ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, Αντιπρόεδρος
Εισηγητής: Κ. ΠΙΣΠΙΡΙΓΚΟΣ, Πάρεδρος
6. ΕΠΕΙΔΗ, στις 18.3.1999 συνήφθη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου μεταξύ τριών διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα που λειτουργούν σε Κοινοτικό επίπεδο ως εκπρόσωποι των «κοινωνικών εταίρων» (εργαζομένων και εργοδοτών), ήτοι της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Συνδικάτων (CES, στην οποία μετέχει η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος), της Ένωσης των Συνομοσπονδιών της Βιομηχανίας και των Εργοδοτών (UΝΙCΕ, στην οποία μετέχει ο Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών) και του Ευρωπαϊκού Κέντρου Επιχειρήσεων (CΕΕΡ). Οι εν λόγω διεπαγγελματικές οργανώσεις διεβίβασαν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή το κείμενο της συμφωνίας τους και υπέβαλαν κοινό αίτημα να «υλοποιηθεί» η συμφωνία αυτή κατ' εφαρμογή του άρθρου 139, παραγρ. 2, της Συνθήκης ΕΚ.
Το αίτημα τους προωθήθηκε αρμοδίως με πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και, τελικά, έγινε δεκτό από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που εξέδωσε σχετικά την Οδηγία 1999/70/ΕΚ (ΕΕ Λ 175/10.7.1999). Η εν λόγω Οδηγία περιέλαβε προοίμιο και τέσσερα (4) άρθρα, περαιτέρω δε ενσωμάτωσε, ως Παράρτημα, την από 18.3.1999 συμφωνία πλαίσιο των διεπαγγελματικών οργανώσεων, που περιλαμβάνει προοίμιο, δώδεκα (12) γενικές παρατηρήσεις και οκτώ (8) ρήτρες.
7. ΕΠΕΙΔΗ, στο άρθρο 2 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου ορίζεται, ότι στα Κράτη Μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής μέχρι την 10.7.2001, με δυνατότητα παρατάσεως της εν λόγω προθεσμίας μέχρι την 10.7.2002.
Η Ελλάδα έκαμε χρήση της ευχέρειας παρατάσεως της προθεσμίας συμμορφώσεως. Τελικά, για την προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία εκδόθηκαν, κατ' επίκληση των διατάξεων των άρθρων 3, 4 και 5 του ν. 1338/1983 (Α' 34), όπως ισχύουν, το Π.Δ. 81/2003 «Ρυθμίσεις για τους εργαζόμενους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου» (Φ.Ε.Κ. 77Α'/2.4.2003), το οποίο τροποποιήθηκε με το Π.Δ. 180/2004 (Φ.Ε.Κ. 160 Α/23.8.2004), και το Π.Δ. 164/2004 «Ρυθμίσεις για τους εργαζόμενους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα» (Φ.Ε.Κ. 134 Α/19.7.2004 και διορθώσεις σφαλμάτων στο Φ.Ε.Κ. 135 Α/19.7.2004). Το Π.Δ. 81/2003, παρά την γενικότητα του τίτλου του, περιέλαβε ρυθμίσεις που δεν αφορούν τους εργαζόμενους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα.
Συγκεκριμένα, όπως συνάγεται από το άρθρο 5, παραγρ. 1, εδάφ. α', του Π.Δ. αυτού, εξαιρέθηκαν από τις απαγορεύσεις σχετικά με την ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που θεσπίσθηκαν με το ίδιο Π.Δ. σε συμμόρφωση προς την Οδηγία, οι περιπτώσεις όπου «η σύναψη σύμβασης για ορισμένο χρόνο επιβάλλεται από διάταξη νόμου ή κανονιστική διάταξη» και «ο εργαζόμενος αμείβεται από πιστώσεις του κρατικού προϋπολογισμού ή προϋπολογισμού ν.π.δ.δ., που προορίζονται σύμφωνα με τον προϋπολογισμό για εργασία ορισμένου χρόνου».
Το Π.Δ. 164/2004, του οποίου διατάξεις προσβάλλονται με την κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως, αφορά αποκλειστικά την εργασία ορισμένου χρόνου στο Δημόσιο και στα άλλα ν.π. του δημόσιου τομέα, όπως προκύπτει τόσο από τον τίτλο του, όσο και από τις διατάξεις των άρθρων του 2, παραγρ. 1 και 3γ' που αναφέρονται στο πεδίο εφαρμογής του. Μετά την θέση σε ισχύ του Π.Δ. 164/2004 εκδόθηκε το Π.Δ. 180/2004, με το οποίο ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του Π.Δ. 81/2003 εφαρμόζονται στους εργαζόμενους με σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίοι απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα (βλ. άρθρο 1 του Π.Δ. 180/2004 που αντικατέστησε το άρθρο 2, παραγρ. 1, του Π.Δ. 81/2003, βλ. επίσης άρθρο 3 του Π.Δ. 180/2004, που αντικατέστησε το άρθρο 5 του Π.Δ. 81/2003).
8. ΕΠΕΙΔΗ, όπως προκύπτει από τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη σκέψη, το Π.Δ. 164/2004 εκδόθηκε μετά την λήξη της προθεσμίας προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου. Ως εκ τούτου, για να είναι πλήρης η συμμόρφωση της Ελλάδας στην ως άνω Οδηγία, επεβάλλετο να ρυθμισθούν οι εργασιακές σχέσεις ορισμένου χρόνου με το Δημόσιο και τα άλλα ν.π. του δημόσιου τομέα όχι μόνο για το μέλλον, αλλά και αναδρομικώς, οπωσδήποτε από τον χρόνο λήξεως της προθεσμίας συμμορφώσεως (10.7.2002).
9. ΕΠΕΙΔΗ, εξ άλλου, οι εργασιακές σχέσεις με το Δημόσιο και τα άλλα ν.π. του δημόσιου τομέα αποτελούν αντικείμενο ενδιαφέροντος του συνταγματικού νομοθέτη (βλ. άρθρο 103 του Συντάγματος). Οι δε διατάξεις του Π.Δ. 164/2004, με τις οποίες ρυθμίζονται αυτές οι σχέσεις, ελέγχονται από το Σ.τ.Ε. τόσο από την άποψη της συμφωνίας αυτών με τις διατάξεις του Συντάγματος, όσο και από την άποψη της επιτεύξεως του επιδιωκόμενου δι' αυτών σκοπού της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στο περιεχόμενο της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου.
10. ΕΠΕΙΔΗ, η από 18.3.1999 συμφωνία για την εργασία ορισμένου χρόνου των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα CES, UΝΙCΕ και CΕΕΡ, που ενσωματώθηκε, σύμφωνα με τα εκτεθέντα, ως Παράρτημα στην Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου και προσέλαβε, κατ' αυτόν τον τρόπο, την ισχύ παράγωγου Κοινοτικού Δικαίου, ορίζει στην ρήτρα 1 αυτής, ότι σκοπός της είναι «α) η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της μη διάκρισης, β) η καθιέρωση ενός πλαισίου για να αποτραπεί η κατάχρηση που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου».
Περαιτέρω, στην ρήτρα 2 της συμφωνίας πλαισίου ορίζεται ότι αυτή «εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις σ.σ. ή την πρακτική σε κάθε Κράτος Μέλος» (παραγρ. 1) και ότι « τα Κράτη Μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και οι κοινωνικοί εταίροι μπορούν να αποφασίσουν ότι η παρούσα συμφωνία δεν εφαρμόζεται: α) στις σχέσεις βασικής επαγγελματικής κατάρτισης και τα συστήματα μαθητείας β) στις συμβάσεις ή τις σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού δημόσιου ή από το δημόσιο υποστηριζόμενου προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης».
Στην ρήτρα 3 δίδονται ορισμοί, για τους σκοπούς της συμφωνίας, του «εργαζόμενου ορισμένου χρόνου» και του «αντίστοιχου εργαζόμενου αορίστου χρόνου». Με τις ρήτρες 4 και 5 καθορίζεται το ρυθμιστικό πλαίσιο εντός του οποίου δύναται να κινηθεί ο εθνικός νομοθέτης για την επίτευξη των προαναφερθέντων σκοπών της συμφωνίας.
Ειδικότερα, στην ρήτρα 4 καθιερώνεται η αρχή της μη διάκρισης, σύμφωνα με την οποία «όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζόμενους αορίστου χρόνου μόνον επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους» (παράγρ. 1), περαιτέρω δε προβλέπεται ότι «οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παρούσας ρήτρας καθορίζονται από τα Κράτη Μέλη, ύστερα από διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και από τους κοινωνικούς εταίρους, λαμβάνοντας υπόψη της Κοινοτική νομοθεσία και τη νομοθεσία, τις σ.σ. και την πρακτική σε εθνικό επίπεδο» (παραγρ. 3).
Στην δε ρήτρα 5 της συμφωνίας, υπό τον τίτλο «Μέτρα για την αποφυγή κατάχρησης», ορίζεται, ότι: «Για να αποτραπεί η κατάχρηση, που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα Κράτη Μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, σ.σ. ή πρακτική ή/και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα, για την πρόληψη των καταχρήσεων λαμβάνουν κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή/και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα: α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σ.ε. β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σ.ε. ορισμένου χρόνου γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σ.ε. 2. Τα Κράτη Μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποίες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου: α) θεωρούνται «διαδοχικές» β) χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου».
Από τις ανωτέρω διατάξεις της συμφωνίας πλαισίου συνάγεται, κατ' αρχάς, ότι οι ρυθμίσεις της, εφ' όσον δεν γίνεται σχετική διάκριση (βλ. ρήτρα 2, παραγρ. 1), αναφέρονται σε όλους τους εργαζομένους με σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, ανεξαρτήτως του ζητήματος, αν απασχολούνται στον ιδιωτικό ή στον δημόσιο τομέα κατά την νομοθεσία ενός εκάστου Κράτους Μέλους.
Περαιτέρω, ο σκοπός της συμφωνίας πλαισίου είναι διττός και συνίσταται αφ' ενός μεν στην διασφάλιση της αρχής της μη διάκρισης, όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, των εργαζομένων με σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου έναντι των εργαζομένων με σύμβαση ή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, αφ' ετέρου δε στην καθιέρωση ενός ελάχιστου αναγκαίου ρύθμιση πλαισίου για την αποτροπή της κατάχρησης που προκαλείται από την χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας», ορισμένου χρόνου. Οι ρυθμίσεις του εθνικού νομοθέτη πρέπει, για να είναι σύμφωνες με τον δεύτερο σκοπό της συμφωνίας πλαισίου, να περιλαμβάνουν ένα τουλάχιστον από τα περιοριστικά μέτρα που υποδεικνύονται στην παραγρ. 1 της ρήτρας 5 της συμφωνίας πλαισίου για την αποτροπή της κατάχρησης που είναι δυνατόν να προκύψει από την σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (δηλαδή αντικειμενικούς λόγους, που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, μέγιστη επιτρεπτή συνολική διάρκεια τους και μέγιστο επιτρεπτό αριθμό ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας).
Για την περίπτωση δε της παραβάσεως των ως άνω περιο ρισμών, ο εθνικός νομοθέτης δύναται να καθορίζει, «όταν χρειάζεται», υπό ποίες συνθήκες οι διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου χαρακτηρίζονται συμβά σεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου.
Με τις ως άνω ρυθμίσεις δεν τίθενται κανόνες παράγωγου Κοινοτικού Δικαίου άμεσης εφαρμογής, τα δε Κράτη Μέλη διαθέτουν ευρεία ευχέρεια επιλογής μεταξύ περισσοτέρων λύσεων για να αποτρέπουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών σ.ε. ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλεται, σε περίπτωση συνάψεως τέτοιων συμβάσεων, ο χαρακτη ρισμός αυτών ως συμβάσεων ή σχέσεων αορίστου χρόνου, καθ' όσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό («όταν χρει άζεται»).
Συνεπώς, δεν αποκλείεται η πρόβλεψη άλλων, πρόσφορων κατά την κρίση του εθνικού νομοθέτη, κυρώσεων εις βάρος του εργοδότη για την αποτελεσματική προστασία του εργαζόμενου που, ως οικονομικά ασθενέστερος, συχνά υποχρεώνεται αδικαιολόγητα στην σύναψη ασύμφορων για τον ίδιο διαδοχικών σ.ε. ορισμένου χρόνου αντί της συνάψεως συμβάσεως αορίστου χρόνου, όπως είναι η ακυρότητα των συναπτομένων συμβάσεων, με παράλληλη εξασφάλιση για τον εργαζόμενο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε και αποζημίωσης.
Η ευχέρεια του νομοθέτη να προβλέπει άλλες πρόσφορες κυρώσεις, πλην του χαρακτηρισμού των ανεπίτρεπτων διαδοχικών σ.ε. ορισμένου χρόνου ως συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας αορίστου χρόνου, συνάγεται και από την παραγρ. 3 του προοιμίου της συμφωνίας πλαισίου, στην οποία ορίζεται, ότι «η παρούσα συμφωνία καθορίζει τις γενικές αρχές και τις ελάχιστες απαιτήσεις σχετικά με την εργασία ορισμένου χρόνου, αναγνωρίζοντας, ότι για τις λεπτομέρειες της εφαρμογής της πρέπει να ληφθούν υπόψη τα πραγματικά στοιχεία των συγκεκριμένων εθνικών, τομεακών και εποχιακών καταστάσεων», καθώς και από την υπ' αριθμ. 10 γενική παρατήρηση αυτής, όπου ορίζεται, ότι «η παρούσα συμφωνία παραπέμπει στα Κράτη Μέλη και τους κοινωνικούς εταίρους για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής των γενικών αρχών της, των ελάχιστων απαιτήσεων και διατάξεων, ώστε να ληφθεί υπόψη η κατάσταση σε κάθε Κράτος Μέλος και οι ιδιαίτερες συνθήκες ορισμένων τομέων και επαγγελμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων εποχικής φύσης».
13. ΕΠΕΙΔΗ, για την αποτροπή της κατάχρησης της μισθωτής εργασίας, που προκαλείται από την χρησιμοποίηση διαδο χικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και δη σε συμμόρφωση, καθ' όσον αφορά το Δημόσιο και τα άλλα ν.π. του δημοσίου τομέα, με τις ρήτρες 2 και 5 της από 18.3.1999 συμφωνίας πλαισίου των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα CES , U ΝΙ C Ε και C ΕΕΡ που ενσωματώθηκε στην Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, το Π.Δ. 164/2004 περιέλαβε τις διατάξεις των άρθρων 5, 6 και 7.
Οι διατάξεις αυτές, των οποίων η ισχύς αρχίζει από την δημοσίευση του Π.Δ. στην Ε.τ.Κ. σύμφωνα με το άρθρο 12 αυτού, ορίζουν τα εξής: «`Αρθρο 5. Διαδοχικές συμβάσεις. 1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφ' όσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2. Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφ' όσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3. Η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων γίνεται εγγράφως και οι λόγοι που την δικαιολογούν αναφέρονται ρητώς στη σύμβαση, εφ' όσον δεν προκύπτουν ευθέως από αυτήν. Κατ' εξαίρεση, ο έγγραφος τύπος δεν απαιτείται, όταν η ανανέωση της σύμβασης, λόγω του ευκαιριακού χαρακτήρα της απασχόλησης, δεν έχει διάρκεια μεγαλύτερη του ενός μηνός, εκτός αν ο έγγραφος τύπος προβλέπεται ρητά από άλλη διάταξη. Αντίγραφο της σύμβασης παραδίδεται στον εργαζόμενο εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την έναρξη της απασχόλησής του. 4. Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου. `Αρθρο 6. Ανώτατη διάρκεια συμβάσεων. 1. Συμβάσεις που καταρτίζονται διαδοχικώς και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, απαγορεύεται να υπερβαίνουν τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες σε συνολικό χρόνο διάρκειας της απασχόλησης, είτε συνάπτονται κατ' εφαρμογή του προηγούμενου άρθρου είτε συνάπτονται κατ' εφαρμογή άλλων διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας. 2. Συνολικός χρόνος διάρκειας απασχόλησης άνω των είκοσι τεσσάρων (24) μηνών επιτρέπεται μόνον σε περιπτώσεις ειδικών, από τη φύση και το είδος της εργασίας τους, κατηγοριών εργαζομένων που προβλέπονται από την κειμένη νομοθεσία, όπως, ιδίως, διευθυντικά στελέχη, εργαζόμενοι που προσλαμβάνονται στο πλαίσιο συγκεκριμένου ερευνητικού ή οιουδήποτε επιδοτούμενου ή χρηματοδοτούμενου προγράμματος, εργαζόμενοι που προσλαμβάνονται για την πραγματοποίηση έργου σχετικού με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από συμβάσεις με διεθνείς οργανισμούς. `Αρθρο 7. Συνέπειες παραβάσεων. 1. Οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγματος είναι αυτοδικαίως άκυρη. 2. Σε περίπτωση που η άκυρη σύμβαση εκτελέσθηκε εν όλω ή μέρει, καταβάλλονται στον εργαζόμενο τα οφειλόμενα βάσει αυτής χρηματικά ποσά, τυχόν δε καταβληθέντα δεν αναζητούνται. Ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα, για το χρόνο που εκτελέσθηκε η άκυρη σ.ε., να λάβει ως αποζημίωση το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως του. Εάν οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις. Τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο καταλογίζονται στον υπαίτιο. 3. Όποιος παραβαίνει τις διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγματος τιμωρείται με φυλάκιση (άρθρο 5, ν. 1338/1983, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6, παραγρ. 5, του ν. 1440/1984). Αν το αδίκημα διαπράχθηκε από αμέλεια, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους. Η ίδια παράβαση στοιχειοθετεί παράλληλα και σοβαρό πειθαρχικό αδίκημα».
Με τις διατάξεις αυτές του Π.Δ. 164/2004 προσαρμόσθηκε, από 19.7.2004, η ελληνική νομοθεσία στο Κοινοτικό Δίκαιο, καθ' όσον αφορά την λήψη μέτρων για την αποτροπή της κατάχρησης της μισθωτής εργασίας που είναι δυνατόν να προκαλείται σε περιπτώσεις χρησιμοποίησης, από το Δημόσιο και τα άλλα ν.π. του δημόσιου τομέα, διαδοχικών σ.ε. ορισμένου χρόνου.
Συγκεκριμένα, απαγορεύθηκαν, κατ' αρχήν, οι «διαδοχικές» σ.ε. ορισμένου χρόνου, ήτοι οι συμβάσεις μεταξύ των οποίων μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών, καθορίσθηκαν οι περιπτώσεις κατά τις οποίες επιτρέπεται, κατ' εξαίρεση, η σύναψη μέχρι τριών διαδοχικών, κατά την ως άνω έννοια, συμβάσεων με συνολική διάρκεια απασχόλησης μέχρι είκοσι τεσσάρων μηνών, καθώς και οι ειδικές περιπτώσεις κατά τις οποίες επιτρέπεται η υπέρβαση, των ως άνω ορίων στην σύναψη διαδοχικών συμβάσεων, όλως κατ εξαίρεση και για αντικειμενικούς λόγους, που συνδέονται με την φύση και το είδος της εργασίας κατηγοριών εργαζομένων.
Ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ως άνω κανόνων, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε η αυτοδίκαιη ακυρότητα τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφ' όσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέσθηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσόν που δικαιούται ο "αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου» σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως του, τέλος δε θεσπίσθηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.
Με τα δεδομένα αυτά, η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στο Κοινοτικό Δίκαιο έγινε, δυνάμει των ως άνω διατάξεων, με σεβασμό της απαγόρευσης μετατροπής σ.ε. ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, που θεσπίσθηκε με την παράγρα φο 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, καθ' όσον δεν προβλέφθηκε, ως κύρωση για την χρησιμοποίηση από το Δημόσιο και τα άλλα ν.π. του δημόσιου τομέα διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η μετατροπή αυτών σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.
14. ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην έβδομη και στην όγδοη σκέψη, το Π.Δ. 164/2004 έπρεπε να περιλάβει ρυθμίσεις, που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε από 10.7.2002 την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου
15. ΕΠΕΙΔΗ, όπως εκτέθηκε ήδη στην δέκατη σκέψη, η μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου είναι ένα από τα μέτρα, που θα μπορούσε, κατ' αρχήν, να θεσπίσει ο εθνικός νομοθέτης για την προστασία των εργαζομένων σε συμμόρφωση προς την από 18.3.1999 συμφωνία των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα CES, UΝΙCΕ και CΕΕΡ που ενσωματώθηκε στην Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου και προσέλαβε ισχύ παράγωγου Κοινοτικού Δικαίου. Η τυχόν πρόβλεψη, όμως, του μέτρου αυτού στις πάγιες διατάξεις των άρθρων 5, 6 και 7 του Π.Δ. 184/2004 θα ήταν, οπωσδήποτε, ανεπίτρεπτη εν όψει της κατηγορηματικής απαγόρευσης μετατροπής των σ.ε. ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, η οποία θεσπίζεται με τη διάταξη της παραγρ. 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος που προστέθηκε, κατά τα ήδη εκτεθέντα, με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής. Πλην, η πρόβλεψη του εν λόγω μέτρου της μετατροπής των διαδοχικών σ.ε ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου στις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004, δεν αντίκειται στην παραγρ. 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος.
Τούτο δε, διότι από τις συζητήσεις στην Ζ' Αναθεωρητική Βουλή κατά την, μετά την έναρξη της ισχύος της Οδηγίας, αναθεώρηση του Συντάγματος, δεν συνάγεται ότι βούληση του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν, σε περίπτωση προσαρμογής της ελληνικής έννομης τάξεως στην Οδηγία μετά την λήξη της προβλεπομένης από αυτήν προθεσμίας, να απαγορεύσει στον κοινό νομοθέτη ή στην κατ' εξουσιοδότηση τούτου κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση να μετατρέψουν συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου των απασχολουμένων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, εφ' όσον οι συμβάσεις αυτές, έστω και αν συνήφθησαν το πρώτον μετά την λήξη της εν λόγω προθεσμίας, ανανεώθηκαν εν πάση περιπτώσει στη συνέχεια αλληλοδιαδόχως, με σκοπό να καλυφθούν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. `Αλλωστε, το γεγονός ότι ο αναθεωρητικός νομοθέτης δεν είχε ως σκοπό να αποκλείσει τη δυνατότητα μετατροπής των συμβάσεων ορισμένου χρόνου που συνέδεαν τους εργαζομένους με φορείς του δημόσιου τομέα σε σ.ε. αορίστου χρόνου συνάγεται και από την προστεθείσα κατά την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 διάταξη της παραγράφου 7 του άρθρου 118 του Συντάγματος.
Και ναι μεν η συνταγματική αυτή διάταξη, η οποία αναφέρεται σε διατάξεις νόμων που ίσχυαν κατά την έναρξη ισχύος των αναθεωρημένων διατάξεων (όπως π.χ. του άρθρου 17 του ν. 2839/2000), δεν μπορεί να εφαρμοσθεί ευθέως στην υπό κρίση περίπτωση, αφού η επίμαχη Οδηγία δεν θεσπίζει διατάξεις άμεσης εφαρμογής και δεν είχε μεταφερθεί στην ελληνική έννομη τάξη κατά την έναρξη ισχύος των αναθεωρημένων διατάξεων, πλην όμως εκδηλώνει τη σαφή βούληση του αναθεωρητικού νομοθέτη να ανεχθεί την τακτοποίηση εκκρεμών συμβασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου και, ειδικότερα, τη μετατροπή τους σε σ.ε. αορίστου χρόνου, όταν, μάλιστα, η μετατροπή αυτή προβλέπεται, κατά τα εκτεθέντα, από υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις (της πιο πάνω Οδηγίας) και αποβλέπει, κατά κοινή πείρα, στην αποτελεσματικότερη προστασία των εργαζομένων, οι οποίοι, εν αγνοία των δυναμένων να αντληθούν από την Οδηγία δικαιωμάτων τους, συνέχισαν και μετά τη λήξη της προθεσμίας αυτής να συνάπτουν, διαδοχικώς, σ.ε. ορισμένου χρόνου.
Κατόπιν των ανωτέρω και για την ταυτότητα της νομικής αι τίας, η εν λόγω συνταγματική διάταξη καταλαμβάνει και τις περι πτώσεις καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών σ.ε. ορισμέ νου χρόνου από το Δημόσιο και τα άλλα ν.π. του δημόσιου τομέα μέχρι τον χρόνο της θέσπισης των παγίων διατάξεων των άρθρων 5, 6 και 7 του Π.Δ. 164/2004 και την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου δυνάμει των διατάξεων αυτών για το μέλλον, εν όψει του ότι, πάντως, με τις πιο πάνω διατάξεις ορίσθηκε ρητά ότι τέτοιες διαδοχικές σ.ε. ορισμένου χρόνου με το Δημόσιο και τα άλλα ν.π. του δημόσιου τομέα είναι πλέον απαγορευμένες και αυτοδικαίως άκυρες και προβλέφθηκε η επιβολή ποινικών και πειθαρχικών κυρώσεων για την αποτροπή σύναψης τέτοιων συμβάσεων.
Επομένως, επιτρεπτώς, από απόψεως συμφωνίας με τη διάταξη της παραγρ. 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, προβλέπεται, με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004, προς αντιμετώπιση της καταστάσεως που δημιουργήθηκε από το γεγονός ότι η προσαρμογή της ελληνικής έννομης τάξεως στην Οδηγία συντελείται μετά την λήξη του προβλεπομένου χρόνου προσαρμογής, η μετατροπή για το μέλλον των διαδοχικών σ.ε.ι.δ. ορισμένου χρόνου σε σ.ε. αορίστου χρόνου, εφ' όσον, μετά την τήρηση της διαγραφόμενης στο εν λόγω άρθρο 11 διαδικασίας και υπό τον τελικό έλεγχο του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), διαπιστωθεί, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου αυτού.
Η ΜΕΙΟΝΟΨΗΦΗΣΑΣΑ ΓΝΩΜΗ
Κατά την γνώμη, όμως, του Προέδρου του Τμήματος, Αντιπροέδρου Γ. Σταυρόπουλου, του Συμβούλου Γ. Τσιμέκα και του Παρέδρου Κ. Πισπιρίγκου, οι διατάξεις του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004 είναι αντισυνταγματικές. Τούτο δε, διότι η προστεθείσα κατά την αναθεώρηση του Συντάγματος μεταβατική διάταξη της παραγρ. 7 του άρθρου 118 αναφέρεται σαφώς, όπως συνάγεται τόσο από την γραμματική, όσα και από την ιστορική της ερμηνεία, σε νομοθετικές ρυθμίσεις, που αφορούν τακτοποίηση υπηρεσιακής κατάστασης προσωπικού, οι οποίες είχαν ήδη θεσπισθεί κατά το χρόνο της αναθεώρησης (17.4.2001).
Επομένως, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου δεν εμπίπτει στην εξαιρετική αυτή συνταγματική διάταξη, αφού δεν θεσπίζει διατάξεις άμεσης εφαρμογής και δεν είχε μεταφερθεί στην ελληνική έννομη τάξη κατά την έναρξη ισχύος των αναθεωρημένων διατάξεων, ούτε ήταν επιβεβλημένη βάσει αυτής η μετατροπή σ.ε. ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου. Η εν λόγω μετατροπή δεν μπορεί δε να θεωρηθεί, κατ' ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως αυτής (118, παραγρ. 7), ως νομοθετικό μέτρο τακτοποιήσεως προσωπικού «εν ευρεία έννοια», δεδομένου ότι δεν μπορεί να χωρίσει ανάλογη και μάλιστα επεκτατική εφαρμογή εξαιρετικών διατάξεων του Συντάγματος, οι οποίες είναι, ως εκ της φύσεως και του σκοπού τους, στενώς ερμηνευτέες, εφ' όσον, πάντως, δεν υπάρχει σαφής περί του αντιθέτου βούληση του αναθεωρητικού νομοθέτη.
Αντιθέτως, μάλιστα, όπως ήδη σημειώθηκε, ο αναθεωρητικός νομοθέτης αποδοκίμασε έντονα την πρακτική προσλήψεων, που είχε ακολουθηθεί κατά το παρελθόν, με την προπεριγραφείσα διαδικασία μονιμοποιήσεως ή μετατροπής σ.ε. ορισμένου χρόνου σε σ.ε. αορίστου χρόνου (σκέψη 12), ως αντίθετη προς τις αρχές της διαφάνειας, της ισότητας ενώπιον του νόμου και της αξιοκρατίας, για τον λόγο δε αυτό θωράκισε τις συνταγματικές αυτές αρχές με τις διατάξεις περί προσλήψεων που προσέθεσε με την παραγρ. 7 στο άρθρο 103 του Συντάγματος και περί απαγόρευσης μονιμοποίησης και μετατροπής σ.ε. ορισμένου χρόνου σε σ.ε. αορίστου χρόνου που θέσπισε με την προσθήκη της παραγρ. 8 στο ίδιο άρθρο.
Ανέχθηκε δε, όπως συνάγεται και από τις προπαρασκευαστικές εργασίες της αναθεωρήσεως του Συντάγματος (βλ. Πρακτικά Ολομέλειας της Βουλής Συνεδρίαση ΡΜΕ /21.3.2001, σελ. 783, όπου γίνεται λόγος για «ισχύουσες νωπές ρυθμίσεις που τακτοποιούν κάποιους από τους υπηρετούντες με σύμβαση έργου ή με σύμβασή ορισμένου χρόνου. Οι διαδικασίες αυτές βρίσκονται σε εξέλιξη...»), τη συνέχιση, μέχρις ολοκληρώσεως τους, μόνον των ευρισκομένων ήδη σε εξέλιξη κατά το χρόνο εκείνο (δηλ. στις 17.4.2001) διαδικασιών τακτοποίησης συγκεκριμένων κατηγοριών εργαζομένων και όχι ενός αορίστου εν γένει κύκλου ενδιαφερομένων προσώπων (και μάλιστα ανεξάρτητα από το χρόνο σύναψης της αρχικής τους σύμβασης), η πρόθεση του δε αυτή συνδεόταν, προδήλως, με την ανάγκη σταθερότητας των νομικών καταστάσεων εκείνων και μόνον από τους εργαζόμενους με σ.ε. ορισμένου χρόνου οι οποίοι είχαν ήδη υπαχθεί σε νομοθετικές ρυθμίσεις και, επομένως, είχαν - αυτοί και μόνο - την δικαιολογημένη πράγματι πεποίθηση ότι οι εν λόγω νομοθετικές ρυθμίσεις δεν θα ανατραπούν λόγω του γενικού απαγορευτικού κανόνα της μετατροπής των σ.ε. ορισμένου χρόνου σε σ.ε. αορίστου χρόνου τον οποίο εισήγαγε με την αναθεώρηση (τέτοιες ρυθμίσεις αποτελούν τα άρθρα 17 του ν. 2839/2000, 21, παραγρ. 2, του ν. 2738/1999, 32 του ν. 2508/1997 κ.ά.).
Συνεπώς, κατά την γνώμη αυτή, ούτε τα ιστορικά δεδομένα της συνταγματικής αναθεώρησης του 2001 συνηγορούν για μια διασταλτική ερμηνεία της εξαιρετικής διατάξεως του άρθρου 118, παραγρ. 7, του Συντάγματος, ώστε να καταλάβει και νομοθετικές ή κανονιστικές εν γένει ρυθμίσεις τακτοποίησης προσωπικού που δεν είχαν καν προβλεφθεί κατά την θέση σε ισχύ του από 6.4.2001 Ψηφίσματος της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, όπως οι επίμαχες ρυθμίσεις των μεταβατικών διατάξεων του Π.Δ. 164/2004.
Κατ' ακολουθίαν, σύμφωνα με την γνώμη που μειοψήφησε, η μετατροπή διαδοχικών σ.ε. ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, η οποία προβλέπεται στις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004, δεν δύναται να στεγασθεί στην εξαίρεση που απορρέει από την ειδική μεταβατική διάταξη της παραγρ. 7 του άρθρου 118 του Συντάγματος και, επομένως, παραβιάζει την γενική απαγορευτική διάταξη του άρθρου 103, παραγρ. 8 αυτού, εν όψει μάλιστα και του ότι για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, λόγω της καθυστερημένης μεταφοράς της στην εθνική έννομη τάξη, ο εθνικός νομοθέτης είχε, αναμφιβόλως, την ευχέρεια να προβλέψει αποζημίωση υπέρ των καταχρηστικώς απασχοληθέντων με διαδοχικές σ.ε. ορισμένου χρόνου με το Δημόσιο και τα άλλα ν.π. του δημόσιου τομέα, θεσπίζοντας διατάξεις ανάλογες με τις πάγιες ρυθμίσεις των άρθρων 5, 6 και 7 του Π.Δ. 164/2004 ή να λάβει άλλα, κατά την κρίση του, πρόσφορα μέτρα.
Η ΜΕΙΟΝΟΨΗΦΗΣΑΣΑ ΓΝΩΜΗ
Τέλος, κατά την γνώμη της Παρέδρου Π. Καρλή, δεν υφίσταται συνταγματική ανοχή για την τακτοποίηση εργασιακών σχέσεων που προέκυψαν από σύναψη με το Δημόσιο και τα άλλα ν.π. του δημόσιου τομέα αρχικής συμβάσεως ορισμένου χρόνου μετά την θέση σε ισχύ του από 6.4.2001 Ψηφίσματος της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (17.4.2001).
Περαιτέρω, κατά την ίδια γνώμη, δεν δύναται να στεγασθεί στις εξουσιοδοτικές διατάξεις περί προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στο Κοινοτικό Δίκαιο, κατ' επίκληση των οποίων εκδόθηκε το Π.Δ. 164/2004, η τακτοποίηση εργασιακών σχέσεων που δεν είχαν ακόμη προκύψει με σύναψη αρχικής συμβάσεως ορισμένου χρόνου κατά τον χρόνο λήξεως της προθεσμίας συμμορφώσεως προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου (10.7.2002).
Με τα δεδομένα αυτά, το Π.Δ. 164/2004 θα ήταν δυνατόν να προβλέψει, κατά συνταγματική ανοχή, εν όψει και της διατάξεως του άρθρου 118, παραγρ. 7, του Συντάγματος, την μετατροπή σε συμβάσεις αορίστου χρόνου μόνον εκείνων των εργασιακών σχέσεων που είχαν προκύψει από σύναψη αρχικής συμβάσεως ορισμένου χρόνου πριν από την 17.4.2001, υπό την περαιτέρω προϋπόθεση ότι η σχέση ήταν ενεργός κατά την 10.7.2002, ανεξαρτήτως δε του ζητήματος αν η σχέση διατηρήθηκε περαιτέρω μέχρι και την θέση σε ισχύ του εν λόγω Π.Δ. (19.7.2004) που είναι χρόνος τυχαίος, διότι έπεται τη λήξεως της προθεσμίας συμμόρφωσε -ως προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου.
16. ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με την ερμηνεία που δόθηκε στο άρθρο 118, παραγρ. 7, του Συντάγματος από την κρατήσασα γνώμη, όλοι οι προβαλλόμενοι λόγοι ακυρώσεως περί αντισυνταγματικότητας του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004 είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, όπως και η αίτηση στο σύνολό της.
Α.Π. 107/2006 (Τμ. Β2' Πολ.)
Προεδρεύων: ΧΡΗΣΤ. ΜΠΑΛΝΤΑΣ, Αντιπρόεδρος
Εισηγητής: ΗΛ. ΓΙΑΝΝΑΚΑΚΗΣ, Αρεοπαγίτης
Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, που απορρέει από το άρθρο 288 Α.Κ. και στηρίζεται στα άρθρα 22, παραγρ. 1, του Συντάγματος και 119 της Συνθήκης της Ε.Ο.Κ., επιβάλλει στον εργοδότη, όταν προβαίνει σε οικειοθελή παροχή σε ορισμένους εργαζόμενους, να μην εξαιρεί άλλους μισθωτούς του, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία, έχουν τα ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και παρέχουν κάτω από τις ίδιες εργασιακές συνθήκες τις ίδιες υπηρεσίες, εκτός αν η εξαίρεση είναι, κατά την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών, δίκαιη και εύλογη,
Βασική προϋπόθεση για την εφαρμογή της ανωτέρω αρχής εί ναι η παροχή του εργοδότη να είναι εκούσια ή οικειοθελής, δηλα δή να χορηγείται από δική του πρωτοβουλία και χωρίς να υπάρχει σχετική υποχρέωση.
Αν ο εργοδότης έχει υποχρέωση από διάταξη νόμου ή από όρο σ.σ.ε. ή Δ.Α. να χορηγήσει κάποια παροχή σε ορισμένους μισθωτούς, δεν πρόκειται για οικειοθελή παροχή και η εξαίρεση από αυτή άλλων μισθωτών που τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες δεν παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης.
Επίσης, δεν παραβιάζεται η ίδια αρχή, όταν οι εξαιρούμενοι από την παροχή εργαζόμενοι ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία και δεν έχουν τα ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, έστω και αν παρέχουν εργασία ανάλογης ή ίσης αξίας, που τείνει στην εξυπηρέτηση των ίδιων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του εργοδότη.
Α.Π. 153/2006 (Τμ. Β1 Πολ.)
Προεδρεύων: Θ. ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΣ, Αντιπρόεδρος
Εισηγητής: Ι. ΔΑΒΙΛΛΑΣ, Αρεοπαγίτης
ΕΠΕΙΔΗ, με τις κατατεθείσες εμπροθέσμως, σύμφωνα με το άρθρο 570, παραγρ. 1, Κ.Πολ.Δ., έγγραφες προτάσεις του αναιρεσίβλητου προβάλλεται ο ισχυρισμός, ότι η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, διότι η αρχική Α.Τ.Ε. «Ε.» - η οποία συγχωνεύτηκε με απορρόφηση από την ήδη παριστάμενη Α.Ε. «Τ.Π.», κατόπιν της Κ2- 15289/16.12.2003 εγκριτικής απόφασης του Υπ. Ανάπτυξης (Φ.Ε.Κ. 13322/17.12.2003 Τ. Α.Ε. & Ε.Π.Ε.)-αποδέχθηκε την προσβαλλόμενη απόφαση, με την υπ' αριθμ. 23/16.10.2002 πράξη της Διοικήσεως αυτής, με την οποία απένειμε στον αναιρεσίβλητο τον 2ο Α.Τ. βαθμό (εκτός οργανικών θέσεων) με VALEUR από 5.4.1992, σύμφωνα με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ανεξάρτητα όμως από το γεγονός, ότι με την ανωτέρω πράξη της αρχικής αναιρεσείουσας αναγνωρίστηκε απλώς το αποτέλεσμα της προσβαλλόμενης τελεσίδικης αποφάσεως, και είχε ήδη επέλθει σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 1082/1980, ώστε να μη μπορεί να συναχθεί από την πράξη αυτή εκούσια αποδοχή της άνω αποφάσεως (Α.Π. 2/1998), ο παραπάνω ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος προεχόντως διότι, όπως προκύπτει από την προαναφερόμενη πράξη, η αρχική αναιρεσείουσα συμμορφώθηκε προς την προσβαλλόμενη απόφαση με την ρητή επιφύλαξη κάθε νομίμου δικαιώματος της από την άσκηση αίτησης αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, αφού απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και δέχθηκε την αντέφεση του αναιρεσίβλητου (καθόσον αφορά το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης), εξαφάνισε (για την ενότητα της εκτέλεσης) την πρωτόδικη απόφαση και αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα όφειλε να προαγάγει τον αναιρεσίβλητο στον 2ο βαθμό από 5.4.1992, υπολογίζοντας την δεκαετία με βάση την VALEUR.
Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο παραβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή, τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 37, παραγρ. 2, του Κανονισμού της αναιρεσείουσας, που εφαρμόζεται υπό τις παραπάνω παραδοχές, αφού αυτές απαιτούν δεκαετή, πραγματική και βεβαιωμένα ευδόκιμη, υπηρεσία - εννοείται εν ενεργεία υπαλλήλου - στον αυτό βαθμό, χωρίς μεταφορά της VALEUR.
Διότι, όπως η αναιρεσείουσα προέβαλε, πρωτοδίκως και κατ' έφεση, η προαναφερθείσα (10083/1996) απόφαση για τη Θεμελίωση της κρίσης της για την προαγωγή του αναιρεσίβλητου στον 3ο βαθμό έλαβε υπόψη και συνέκρινε αυτόν με τον προαχθέντα στον 3ο βαθμό «Γ. Τ.» κατά τις προαγωγικές κρίσεις που πραγματοποιήθηκαν από το Δ.Σ. της αναιρεσείουσας Τράπεζας την 16.2.1994. Όπως συμβαίνει σε όλες ανεξαιρέτως τις προαγωγές των υπαλλήλων, η VALEUR του βαθμού αυτού ανέτρεξε στο χρονικό σημείο συμπλήρωσης διετίας από την VALEUR του προηγούμενου βαθμού.
Η ρύθμιση αυτή εξαντλείται μόνο στα οικονομικά αποτελέσματα και συγκεκριμένα στην αναδρομική καταβολή μισθολογικών διαφορών μεταξύ των δύο βαθμών (4ου και 3ου) ανεξάρτητα από το χρόνο κτήσης του βαθμού. Σε εφαρμογή δε της απόφασης (10083/1996) από το Δ.Σ. εκδόθηκε για τον «Γ.Τ.» η 59/24.2.1994 Πράξη Διοίκησης, οπότε, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις (άρθρου 37, παραγρ. 2, εδάφ. α' και δ', Κανονισμού), η δεκαετής παραμονή του αναιρεσίβλητου στον 3ο βαθμό υπολογίζεται από την 24.2,1994, ημερομηνία που εκδόθηκε η πράξη διοίκησης με την οποία προήχθη ο «Γ.Τ.», κατά παράλειψη του αναιρεσίβλητου και αφετηρία για τον υπολογισμό της δεκαετούς πραγματικής υπηρεσίας ήταν η 31.12.1993. Αν ο αναιρεσίβλητος δεν είχε αποχωρήσει εκούσια - υπέβαλε την από 5.12.1995 αίτηση υπαγωγής στην εθελουσία αποχώρηση που είχε εφαρμόσει η Τράπεζα, η οποία έγινε δεκτή με την 190/27.12.1995 Πράξη της Διοίκησης και έκτοτε αποκόπηκε οριστικά η συμβατική του σχέση με την Τράπεζα και έχει υπαχθεί στον ασφαλιστικό φορέα των συνταξιούχων της {ΤΑΠ -ΕΤΒΑ) - μόλις την 31.12.2003 θα συμπλήρωνε μία δεκαετία πραγματικής υπηρεσίας στο βαθμό.
Επομένως, ο πρώτος (α' σκέλος), από το άρθρο 559, αριθμ. 1, Κ.Πολ.Δ., λόγος του κυρίου δικογράφου και ο μοναδικός των προσθέτων είναι βάσιμοι, παρέλκουσας έτσι της έρευνας των λοιπών λόγων, και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Μετά την αναίρεση όμως της αποφάσεως για τον παραπάνω λόγο, δεν υπάρχει δικονομικώς στάδιο για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως ενόψει των διατάξεων του άρθρου 380, παραγρ. 3 και 4, του Κ.Πολ.Δ., γι' αυτό παρέλκει η παραπομπή αυτής στο ίδιο ή άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο και πρέπει για λόγους οικονομίας της δίκης, να γίνει δεκτή η από 10.10.2001 έφεση της εναγομένης και να απορριφθεί η ασκηθείσα με τις προτάσεις αντέφεση του ενάγοντος, προκειμένου να απορριφθεί η ένδικη αγωγή από τον Α.Π. (Ολ. Α.Π. 25/2001).
Α . Π . 117/2006 ( Τμ . Β 1' Πολ .)
Προεδρεύων : Θ . ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΣ , Αντιπρόεδρος
Εισηγητής : ΕΜΜ . ΚΑΛΟΥΔΗΣ , Αρεοπαγίτης
ΕΠΕΙΔΗ , από το άρθρο 2, εδάφ. α', της Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας της Ουάσινγκτον, που κυρώθηκε με το ν. 2269/1920, κατά την οποία το νόμιμο καθ' ημέρα και εβδομάδα ωράριο εργασίας των μισθωτών δεν εφαρμόζεται επί προσώπων που κατέχουν θέση εποπτείας και διεύθυνσης ή εμπιστευτική, προκύπτει, ότι δεν υπόκεινται στις περί χρονικών ορίων διατάξεις του νόμου οι υπάλληλοι μεγάλων επιχειρήσεων, οι οποίοι λόγω των εξαιρετικών προσόντων και της προς αυτούς εμπιστοσύνης του εργοδότη, ασκούν καθήκοντα γενικότερης διεύθυνσης των υποθέσεων της επιχειρήσεως του εργοδότη ή σημαντικού τομέα αυτής, κατά τρόπον ώστε να επηρεάζουν αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχειρήσεως, και να διακρίνονται σαφώς από τους άλλους υπαλλήλους.
Ειδικότερα , ασκούν έναντι των άλλων υπαλλήλων πολλά από τα δικαιώματα του εργοδότη , όπως είναι το δικαίωμα πρό σληψης και απόλυσης του προσωπικού της επιχειρήσεως ή η ανάληψη ποινικών ευθυνών για την τήρηση των εργατικών νό μων , επέχουν έναντι αυτού θέση εργοδότη και συνήθως αμεί βονται με μισθό σημαντικά ανώτερο από εκείνον με τον οποίο αμείβονται οι άλλοι υπάλληλοι . Τα πρόσωπα αυτά , αφού δεν υπόκεινται στα ισχύοντα όρια για το χρόνο παροχής της εργα σίας , δεν δικαιούνται αμοιβή και προσαυξήσεις για υπερεργα σιακή ή υπερωριακή απασχόληση.
Είναι συνεπώς φανερό , ότι η αναιρεσίβλητη είχε αναθέσει στον αναιρεσείοντα καθήκοντα γενικότερης διεύθυνσης ενός ιδιαίτερα σημαντικού τομέα της , όπου η δράση του χαρακτηρίζεται επιτελική , διότι επηρέαζε κατά τα προαναφερόμενα, αποφασιστι κά , τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχείρησης.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω και με βάση τους κανόνες της καλής πίστης, της κοινής πείρας και λογικής ο αναιρεσείων κατείχε στην αναιρεσίβλητη θέση διευθυντική και παρότι εξακολουθούσε να είναι μισθωτός, εξαιρείται από την εφαρμογή των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας περί των χρονικών ορίων εργασίας.
Ενόψει αυτών το Εφετείο έκρινε, ότι ο αναιρεσείων δεν δικαιούται αμοιβή για υπερεργασία και παράνομη υπερωριακή απασχόληση και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή του.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες διατάξεις της Διεθνούς Συμβάσεως της Ουάσινγκτον , διότι σύμφωνα με τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ανέλεγκτα, ο αναιρεσείων δεν κατείχε θέση εποπτείας ή διευθύνσεως ή εμπιστοσύνης, αφού δεν γίνεται δεκτό ότι αυτός α ) επηρέαζε αποφασιστικά, την κατεύθυνση και την εξέλιξη της επιχείρησης ως προς τους οικονομικούς στόχους της και όχι μόνο ως προς την επικοινωνία της με το κοινό, β ) ασκούσε τα δικαιώματα του εργοδότη έναντι του όλου ή σημαντικού μέρους του προσωπικού της αναιρεσίβλητης με αρμοδιότητα πρόσληψης και απόλυσης αυτού, και ενεργούσε έναντι των μισθωτών, αντί του εργοδότη, γ ) επωμιζόταν ποινικές ευθύνες για την τήρηση των διατάξεων που έχουν θεσπιστεί προς το συμφέρον των εργαζομένων, δ ) λάμβανε σημαντικές αποφάσεις για την επίτευξη των σκοπών της επιχείρησης και ε ) εκπροσωπούσε την εταιρεία (μέσα στα πλαίσια του τομέα του) έναντι των Δημοσίων Αρχών και τρίτων ιδιωτών.
Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί κατά τους βάσιμους σχετικούς από το άρθρο 559, παράγρ. 1, του Κ.Πολ.Δ. πρώτο, δεύτερο και τρίτο (όπως ο τελευταίος εκτιμάται) λόγους του αναιρετηρίου και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580, παράγρ. 3, του Κ. Πολ. Δ.).
Α . Π . 1420/2006 ( Τμ . Β 2 Πολ .)
Προεδρεύων : ΧΡ . ΜΠΑΛΝΤΑΣ , Αντιπρόεδρος
Εισηγητής : ΗΛ . ΓΙΑΝΝΑΚΑΚΗΣ , Αρεοπαγίτης
Από τα άρθρα 669, παρ . 2, του Α . Κ ., 1 του ν . 2112/1920 και 1 και 5 του ν . 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 Α . Κ ., δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρ θρα 174 και 180 του Α. Κ .
Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη, που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά). Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 Α . Κ., για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους - που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος - εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλει το άρθρο 281 Α . Κ.
Κατά την έννοια του εδαφίου α' του άρθρου 2 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ουάσιγκτον «περί περιορισμού των ωρών εργασίας εν ταις βιομηχανικαίς επιχειρήσεις», που κυρώθηκε με το ν. 2269/1920, ως πρόσωπα τα οποία κατέχουν θέσεις εποπτείας ή διευθύνσεως ή εμπιστοσύνης, επί των οποίων κατά τη σύμβαση αυτή δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις αυτής, θεωρούνται εκείνα στα οποία, ως εκ των εξαιρετικών προσόντων τους ή της ιδιάζουσας εμπιστοσύνης του- εργοδότη προς αυτά, ανατίθενται καθήκοντα γενικότερης διευθύνσεως όλης της επιχειρήσεως ή σημαντικού τομέα αυτής και εποπτείας του προσωπικού, κατά τρόπο ώστε όχι μόνο να επηρεάζουν αποφασιστικώς τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχειρήσεως, αλλά και να διακρίνονται εμφανώς από τους άλλους υπαλλήλους, λόγω της ασκήσεως των δικαιωμάτων του εργοδότη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η πρόσληψη και η απόλυση του προσωπικού, έναντι του οποίου επέχουν θέση εργοδότη, διαθέτουν πρωτοβουλία και ανεξαρτησία υψηλού βαθμού, έστω και αν είναι υποχρεωμένοι να συμμορφώνονται με τις διατάξεις νόμων, σχέδια και πλαίσιο γενικών καθοδηγητικών γραμμών, και επωμίζονται ενίοτε και ποινικές ευθύνες για την τήρηση των διατάξεων, που έχουν θεσπισθεί προς το συμφέρον των εργαζομένων, αμειβόμενοι δε συνήθως με μισθό, ο οποίος υπερβαίνει κατά πολύ τα νόμιμα ελάχιστα όρια και τις καταβαλλόμενες στους λοιπούς υπαλλήλους αποδοχές.
Γι' αυτό και τα ως άνω πρόσωπα, αν και δεν παύουν να είναι μισθωτοί, εξαιρούνται της εφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας περί χρονικών ορίων εργασίας, εβδομαδιαίας αναπαύσεως, αποζημιώσεως ή προσαυξήσεως για την υπερωριακή ή κατά τις Κυριακές και εορτές εργασία, καθώς και περί χορηγήσεως κατ' έτος στους μισθωτούς αδειών με αποδοχές, οι οποίες είναι ασυμβίβαστες προς την εξέχουσα θέση τους και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβαν με τη σύμβαση τους, η δε εξαίρεση αυτή αντισταθμίζεται με τις καταβαλλόμενες σε αυτούς αυξημένες αποδοχές.
Η έννοια δε της διευθυντικής θέσεως, ανεξαρτήτως του αν ο εργαζόμενος έχει ή όχι τον τίτλο του κατόχου αυτής, προσδιορίζεται με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστεως και της κοινής πείρας και της λογικής από τη φύση και το είδος των παρεχομένων υπηρεσιών, που κρίνονται ενιαίως, καθώς και από την ιδιάζουσα σχέση εκείνου, ο οποίος τις παρέχει τόσο προς τον εργοδότη όσο και προς τους λοιπούς εργαζομένους.
εκ μόνου του λόγου, ότι δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, ούτε εκ του ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτήν ο εργοδότης ήταν αναληθείς, αλλά πρέπει να υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια.
Α . Π. 704/2006 ( Τμ . Β 2' Πολ .)
Προεδρεύων : ΧΡΗΣΤ . ΜΠΑΛΝΤΑΣ , Αντιπρόεδρος
Εισηγητής : ΑΘ . ΘΕΜΕΛΗΣ , Αρεοπαγίτης
Από τα άρθρα 669, παράγρ . 2, Α . Κ ., 1 του ν . 2112/1920 και 1 και 5, ν . 3198/1955 προκύπτει, ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 Α. Κ.., δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων, που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 Α . Κ .
Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου.
Δεν συντρέχει , όμως , περίπτωση , καταχρηστικής καταγγε λίας εκ μόνου του λόγου ότι δεν υπάρχει γι ' αυτή κάποια αιτία , αφού , ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ ' υπέρβαση των ορίων του όρθρου 281 Α . Κ . για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως κα ταχρηστική , δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέσθηκε γι ' αυτήν ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αι τία , αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώ ματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 Α . Κ .
Επομένως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο από το άρθρο 559, αριθμ. 1 και 19, Κ . Πολ . Δ . λόγος αναίρεσης ως προς τα μέρη του α, β, γ και δ.
Με τον ίδιο αυτό λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559, αριθμ. 1 και 19, Κ. Πολ. Δ., κατά το μέρος Ε', προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο απέρριψε τον αγωγικό ισχυρισμό ότι η αναιρεσίβλητη, κατά την άσκηση του δικαιώματος της, αντί να καταφύγει στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας και να απολύσει τον αναιρεσείοντα, είχε την υποχρέωση να τον τοποθετήσει σε άλλη θέση, δεχόμενο, με την προσβαλλόμενη, ότι τέτοια υποχρέωση δεν είχε η αναιρεσίβλητη ενόψει της μη ικανοποιητικής απόδοσης του αναιρεσείοντος.
Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α. Κ., αφού διέλαβε τις άνω πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες στην προσβαλλομένη απόφαση, ενόψει δε της κατά τις ανέλεγκτες αυτές παραδοχές, αδυναμίας του αναιρεσείοντος να ανταποκριθεί στα εργασιακά του καθήκοντα, η μη τοποθέτηση αυτού σε άλλη θέση και η εκ μέρους της αντιδίκου του καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως δεν παρίσταται για το λόγο αυτό καταχρηστική.
Επομένως, πρέπει και κατά τούτο να απορριφθεί ως αβάσιμος ο λόγος αυτός.
Α.Π. 154/2006 (Τμ. Β1' Πολ.)
Προεδρεύων: Θ. ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΣ, Αντιπρόεδρος
Εισηγητής: ΙΩΑΝ. ΔΑΒ1ΑΑΑΣ, Αρεοπαγίτης
2. ΕΠΕΙΔΗ, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Κωδ. ν. 551/1915, που εφαρμόζεται και στη ναυτική εργασία, ατύχημα από βίαιο συμβάν κατά την εκτέλεση ή με αφορμή την παροχή εργασίας είναι και η νόσος του εργαζομένου, εφόσον προήλθε όχι από τη βαθμιαία εξασθένηση και φθορά του οργανισμού του, ακόμη και αν αυτή οφείλεται στους δυσμενείς μεν, συνηθισμένους όμως και σύμφυτους προς την παροχή της όρους της εργασίας, αλλά από έκτακτη και αιφνίδια επενέργεια κάποιου εξωτερικού αιτίου. Τούτο συμβαίνει είτε όταν κατά την εκτέλεση της εργασίας διαμορφώθηκαν εκτάκτως δυσμενείς συνθήκες, που δεν είναι συμφυείς προς τους συνηθισμένους όρους παροχής της, είτε όταν η απασχόληση του εργαζομένου εξακολούθησε, έστω και υπό κανονικές συνθήκες, μετά την εκδήλωση της νόσου, με αποτέλεσμα της επιδείνωση της, αφού στην τελευταία περίπτωση ο εργοδότης, που οφείλει να ρυθμίζει τα της εργασίας έτσι ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζομένου, δεν μπορεί να αξιώσει τη συνέχιση της απασχόλησης του και αν δεν τον θέσει εκτός υπηρεσίας, οι συνθήκες παροχής της εργασίας αποβαίνουν εξαιρετικές και ασυνήθιστα δυσμενείς, προσλαμβάνοντας έτσι τον χαρακτήρα του βίαιου συμβάντος (Ολ. Α.Π. 937/1975).
Στην τελευταία περίπτωση, άρα, βασική προϋπόθεση για την μετατροπή των κανονικών συνθηκών εργασίας σε ασυνήθιστες και εξαιρετικά δυσμενείς, μετά την εκδήλωση της νόσου του εργαζομένου, είναι η παραβίαση της έναντι αυτού υποχρεώσεως πρόνοιας του εργοδότη και γι' αυτό ακριβώς δεν υπάρχει τέτοια παραβίαση και συνακόλουθα εργατικό ατύχημα με την παραπάνω έννοια, όταν ο εργοδότης δεν γνωρίζει, ούτε αγνοεί υπαίτια ότι ο εργαζόμενος είναι ασθενής και γενικότερα ότι η κατάσταση της υγείας του δεν επιτρέπει την εξακολούθηση της απασχολήσεως του (Α.Π. 944/2001, 528/1997, 226/1987).
Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά - συνεχίζει το Εφετείο - αποδεικνύεται, ότι ο αναιρεσείων όχι μόνο απέκρυψε από τους αναιρεσίβλητους, ότι έπασχε από σακχαρώδη διαβήτη, αλλά και μετά την εκδήλωση επιπλοκών στην υγεία του (από τον σακχαρώδη διαβήτη) στα τέλη Μαρτίου του 2000 εξακολούθησε να παρέχει την συμφωνημένη με την σύμβαση εργασία του, εν αγνοία των αναιρεσιβλήτων, αν και είχε τη δυνατότητα να ζητήσει και να εισαχθεί προς νοσηλεία σε νοσοκομείο στο Χιούστον του Τέξας των Η.Π.Α., μέχρις ότου η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε θεαματικά, με αποτέλεσμα να εισαχθεί στο ως άνω νοσοκομείο στη Νικαράγουα, Η πρώτη αναιρεσίβλητη, αγνοούσα πληροίς την υφιστάμενη κατάσταση της υγείας του αναίρεσε Ιόντος, δεν είχε την δυνατότητα να απαλλάξει αυτόν από τα καθήκοντα του ευθύς αμέσως μετά την εμφάνιση των ως άνω διαβητικών επιπλοκών.
Με βάση αυτές τις παραδοχές το Εφετείο έκρινε, ότι η τύφλωση του αναιρεσείοντος και η εξ αυτής μόνιμη ολική (άνω του 67%) ανικανότητα του προς εργασία, που αυτός υπέστη κατά την εκτέλεση της εργασίας του στο ως άνω πλοίο, δεν οφείλεται σε αιφνίδιο και απρόβλεπτο εξωτερικό γεγονός ξένο προς τον οργανισμό του, αλλά σε προϋπάρχουσα πάθηση του (σακχαρώδη διαβήτη) η οποία εκδηλώθηκε επιδεινούμενη κάτω από συνθήκες σύμφυτες και προσιδιάζουσες στη φύση της εργασίας του Πλοιάρχου και των παράλληλων καθηκόντων του Ανθυποπλοιάρχου που ανέλαβε με τη ναυτολόγηση του να εκτελέσει, και, επομένως, δεν μπορεί κατά το ν. 551/1915, να χαρακτηριστεί, ότι είναι απότοκος εργατικού ατυχήματος. Μετ' απόρριψη δε της έφεσης του, και ως προς το πρώτο κεφάλαιο της ένδικης αγωγής που αφορά αποζημίωση του αναίρεσε ιόντος από το επικαλούμενο ως άνω εργατικό ατύχημα, επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση που έκρινε όμοια και την απέρριψε κατά τούτο.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 288, 662, Α.Κ. και 1 του ν. 551/1915, αφού υπό τα δεκτά γενόμενα περιστατικά οι αναιρεσίβλητοι αγνοούσαν την ανωτέρω νόσο του αναιρεσείοντος και την επιδείνωση της και δεν παραβίασαν γι' αυτό την έναντι του πλοιάρχου υποχρέωση πρόνοιας αυτών, ώστε να υπάρχει εργατικό ατύχημα με την προεκτεθείσα έννοια. σαφείς αιτιολογίες στα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα της παραλείψεως του αναιρεσείοντος πλοιάρχου να γνωστοποιήσει στους αναιρεσίβλητους εργοδότες του την προϋπάρχουσα της ναυτολογήσεώς του νόσο κατά την αρχική ιατρική εξέταση του ή αμέσως μετά την εκδήλωση των συμπτωμάτων επιδεινώσεως αυτής και της άγνοιας από τους αναιρεσίβλητους της καταστάσεως της υγείας του μέχρι της εισαγωγής του στο νοσοκομείο της Νικαράγουας και της ειδοποιήσεως αυτών από τον Α' μηχανικό του πλοίου.
Επομένως, οι σχετικοί πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος, από το άρθρο 559, αριθμ. 1 και 19, του Κ.Πολ.Δ., λόγοι της αναιρέσεως με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Εφετείο Λάρισας
Αριθ. απόφασης: 120/2006
Πρόεδρος: Μιχ. Θεοχαρίδης, Εισηγητής: Χριστόφορος Κοσμίδης
Δικηγόροι: Θεοφ. Κώτσιος, Ζωή Ζιούρκα
Σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 5 του Ν. 1264/82, είναι άκυρη η καταγγελία της σύμβασης: α) των μελών της διοίκησης συνδικαλιστικής οργάνωσης, β) των μελών προσωρινής διοίκησης που ορίζει το δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 69 Α.Κ., γ) των μελών της διοίκησης που εκλέγονται προσωρινά κατά την ίδρυση συνδικαλιστικής οργάνωσης.
• Απαγορεύεται η απόλυση συνδικαλιστικών στελεχών, εκτός εάν συντρέχει ένας από τους λόγους που περιοριστικώς αναφέρονται στην παρ. 10 του άρθρου 14 και εφόσον η συνδρομή του διαπιστωθεί κατά τη διαδικασία που καθορίζεται στο άρθρο 15 του ίδιου νόμου.
• Εάν δεν τηρηθεί η διαδικασία αυτή, την οποία οφείλει να κινήσει ο εργοδότης με αίτησή του προς την αρμόδια επιτροπή προστασίας συνδικαλιστικών στελεχών, η εκ μέρους του καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι άκυρη και θεωρείται ότι δεν έχει συντελεστεί (άρθρο 180 Α.Κ.).
[...] 2. Σύμφωνα με το άρθρο 14, παρ.5 του Ν. 1264/1982 "Για τον εκδημοκρατισμό του Συνδικαλιστικού Κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων" είναι άκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας: α) των μελών της διοίκησης, σύμφωνα με το άρθρο 92 ΑΚ, συνδικαλιστικής οργάνωσης, β) των μελών της προσωρινής διοίκησης, σύμφωνα με το άρθρο 79 ΑΚ, συνδικαλιστικής οργάνωσης, που διορίζει το δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 69 του ΑΚ και γ) των μελών της διοίκησης που εκλέγονται προσωρινά κατά την ίδρυση συνδικαλιστικής οργάνωσης. Η απαγόρευση ισχύει κατά τη διάρκεια της θητείας και ένα χρόνο μετά τη λήξη της, εκτός αν συντρέχει ένας από τους λόγους της παρ. 10 και διαπιστωθεί κατά τη διαδικασία του άρθρου 15 [του ίδιου νόμου]. Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες θεσπίστηκε ιδιαίτερη προστασία των συνδικαλιστικών στελεχών ως προς την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη, σε συνδυασμό με τη γενική αρχή της καλής, συναλλακτικής πίστεως, προκύπτει ότι κατ αρχήν απαγορεύεται η απόλυση συνδικαλιστικών στελεχών, εκτός εάν συντρέχει ένας από τους λόγους, που περιοριστικώς αναφέρονται στην παρ.10 του εν λόγω άρθρου 14 και εφόσον η συνδρομή του διαπιστωθεί κατά τη διαδικασία, που καθορίζεται στο άρθρο 15 του ιδίου νόμου [όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 25 του Ν. 1545/1985]. Εάν δεν τηρηθεί η διαδικασία αυτή, την οποία οφείλει να κινήσει ο εργοδότης με αίτησή του προς την αρμόδια επιτροπή προστασίας συνδικαλιστικών στελεχών, η εκ μέρους αυτού καταγγελία της συμβάσεως εργασίας είναι άκυρη και θεωρείται ότι δεν έχει συντελεσθεί (ΑΚ 180). Ο εργοδότης, αρνούμενος μετά την άκυρη καταγγελία να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του συνδικαλιστικού στελέχους, περιέρχεται σε υπερημερία, εξακολουθεί να οφείλει τις νόμιμες αποδοχές στο μισθωτό και είναι υποχρεωμένος να τον απασχολεί πραγματικά, μέχρις ότου η σύμβαση εργασίας καταγγελθεί με νόμιμο τρόπο. Για την προστασία αυτή απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής προκειμένου αυτό να είναι πλήρως ορισμένο και παραδεκτό: α) η ύπαρξη έγκυρης σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) η συνδρομή συγκεκριμένου λόγου, από αυτούς που αναφέρονται στο νόμο, για τον οποίο ο μισθωτός προστατεύεται ως συνδικαλιστικό στέλεχος, γ) η εκ μέρους του εργοδότη, κατά το χρόνο της καταγγελίας, γνώση των περιστάσεων που συνιστούν το λόγο αυτό και ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο αυτή παρήχθη και δ) η περαιτέρω δυνατότητα του εργοδότη για πραγματική απασχόληση του μισθωτού, στη θέση εργασίας για την οποία τον είχε προσλάβει (βλ. ΟλΑΠ 26/88 [Α. Σιούλας] ΕλλΔνη 30[1989].531 = ΕΕργΔ 48[1989].23, ΑΠ 957/04 [Π. Βούλγαρης] ΤραπΝομΠληρ ΝΟΜΟΣ = ΕΕργΔ 64[2005].152, ΑΠ 455/04 [Γ. Αμελαδιώτης] ΤραπΝομΠληρ ΝΟΜΟΣ = ΕΕργΔ64[2005].586).
3. Στην αγωγή, ο ενάγων εκθέτει ότι, την 3/1/2004, η εναγομένη τον προσέλαβε, με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπάλληλο υποδοχής στο ξενοδοχείο, το οποίο διατηρεί στη Λ., με τις εκάστοτε νόμιμες αποδοχές. Ότι την 7/3/2004, η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας, αρχικώς με προφορική δήλωση που διαβιβάσθηκε προς αυτόν δια μέσου υπαλλήλου της και κατόπιν με έγγραφο, το οποίο φέρει την εν λόγω ημερομηνία και επιδόθηκε προς αυτόν την 15/3/2004. Ότι, την 9/3/2004, αυτός προσέφυγε, διαμαρτυρόμενος, στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, όπου, κατά τη συζήτηση που έγινε, μετά από αναβολή, την 16/3/2004, δήλωσε προς τον αρμόδιο υπάλληλο και τον αντιπρόσωπο της εναγομένης ότι αποκρούει την απόλυσή του ως άκυρη, διότι αυτός είναι μέλος του επταμελούς διοικητικού συμβουλίου της τοπικής, συνδικαλιστικής οργάνωσης ξενοδοχοϋπαλλήλων και η εναγομένη δεν είχε ακολουθήσει τη νόμιμη διαδικασία για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας. Ότι από την Επιθεώρηση Εργασίας συστήθηκε η εκ νέου, πραγματική απασχόληση του ενάγοντος, αλλά η εναγομένη αρνήθηκε να δεχθεί τις υπηρεσίες του και κατέστη υπερήμερη, ως εργοδότης, ενώ, συγχρόνως, με τις ενέργειες αυτές, προσέβαλε την προσωπικότητά του. Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζητεί α) την άμεση επαναπρόσληψή του στην υπηρεσία της εναγομένης, β) την καταβολή των νομίμων αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 1/3/2004 μέχρι την άσκηση της αγωγής, τις οποίες υπολογίζει συνολικώς στο ποσό των 3.866,32 ευρώ (σύμφωνα με περιορισμό του αρχικού αιτήματος, ο οποίος γίνεται με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου), γ) την καταβολή 1.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, που προκάλεσε σ αυτόν η άκυρη απόλυση και δ) άλλως και επικουρικώς, την καταβολή 903,69 ευρώ ως αποζημίωση λόγω απολύσεως. Τα ως άνω αιτήματα του ενάγοντος συνδέονται με το κύρος της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, το οποίο αυτός αμφισβητεί εκ προοιμίου. Για την ακυρότητα της καταγγελίας, στη συγκεκριμένη περίπτωση, προβάλλεται ως λόγος η εκ μέρους της εναγομένης παράλειψη των διατυπώσεων που επιβάλλονται για την προστασία των συνδικαλιστικών στελεχών. Ενώ, όμως, ο ενάγων επικαλείται την ιδιότητά του αυτή, δεν αναφέρει στην αγωγή την από πλευράς εναγομένης γνώση της εν λόγω ιδιότητας, η οποία [γνώση] αποτελεί αναγκαία (ως "αυτονόητη" χαρακτηρίζεται από την πλειοψηφία της ΟλΑΠ 26/88, ό.π.) προϋπόθεση για την επιβολή σ αυτήν του βάρους να κινήσει εγκαίρως [πριν από την επιχείρηση της καταγγελίας] τη διαδικασία ενώπιον της αρμόδιας επιτροπής προστασίας συνδικαλιστικών στελεχών. Και ακόμη, δεν περιγράφει τον τρόπο, με τον οποίο επήλθε η γνώση αυτή [την οποία, εν προκειμένω, ο ενάγων δεν επικαλείται] προκειμένου τα σχετικά περιστατικά να καταστούν αντικείμενο αποδείξεως από τον ίδιο και να παρασχεθεί στην εναγομένη η δυνατότητα απαντήσεως και ανταποδείξεως. Η έλλειψη αυτή, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας, καθιστά την αγωγή αόριστη και ως εκ τούτου απαράδεκτη (ΚΠολΔ 111 παρ. 2, 216 παρ. 1), πρωτίστως μεν ως προς τα τρία κύρια αιτήματα αυτής, τα οποία έχουν ευθέως, ως προαπαιτούμενο, την ακυρότητα της καταγγελίας, δευτερευόντως, όμως, και ως προς το επικουρικό αίτημα, η παραδοχή του οποίου προϋποθέτει έγκυρη καταγγελία και, επομένως, κατ ουσίαν αποκλεισμό των περιστάσεων που στηρίζουν την ακυρότητα αυτής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση, αν και είπε, την εκ μέρους της εναγομένης γνώση της συνδικαλιστικής ιδιότητας του ενάγοντος, προϋπόθεση των ενδίκων δικαιωμάτων, δεν την απαίτησε ως αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, εφάρμοσε εσφαλμένως τις διατάξεις που αναφέρθηκαν. Επομένως, με παραδοχή του μοναδικού λόγου της εφέσεως, πρέπει αυτή να γίνει δεκτή ως ουσιαστικώς βάσιμη. Η εκκαλουμένη απόφαση πρέπει να εξαφανισθεί και το Δικαστήριο αυτό, κρατώντας την υπόθεση, πρέπει να δικάσει εκ νέου την αγωγή (ΚΠολΔ 535 παρ. 1) και να την απορρίψει ως απαράδεκτη στο σύνολό της.
Εφετείο Λαρίσης
Αριθ.απόφασης: 23/2006
Δικαστής: Ζήσης Βασιλόπουλος
Μέλη: Νικ. Μπιχάκης και Αθαν. Τύμπας
Ο δανεισμός πρέπει να γίνει με συναίνεση, ρητή ή σιωπηρή του μισθωτού, να έχει προσωρινό χαρακτήρα και η επιχείρηση του νέου εργοδότη να είναι διαφορετική από εκείνη του αρχικού. Με την παραχώρηση διακόπτεται προσωρινά ο ενοχικός δεσμός μεταξύ αρχικού εργοδότη και εργαζόμενου, ο δε δεύτερος εργοδότης ασκεί στο χρόνο του δανεισμού το διευθυντικό δικαίωμα και κάθε μεταβολή των όρων εργασίας συνιστά βλαπτική μεταβολή. Υπόχρεος για την καταβολή του μισθού παραμένει ο πρώτος εργοδότης, αλλά μπορεί να συμφωνηθεί να καταβάλει το μισθό ή μέρος αυτού ο δεύτερος εργοδότης, με τη μορφή της σωρευτικής ή στερητικής αναδοχής χρέους ή με τη μορφή του απλού εντολοδόχου του αρχικού εργοδότη. Ο δεύτερος εργοδότης βαρύνεται για αξιώσεις του μισθωτού για παράνομη υπερωριακή απασχόληση ή από άλλη αιτία, που δεν αφορά τον πρώτο εργοδότη και η υποχρέωση πρόνοιας επεκτείνεται και στο δεύτερο εργοδότη, ο οποίος έχει αυτοτελή ευθύνη για τις δικές του παραβιάσεις των μέτρων ασφάλειας και υγιεινής του μισθωτού.
[...] Με την κρινόμενη αγωγή, για την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, ο ενάγων εκθέτει ότι προσλήφθηκε από την εναγόμενη εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπεύθυνος πωλήσεων με το νόμιμο μισθό. Ότι κατά την εκτέλεση της εργασίας του την 19/4/2002 υπέστη το λεπτομερώς περιγραφόμενο ατύχημα εκ του οποίου επήλθε ο τραυματισμός του. ΄Ότι το αναφερόμενο ατύχημα οφείλετο στο ότι οι εναγόμενοι δεν τήρησαν τους προβλεπόμενους κανόνες ασφαλείας και στις αναφερόμενες υπαίτιες παραλείψεις τους. Με βάση τα παραπάνω ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν σε ολόκληρο το ποσό των 150.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο. Με την εκκαλούμενη απόφαση, η αγωγή αυτή που έχει ως αντικείμενο την αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης από εργατικό ατύχημα και στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 914, 926 και 932 ΑΚ και όχι στη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη στην ουσία τους για το ποσό των 35.000 ευρώ για τον καθένα εναγόμενο, με το νόμιμο τόκο. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονούνται οι διάδικοι με τους αναφερόμενους λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και ο μεν ενάγων την ολική ευδοκίμηση της αγωγής, ενώ αντίθετα οι εναγόμενοι την απόρριψή της.
Από τα άρθρα 361, 648 και 651 ΑΚ συνάγεται ότι είναι επιτρεπτή η συμφωνία εργοδότη και μισθωτού, βάσει της οποίας ο εργοδότης θα παραχωρήσει, με τη μορφή του δανεισμού εργαζόμενου (παραχώρηση υπηρεσιών) το μισθωτό σε τρίτον προς τον οποίο αυτός θα παρέχει την εργασία του. Από τη διαμορφωμένη νομολογία στο παραπάνω θέμα προκύπτουν τα εξής: 1) ο εργαζόμενος πρέπει να έχει προσληφθεί για ορισμένο ή αόριστο χρόνο στην υπηρεσία του αρχικού εργοδότη, 2) η παραχώρηση (δανεισμός) να έχει προσωρινό χαρακτήρα και όχι οριστικό, 3) η επιχείρηση του νέου εργοδότη να είναι διαφορετική από εκείνη του αρχικού, γιατί διαφορετικά, αν είναι ίδια επιχείρηση έχουμε μεταβολή εργοδότη, 4) ο εργαζόμενος να έχει συναινέσει στην παραχώρηση των υπηρεσιών του που μπορεί να γίνει είτε ρητώς, είτε σιωπηρώς, (αν δεχθεί τον δανεισμό και δεν αντιλέξει σαυτόν), 5) με την παραχώρηση αυτή διακόπτεται προσωρινά και για όσο χρόνο διαρκεί ο ενοχικός δεσμός μεταξύ του αρχικού εργοδότη και του εργαζόμενου, ο οποίος παρέχει την ίδια εργασία σε τρίτο, απλώς με τη μία και ενιαία εργασία εξυπηρετούνται δύο εργοδότες, από διαφορετική αιτία ο καθένας τους, 6) ο δεύτερος εργοδότης ασκεί στο χρόνο της παραχώρησης, το διευθυντικό δικαίωμά του, δηλαδή το είδος εργασίας, έλεγχο και εποπτεία στον εργαζόμενο και κάθε μεταβολή των όρων εργασίας συνιστά βλαπτική μεταβολή, 7) υπόχρεος για την καταβολή του μισθού παραμένει ο πρώτος εργοδότης, μπορεί όμως να συμφωνηθεί να καταβάλει το μισθό ή μέρος αυτού ο δεύτερος εργοδότης, με τη μορφή της σωρευτικής ή στερητικής αναδοχής χρέους με τη συναίνεση του εργαζόμενου (ρητή ή σιωπηρή) ή με τη μορφή του απλού εντολοδόχου του αρχικού εργοδότη, 8) ο δεύτερος εργοδότης βαρύνεται για τυχόν περαιτέρω αξιώσεις του μισθωτού για παράνομη υπερωριακή του απασχόληση ή από άλλη αιτία που δεν αφορά τον πρώτο εργοδότη και τέλος 9) η υποχρέωση πρόνοιας που βαρύνει τον αρχικό επεκτείνεται ως τον δεύτερο εργοδότη. Πέρα όμως από την επέκταση αυτή ο δεύτερος εργοδότης έχει αυτοτελή υποχρέωση, με την έννοια ότι ευθύνεται αυτοτελώς για τις δικές του παραβάσεις που οφείλονται στην παραβίαση των μέτρων ασφάλειας και υγιεινής και που σκοπούν στην προστασία του εργαζόμενου μισθωτού (ΑΠ 1245/02 ΕΕΔ 63, 294, ΑΠ 1426/04 Δνη 46, 774, ΑΠ 246/1994 ΕΕΔ 54, 186, ΑΠ 202/1986, ΕΕΔ 46, 1743, ΑΠ 209/1980 ΝοΒ 28, 1527, ΑΠ 367/1980 ΕΕΔ 39, 533, Ντάσιος Εργ.Δικ. Δ. τομ. Ι σελ. 75-77, Λεβέντης άρθρο σε ΕΕΔ 60, 1119, Βλαστός ΕΕΔ 62, 146). Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, την ανώμοτη κατάθεση του ενάγοντα που περιέχονται στα προσκομιζόμενα ταυτάριθμα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τις ομολογίες των διαδίκων και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που μετ΄ επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά. Ο ενάγων, όπως ομολογεί και ο ίδιος, προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου τον Απρίλιο του έτους 2001 από την εταιρεία με την επωνυμία "M. A.E" ως υπεύθυνος πωλήσεων, με το νόμιμο μισθό. Αντικείμενο αυτής της εταιρείας ήταν η κατασκευή και εμπορία κουφωμάτων από αλουμίνιο. Αυτή είχε ως έδρα .......... με ιδιόκτητες εγκαταστάσεις και προσωπικό. ΄Όπως συνομολογείται από την πλευρά της εναγομένης εταιρείας, οι μέτοχοι της άνω εταιρείας συνέστησαν μια νέα εταιρεία, την πρώτη εναγόμενη με την επωνυμία ......και με αντικείμενο την επεξεργασία υλικού ........ Η άνω εταιρεία έχει ως έδρα τον αυτό χώρο εργασίας, αυτοτελείς εγκαταστάσεις και μηχανολογικό εξοπλισμό. ΄Όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα και ιδίως από τους ισολογισμούς των δύο εταιρειών, αλλά και από τις έμμεσες παραδοχές του ενάγοντα και των μαρτύρων, οι άνω εταιρείες είναι διαφορετικές και ανεξάρτητες επιχειρήσεις και δεν υπάρχει ούτε απορρόφηση της μιας από την άλλη, ούτε μεταβίβαση επιχείρησης με την έννοια του άρθρου 479 ΑΚ, ώστε να υπεισέλθει η μία στη θέση της άλλης. `Αλλωστε, ούτε και ο ίδιος ο ενάγων, τόσο με την αγωγή του όσο και με τις προτάσεις του ισχυρίσθηκε ότι πράγματι επήλθε η παραπάνω μεταβολή στις δύο εταιρείες, αλλά απλώς ισχυρίσθηκε ότι είναι ίδιες, γιατί είναι "ίδιοι οι μέτοχοι" και "στεγάζονται στον αυτό χώρο". Στη συνέχεια της εργασιακής σύμβασης στην εταιρεία ........ για την οποία σημειωτέον ο ενάγων στην αγωγή του δεν κάνει καμία αναφορά, η άνω εταιρεία στο τέλος του έτους 2001 παραχώρησε ("δάνεισε τις υπηρεσίες") του ενάγοντα στην δεύτερη εταιρεία (α΄ εναγομένη) προσωρινά κι όχι μόνιμα, ώστε να επέλθει αλλαγή του εργοδότη και νέα σύμβαση εργασίας, διατηρώντας παράλληλα το δικαίωμα να χρησιμοποιεί τον ενάγοντα και για τις δικές της ανάγκες. Σ΄ αυτή τη συμφωνία μεταξύ των δύο ξεχωριστών εταιρειών, συγκατατέθηκε σιωπηρά και ο ενάγων, αφού αποδέχθηκε το άνω γεγονός και εργαζόταν και στην εναγόμενη εταιρεία. Το Δικαστήριο οδηγείται στην παραπάνω κρίση, ότι δηλαδή υπήρξε συμφωνία δανεισμού του ενάγοντα για προσωρινά διαστήματα και για τις ανάγκες των δύο εταιρειών, στην οποία ο ενάγων συγκατατέθηκε τόσο από τις παραδοχές του ενάγοντα ότι "δούλευε αρχικά στην ...και μετά στην εναγομένη....." και μάλιστα ότι πληρωνόταν από την τελευταία, υπονοώντας προφανώς ότι επήλθε συμφωνία και για το παραπάνω θέμα (καταβολής μισθού για τον οποίο δεν προσκομίζεται επιμελώς και από τους δύο διαδίκους κάποια απόδειξη πληρωμής) όσο και από τις παραδοχές της εναγομένης ότι εργαζόταν στην εταιρεία .... χωρίς όμως αυτό να εμφαίνεται στις προσκομιζόμενες καταστάσεις ασφάλισης προσωπικού. ΄`Αλλωστε, ο ίδιος ο ενάγων, δεν δίδει καμιά πειστική εξήγηση για το πώς πήγε από την πρώτη εταιρεία στην δεύτερη εναγόμενη και πληρωνόταν μάλιστα από την τελευταία και επιπλέον: α) γιατί αφού είχε πάει στην εναγομένη πως βρέθηκε κατά την ημέρα του επικαλούμενου ατυχήματος (18/4/2002) σε αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της εταιρείας M., β) ότι τα κουφώματα αλουμινίου ήταν κατασκευής και εμπορίας της άνω εταιρείας και ότι γ) το εκδοθέν τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών του συνεργείου που θα τοποθετούσε τα άνω κουφώματα εκδόθηκε προς την εταιρεία ......
Ενόψει των παραπάνω αναφερομένων, είναι αδιστάκτως βέβαιο ότι κατά τον χρόνο του επιδίκου ατυχήματος ο ενάγων ανήκε στη σφαίρα εξουσίας και υπό το διευθυντικό δικαίωμα της εταιρείας ....... γεγονός που και ο ίδιος ο ενάγων γνώριζε από άλλες παρόμοιες προσωρινές παραχωρήσεις στην μια και στην άλλη εταιρεία. Η υποχρέωση όμως πρόνοιας που είχαν, όπως ήδη ειπώθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ανήκει μεν και στους δύο εργοδότες, αλλά με την έννοια ότι καθένας έχει αυτοτελή υποχρέωση να τηρεί τους κανόνες ασφάλειας και υγιεινής του εργαζόμενου μισθωτού που οφείλονται, όμως, αποκλειστικά σε δικές του παραβάσεις και, βέβαια, δεν υφίσταται θέμα πρόστησης της μίας εταιρείας από την άλλη, ώστε να ευθύνονται σε ολόκληρο και οι δύο, γεγονός που ούτε ο ίδιος ο ενάγων ισχυρίσθηκε ή να ευθύνεται και η εταιρεία που δεν την βαρύνει καμιά υπαιτιότητα (αμέλεια). Σύμφωνα με τα παραπάνω εκτεθέντα, ο ενάγων τη δεδομένη στιγμή του ατυχήματος δεν πρόσφερε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη εταιρεία, ώστε να γεννάται θέμα τυχόν ευθύνης της, αλλά ήταν στις υπηρεσίες της εταιρείας........., κατά της οποίας έπρεπε να ασκήσει τη σχετική αγωγή. Συνακόλουθα κατά παραδοχή του σχετικού ισχυρισμού της εναγομένης που επαναλαμβάνεται και ως εφετήριος λόγος και εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, η ως άνω αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης των εναγομένων. ΄`Αρα, αφού το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό των εναγομένων και δέχθηκε, χωρίς καν να προταθεί από τον ενάγοντα, ότι υφίσταται σχέση πρόστησης των δύο εταιρειών και στη συνέχεια προχώρησε στην κατ΄ ουσία εκδίκαση της αγωγής, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Γι΄ αυτό κατά το βάσιμο περί τούτου λόγο της έφεσης των εναγομένων η ως άνω απόφαση πρέπει να εξαφανισθεί. Στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η αγωγή και δικαστεί η υπόθεση στην ουσία της πρέπει η αγωγή να απορριφθεί ως απαράδεκτη, ως παραπάνω. Αντίθετα η κρινόμενη έφεση του ενάγοντα με μοναδικό λόγο την καταβολή μεγαλύτερης αποζημίωσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της. Τα δικαστικά έξοδα των εναγομένων για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας θα επιβληθούν σε βάρος του ενάγοντα γιατί ηττήθηκε (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ).
Α.Π. 227/2006 (Τμ. Β1' Πολ.)
Προεδρεύων: Θ. ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΣ, Αντιπρόεδρος
Εισηγητής: ΙΩΑΝ. ΔΑΒΙΛΛΑΣ, Αρεοπαγίτης
1. ΕΠΕΙΔΗ , από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 3, παραγρ. 1 και 2, του ν. 2112/1920, και 5, παραγρ. 1 και 3, του ν. 3198/1955 προκύπτει, ότι η καταγγελία της υπαλληλικής εργασιακής σχέσεως είναι άκυρη, εάν ο εργοδότης, εκτός της μη τηρήσεως του εγγράφου τύπου, δεν καταβάλει εις τον απολυόμενο μισθωτό την οφειλόμενη αποζημίωση απολύσεως.
Ως τέτοια θεωρείται η αποζημίωση, η οποία ορίζεται στο ά ρθρο 3, παραγρ. 1, του ν. 2112/1920, ότι είναι κατά ποσό ίση προς το σύνολο των τακτικών αποδοχών, που θα ελάμβανε ο εργαζόμενος κατά το χρόνο, προ του οποίου έπρεπε να γίνει η καταγγελία και της οποίας ο υπολογισμός κατά το άρθρο 5, παραγρ. 1, του ν. 3198/1955 γίνεται με βάση τις τακτικές απο δοχές του τελευταίου μήνα με καθεστώς πλήρους απασχολή σεως (εδάφ. α').
Εξάλλου με την ατομική σύμβαση εργασίας μπορεί να συμφωνηθεί, ότι σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως από τον εργοδότη η αποζημίωση δεν θα υπολογίζεται μόνο με βάση το χρόνο υπηρεσίας του εργαζομένου σ' αυτόν, αλλά θα συνυπολογίζεται και η προϋπηρεσία του σε άλλον εργοδότη.
Με τη διάταξη , όμως , του άρθρου 5, παραγρ . 1, εδάφ. β', του ν. 3198/1955 τίθεται, για όλους τους υπαλλήλους, γενι κός περιορισμός, κατά τον οποίο, αν οι εν λόγω μηνιαίες απο δοχές υπερβαίνουν το οκταπλάσιο του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη, πολλαπλασιαζόμενο με τον αριθμό 30, τότε αυτές δεν λαμβάνονται υπόψη κατά το υπερβάλλον (άρ θρο 5, παραγρ. 1, εδάφ. β', ν. 3198/1955).
Η διάταξη αυτή αποσκοπεί στον περιορισμό της αποζημιώσεως -και όχι των αποδοχών - των υπαλλήλων, που έχουν ιδιαίτερα μεγάλες μηνιαίες αποδοχές και δεν είναι αντίθετη προς τις διατάξεις των άρθρων 4, παραγρ. 1, 5, παραγρ. 1, 22, παραγρ. 1β και 106, παραγρ. 1 και 2, του Συντάγματος, αφού ισχύει για όλους τους υψηλόμισθους υπαλλήλους, η ανάπτυξη της προσωπικότητας των οποίων και η συμμετοχή τους στην οικοδομική ζωή της χώρας, δεν παρεμποδίζεται ασφαλώς από το ότι θα λάβουν μειωμένη αναλογικά αποζημίωση, αν καταγγελθεί η σύμβαση της.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 562, παραγρ. 2, Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Α.Π. ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο (Α.Π. 306/1999).
Η διάταξη, όμως αυτή αφορά σε «ισχυρισμούς» και όχι σε νομικούς κανόνες, όπως είναι η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 5, παραγρ. 1, εδάφ. β', του ν. 3198/1955, η επίκληση της οποίας μπορεί να γίνει το πρώτον και με την αίτηση αναιρέσεως, εφόσον η διάταξη αυτή ήταν εφαρμοστέα, με βάση τα γενόμενα δεκτά από την απόφαση περιστατικά, δηλαδή εφόσον προκύπτει από την απόφαση ότι η οφειλόμενη στον εργαζόμενο αποζημίωση υπερβαίνει τα τιθέμενα από την άνω διάταξη όρια.
Τέλος, έκρινε, ότι, λόγω καταβολής ελλιπούς ως άνω αποζημιώσεως, την οποία εισέπραξε ο αναιρεσίβλητος, η καταγγελία αυτή είναι άκυρη, θεωρούμενη ως μη γενόμενη, και η αναιρεσείουσα, αρνούμενη να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του, περιήλθε σε υπερημερία και το οφείλει τους αξιούμενους μισθούς υπερημερίας.
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο παραβίασε την προαναφερόμε νη διάταξη του άρθρου 5, παραγρ. 1, εδάφ. β', του ν. 3198/ 1955, η οποία ήταν εφαρμοστέα, για τον υπολογισμό της απο ζημιώσεως, αφού το ποσό της καθορισθείσας ως άνω αποζη μιώσεως, αλλά και εκείνης, που καταβλήθηκε στον αναιρεσί βλητο, υπερέβαινε το ποσό της υπολογιζόμενης, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, αποζημιώσεως.
Επομένως, ο σχετικός πρώτος, από το άρθρο 559, αριθμ. 1, του Κ.Πολ.Δ., λόγος της αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559, αριθμ. 11, Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα.
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 62, 64, παραγρ. 2, 339, 409, παραγρ. 1 και 2, 410, παραγρ. 3, και 415 έως 420, Κ.Πολ.Δ. και 61, 65, 67 και 70 του Α.Κ. συνάγεται, ότι δεν μπο ρεί να είναι μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος, και δεν μπορεί γι' αυτό να έχει (κατ' αρχήν τουλάχιστον) την αντικειμενικότητα του τρίτου, ο διάδικος και, για την ταυτότητα του λόγου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διαδίκου ν.π. ή το μέλος της διοικήσεως αυτού.
Τούτο συνάγεται ιδίως από το ως άνω άρθρο 415 του Κ.Πολ.Δ. που προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων των εκ των διαδίκων ν.π. ή των μελών της διοικήσεως τους, η εξέταση όμως αυτή δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά ίδιο (επώνυμο) αποδεικτικό μέσο επιτρεπόμενο όταν τα πραγματικά γεγονότα δεν αποδείχθηκαν καθόλου ή αποδείχθηκαν ατελώς από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα.
Τα μέλη διοικήσεως ν.π. δεν μπορεί να είναι μάρτυρες σε υπόθεση με διάδικο το ν.π.
Υπό την αντίθετη εκδοχή, θα ήταν δυνατό να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως μάρτυρας και στη συνέχεια ως διάδικος ή ως εκ¬πρόσωπος ή ως μέλος της διοικήσεως διαδίκου - λύση προδήλως άτοπη (βλ. Ολ. Α.Π. 1328/1997). Τα ανωτέρω για την ταυτότητα του λόγου ισχύουν και επί ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου κατά το άρθρο 671, παραγρ. 1, του Κ.Πολ.Δ., με τις οποίες ο ενόρκως βέβαιων τρίτος καταθέτει ό,τι γνωρίζει περί των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών. `Αρα, ένορκη βεβαίωση ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου ή μέλους της διοικήσεως του διαδίκου ν.π. είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 671, παραγρ. 1, Κ.Πολ.Δ. το δικαστήριο κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους ορισμούς του νόμου.
Η απόκλιση όμως αυτή δεν εκτείνεται επί τοσούτον, ώστε να παρέχεται η εξουσία στο δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη κατά την εν λόγω διαδικασία και ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα.
Επομένως, η από το δικαστήριο μη λήψη υπόψη αυτών δεν θεμελιώνει τον από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, αφού πρόκειται περί ανυπόστατων αποδεικτικών μέσων.
Συνεπώς, το Εφετείο, που δίκασε κατά την ως άνω ειδική διαδικασία και δεν έλαβε υπόψη για τη μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και την προσκομισθείσα με επίκληση από την αναιρεσίβλητη Α.Ε. με αριθμό */ 11.4.2003 ένορκη ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών βεβαίωση του Σ.Χ., Αντιπροέδρου του πρώτου του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης, ήτοι μέλους της διοικήσεως του ν.π. αυτής και συνεπώς μη τρίτου, δεν υπέπεσε στην, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559, Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, και ο αντίθετος τρίτος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει, ήτοι καθόσον αφορά το κεφάλαιο περί του κύρους της καταγγελίας της συμβάσεως, η προσβαλλόμενη απόφαση και, παρέλκουσας της έρευνας του δευτέρου λόγου, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά τούτο στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580, παραγρ. 3, Κ.Πολ.Δ.).
Α.Π. 227/2006 (Τμ. Β1' Πολ.)
Προεδρεύων: Θ. ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΣ, Αντιπρόεδρος
Εισηγητής: ΙΩΑΝ. ΔΑΒΙΛΛΑΣ, Αρεοπαγίτης
1. ΕΠΕΙΔΗ , από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 3, παραγρ. 1 και 2, του ν. 2112/1920, και 5, παραγρ. 1 και 3, του ν. 3198/1955 προκύπτει, ότι η καταγγελία της υπαλληλικής εργασιακής σχέσεως είναι άκυρη, εάν ο εργοδότης, εκτός της μη τηρήσεως του εγγράφου τύπου, δεν καταβάλει εις τον απολυόμενο μισθωτό την οφειλόμενη αποζημίωση απολύσεως.
Ως τέτοια θεωρείται η αποζημίωση, η οποία ορίζεται στο ά ρθρο 3, παραγρ. 1, του ν. 2112/1920, ότι είναι κατά ποσό ίση προς το σύνολο των τακτικών αποδοχών, που θα ελάμβανε ο εργαζόμενος κατά το χρόνο, προ του οποίου έπρεπε να γίνει η καταγγελία και της οποίας ο υπολογισμός κατά το άρθρο 5, παραγρ. 1, του ν. 3198/1955 γίνεται με βάση τις τακτικές απο δοχές του τελευταίου μήνα με καθεστώς πλήρους απασχολή σεως (εδάφ. α').
Εξάλλου με την ατομική σύμβαση εργασίας μπορεί να συμφωνηθεί, ότι σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως από τον εργοδότη η αποζημίωση δεν θα υπολογίζεται μόνο με βάση το χρόνο υπηρεσίας του εργαζομένου σ' αυτόν, αλλά θα συνυπολογίζεται και η προϋπηρεσία του σε άλλον εργοδότη.
Με τη διάταξη , όμως , του άρθρου 5, παραγρ . 1, εδάφ. β', του ν. 3198/1955 τίθεται, για όλους τους υπαλλήλους, γενι κός περιορισμός, κατά τον οποίο, αν οι εν λόγω μηνιαίες απο δοχές υπερβαίνουν το οκταπλάσιο του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη, πολλαπλασιαζόμενο με τον αριθμό 30, τότε αυτές δεν λαμβάνονται υπόψη κατά το υπερβάλλον (άρ θρο 5, παραγρ. 1, εδάφ. β', ν. 3198/1955).
Η διάταξη αυτή αποσκοπεί στον περιορισμό της αποζημιώσεως -και όχι των αποδοχών - των υπαλλήλων, που έχουν ιδιαίτερα μεγάλες μηνιαίες αποδοχές και δεν είναι αντίθετη προς τις διατάξεις των άρθρων 4, παραγρ. 1, 5, παραγρ. 1, 22, παραγρ. 1β και 106, παραγρ. 1 και 2, του Συντάγματος, αφού ισχύει για όλους τους υψηλόμισθους υπαλλήλους, η ανάπτυξη της προσωπικότητας των οποίων και η συμμετοχή τους στην οικοδομική ζωή της χώρας, δεν παρεμποδίζεται ασφαλώς από το ότι θα λάβουν μειωμένη αναλογικά αποζημίωση, αν καταγγελθεί η σύμβαση της.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 562, παραγρ. 2, Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Α.Π. ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο (Α.Π. 306/1999).
Η διάταξη, όμως αυτή αφορά σε «ισχυρισμούς» και όχι σε νομικούς κανόνες, όπως είναι η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 5, παραγρ. 1, εδάφ. β', του ν. 3198/1955, η επίκληση της οποίας μπορεί να γίνει το πρώτον και με την αίτηση αναιρέσεως, εφόσον η διάταξη αυτή ήταν εφαρμοστέα, με βάση τα γενόμενα δεκτά από την απόφαση περιστατικά, δηλαδή εφόσον προκύπτει από την απόφαση ότι η οφειλόμενη στον εργαζόμενο αποζημίωση υπερβαίνει τα τιθέμενα από την άνω διάταξη όρια.
Τέλος, έκρινε, ότι, λόγω καταβολής ελλιπούς ως άνω αποζημιώσεως, την οποία εισέπραξε ο αναιρεσίβλητος, η καταγγελία αυτή είναι άκυρη, θεωρούμενη ως μη γενόμενη, και η αναιρεσείουσα, αρνούμενη να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του, περιήλθε σε υπερημερία και το οφείλει τους αξιούμενους μισθούς υπερημερίας.
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο παραβίασε την προαναφερόμε νη διάταξη του άρθρου 5, παραγρ. 1, εδάφ. β', του ν. 3198/ 1955, η οποία ήταν εφαρμοστέα, για τον υπολογισμό της απο ζημιώσεως, αφού το ποσό της καθορισθείσας ως άνω αποζη μιώσεως, αλλά και εκείνης, που καταβλήθηκε στον αναιρεσί βλητο, υπερέβαινε το ποσό της υπολογιζόμενης, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, αποζημιώσεως.
Επομένως, ο σχετικός πρώτος, από το άρθρο 559, αριθμ. 1, του Κ.Πολ.Δ., λόγος της αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559, αριθμ. 11, Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα.
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 62, 64, παραγρ. 2, 339, 409, παραγρ. 1 και 2, 410, παραγρ. 3, και 415 έως 420, Κ.Πολ.Δ. και 61, 65, 67 και 70 του Α.Κ. συνάγεται, ότι δεν μπο ρεί να είναι μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος, και δεν μπορεί γι' αυτό να έχει (κατ' αρχήν τουλάχιστον) την αντικειμενικότητα του τρίτου, ο διάδικος και, για την ταυτότητα του λόγου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διαδίκου ν.π. ή το μέλος της διοικήσεως αυτού.
Τούτο συνάγεται ιδίως από το ως άνω άρθρο 415 του Κ.Πολ.Δ. που προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων των εκ των διαδίκων ν.π. ή των μελών της διοικήσεως τους, η εξέταση όμως αυτή δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά ίδιο (επώνυμο) αποδεικτικό μέσο επιτρεπόμενο όταν τα πραγματικά γεγονότα δεν αποδείχθηκαν καθόλου ή αποδείχθηκαν ατελώς από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα.
Τα μέλη διοικήσεως ν.π. δεν μπορεί να είναι μάρτυρες σε υπόθεση με διάδικο το ν.π.
Υπό την αντίθετη εκδοχή, θα ήταν δυνατό να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως μάρτυρας και στη συνέχεια ως διάδικος ή ως εκ¬πρόσωπος ή ως μέλος της διοικήσεως διαδίκου - λύση προδήλως άτοπη (βλ. Ολ. Α.Π. 1328/1997). Τα ανωτέρω για την ταυτότητα του λόγου ισχύουν και επί ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου κατά το άρθρο 671, παραγρ. 1, του Κ.Πολ.Δ., με τις οποίες ο ενόρκως βέβαιων τρίτος καταθέτει ό,τι γνωρίζει περί των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών. `Αρα, ένορκη βεβαίωση ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου ή μέλους της διοικήσεως του διαδίκου ν.π. είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 671, παραγρ. 1, Κ.Πολ.Δ. το δικαστήριο κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους ορισμούς του νόμου.
Η απόκλιση όμως αυτή δεν εκτείνεται επί τοσούτον, ώστε να παρέχεται η εξουσία στο δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη κατά την εν λόγω διαδικασία και ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα.
Επομένως, η από το δικαστήριο μη λήψη υπόψη αυτών δεν θεμελιώνει τον από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, αφού πρόκειται περί ανυπόστατων αποδεικτικών μέσων.
Συνεπώς, το Εφετείο, που δίκασε κατά την ως άνω ειδική διαδικασία και δεν έλαβε υπόψη για τη μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και την προσκομισθείσα με επίκληση από την αναιρεσίβλητη Α.Ε. με αριθμό */ 11.4.2003 ένορκη ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών βεβαίωση του Σ.Χ., Αντιπροέδρου του πρώτου του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης, ήτοι μέλους της διοικήσεως του ν.π. αυτής και συνεπώς μη τρίτου, δεν υπέπεσε στην, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559, Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, και ο αντίθετος τρίτος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει, ήτοι καθόσον αφορά το κεφάλαιο περί του κύρους της καταγγελίας της συμβάσεως, η προσβαλλόμενη απόφαση και, παρέλκουσας της έρευνας του δευτέρου λόγου, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά τούτο στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580, παραγρ. 3, Κ.Πολ.Δ.).
Α.Π. 1215/2006 (Τμ. Β1 Πολ)
Προέδρευων: Θ. ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΣ, Αντιπρόεδρος
Εισηγητής: ΙΩΑΝ. ΔΑΒΙΛΛΑΣ, Αρεοπαγίτης
ΕΠΕΙΔΗ ο εργοδότης, ασκώντας το διευθυντικό του δικαίωμα, κατά τα άρθρα 648 και 652 Α.Κ., έχει την εξουσία να προσδιορίσει το περιεχόμενο της υποχρεώσεως του μισθωτού για παροχή εργασίας, καθορίζοντας τους όρους της παροχής της, τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιοριστεί από κανόνα δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση.
Έχει δηλαδή, ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμεταλλεύσεως, την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρηση του με βάση τα κρινόμενα από αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά γι΄ αυτήν κριτήρια, άρα και να αναθέτει σε κάποιον υπάλληλο καθήκοντα προϊσταμένου τμήματος ή καταστήματος της επιχειρήσεως του κατά παράλειψη άλλου μισθωτού ή να απομακρύνει από τη θέση προϊσταμένου κάποιον υπάλληλο και να τοποθετεί σ΄ αυτή άλλον υπάλληλο.
Το υπό το άνω περιεχόμενο, όμως, δικαίωμα του εργοδότη δεν επιτρέπεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ., να ασκείται καταχρηστικώς.
Αλλά, προκειμένου περί τοποθετήσεως συγκεκριμένου εργαζομένου ως προϊσταμένου τμήματος ή καταστήματος της επιχειρήσεως κατά παράλειψη άλλου, η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη δεν είναι χωρίς άλλο καταχρηστική αν ο παραληφθείς μισθωτός υπερέχει, ακόμη και καταφανώς, σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι του τοποθετηθέντος.
Και τούτο διότι δεν πρόκειται για απλή βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή, που εντάσσεται στα εκ της εργασίας δικαιώματα του μισθωτού, τα οποία ευλόγως συνδέονται με τις αντικειμενικές εκτιμώμενες ικανότητες αυτού, αλλά για επιλογή του έχοντος την εκμετάλλευση εργοδότη, που αφορά αποφασιστικώς την οργάνωση και διεύθυνση της επιχειρήσεως.
Για να είναι καταχρηστική στην περίπτωση αυτή η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη απαιτείται η συνδρομή και άλλων πραγματικών περιστατικών, τα οποία σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος να θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (ΟΧ.Α.Π. 25/2003).
Προκειμένου, όμως, περί απομακρύνσεως συγκεκριμένου μισθωτού από τη θέση προϊσταμένου τμήματος της επιχειρήσεως, που κατέχει, χωρίς την ανάθεση σ΄ αυτόν άλλων καθηκόντων, και τοποθετήσεως στη θέση αυτή άλλου μισθωτού, για να είναι καταχρηστική η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη κατά την έννοια της άνω διατάξεως του άρθρου 281 του ΑΚ, αρκεί η συνδρομή οποιωνδήποτε περιστάσεων που καθιστούν την μεταβολή αυτή προφανώς αντίθετη προς την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.
Στην περίπτωση δε αυτή η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος αποτελεί και μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως του μισθωτού (άρθρο 7, Ν. 2112/1920), που παρέχει σε αυτόν το δικαίωμα να ζητήσει την δια της επαναφοράς του στη θέση αυτή άρση της παρανομίας και, εφόσον με την μετακίνηση αυτή προσβάλλεται η προσωπικότητα του ως προς την επαγγελματική του αξία και εκτίθεται στους συναδέλφους του και γενικά στο κοινωνικό του περιβάλλον, χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που υπέστη από τον υποβιβασμό του κατά τα άρθρα 57,59, 914 και 932 του Α. Κ.
Περαιτέρω...
ΣΗΜ: Η Α.Π. 25/2003 Ολομ. έχει δημοσιευθεί στο τεύχος της 1.5.2004 (σ. 282) του "Δελτίου" με τον τίτλο "Η τοποθέτηση από τον εργοδότη συγκεκριμένου εργαζομένου ως προϊσταμένου καταστήματος επιχειρήσεως κατά παράλειψη άλλου μισθωτού, ο οποίος υπερέχει, έστω και καταφανώς, δεν συνιστά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος".
Α.Π. 595/2006 (Τμ. Β2' Πολ.)
Προεδρεύων: ΧΡΗΠ. ΜΠΑΛΝΤΑΣ, Αντιπρόεδρος
Εισηγητής: ΑΝΑΣΤ. ΦΙΛΗΤ. ΠΕΡΙΔΗΣ, Aρεoπαγίτης
Η μεταξύ εργαζομένων, που ανήκουν στην αυτή κατηγορία και παρέχουν την ίδια, υπό τις αυτές συνθήκες και προσόντα, εργασία, ισότητα της αμοιβής, επιβάλλεται, όταν πρόκειται για οικειοθελή εργοδοτική παροχή, από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, που απορρέει τόσο από το άρθρο 288 Α.Κ., όσο και από το άρθρο 22, παράγρ. 1β, του ισχύοντος Συντάγματος, εφόσον και αυτό επιβάλλει την ισότητα της αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας και από την αρχή αυτή, που καθιερώνει δεν δεσμεύεται μόνον ο νομοθέτης, ως προς την ίση, σε σχέση με την αμοιβή, μεταχείριση των υπό τις αυτές εν γένει συνθήκες εργαζομένων, αλλά συνάγεται συγχρόνως και κανόνας δημόσιας τάξης, με τον οποίο παρέχεται απευθείας στον εργαζόμενο το δικα1ωμα να αξιώσει από τον εργοδότη του την οικειοθελή παροχή που αυτός καταβάλλει σε άλλο μισθωτό του, ο οποίος ανήκει στην αυτή κατηγορία και παρέχει τις ίδιες, υπό τις αυτές συνθήκες, υπηρεσίες, ανεξάρτητα από το χρόνο πρόσληψής του.
Αντίθετα όταν πρόκειται για παροχή που χορηγείται με διάταξη νόμου η ισότητα της αμοιβής επιβάλλεται από το άρθρο 4, παράγρ. 1, του ισχύοντος Συντάγματος, όπως και από το άρθρο 22, παράγρ. 1β, αυτού, το οποίο αποτελεί ειδικότερη μορφή της αρχής της ισότητας που καθιερώνει το πρώτο και δεσμεύει, όπως εκτέθηκε, και το νομοθέτη.
Διαφοροποιήσεις ωστόσο της εν λόγω αμοιβής επιτρέπονται, επί εκoυσίων μεν παροχών, όταν αυτές είναι δίκαιες και εύλογες, ως δικαιολογούμενες από τη συνδρομή ειδικού και σοβαρού, κατ αντικειμενική κρίση, λόγου, επί νομοθετικών δε ρυθμίσεων, αν επιβάλλονται από λόγους γενικότερους κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος.
Εξάλλου κατά το άρθρο 578, Κ. Πολ. Δ. Αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμέvο, αλλά το διστακτικό της άρθρο, ο ΑΠ απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνον ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της».
Εσφαλμένο αιτιολογικό με την έννοια της παραπάνω διατάξεως υπάρχει, όταν κριθεί, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της αποφάσεως.
Ως αιτιολογικό, δηλαδή, νοείται στη συγκεκριμένη περίπτωση η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν την μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζεται με τις αιτιολογίες της αποφάσεως, οι οποίες ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού (Ολ. Α.Π. 30/1998).
Επομένως η ευδοκίμηση του λόγου αναιρέσεως που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατά τον αριθμ. 1 του άρθρου 559, Κ. Πολ. Δ. εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου (Ολ. Α.Π. 27/1998, 27/1998, Α.Π. 1682/2000).
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του Εφετείου η άνω επιχειρησιακή Σ.Σ.Ε. δικαιολογημένα εξαίρεσε τους εναγόντες από την χορήγηση του ως άνω επιδόματος, δεδομένου ότι μοναδικό κριτήριο για την χορήγηση του επιδόματος αυτού είναι το είδος της εργασίας και ο βαθμός επικινδυνότητας αυτής στην συντήρηση που δεν συντρέχει στην περίπτωση των εναγόντων.
Επομένως το Εφετείο, αν και με εσφαλμένη εν μέρει αιτιολογία απέρριψε το ως άνω επίδομα, που ζητούσαν οι αναιρεσείοντες, αφού στην μείζονα και ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού γίνεται ταυτόχρονα αναφορά τόσον στην αρχή της ισότητας, όσον και στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, ενώ όταν υπάρχει παράβαση κανονιστικής διατάξεως Σ.Σ.Ε., η οποία, ως προαναφέρθηκε, έχει ισχύ νόμου, έχει εφαρμογή η αρχή της ισότητας, κατέληξε σε ορθό διατακτικό, με τις παραπάνω πλήρεις και σαφείς περί πραγμάτων αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη ερμηνείας και εφαρμογής των προπαρατεθεισών διατάξεων, γι' αυτό ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559, παράγρ. 1, Κ. Πολ. Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ως και ο πέμπτος εκ του αρ. 19 του αυτού άρθρου, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Ο τελευταίος (πέμπτος) λόγος, κατά το μέρος, που πλήττει την προσβαλλόμενη για ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών ως προς την εκτίμηση αποδεικτικών μέσων είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατά την έννοια του αριθμ. 8 του άρθρου 559, Κ. Πολ. Δ. πράγματα, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάργηση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Δεν αποτελούν πράγματα οι αρνητικοί της αγωγής ή ενστάσεως ισχυρισμοί, ούτε αυτοί. που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα του δικαστηρίου ή των διαδίκων, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση Των αποδείξεων.
Όμως ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν ήταν ισχυρισμός, που έλαβε υπόψη το Εφετείο χωρίς να προβληθεί από την εναγομένη, αλλά συμπέρασμα του δικαστηρίου, το οποίο συνήγαγε από την εκτέλεση των αποδείξεων και συνεπώς δεν αποτελούσε πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559, αριθμ. 8, Κ. Πολ. Δ.
Επομένως ο σχετικός λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 559, αριθμ. 11, Κ. Πολ. Δ. αναίρεση επιτρέπεται (και) όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή που δεν προσκομίσθηκαν.
Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναιρέσεως πρέπει ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, και ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα και η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της αποφάσεως.
Συνεπώς ο τρίτος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της παρά το νόμο λήψεως υπόψη των αναφερομένων σε αυτόν ενόρκων βεβαιώσεων, είναι απορριπτέος προέχοντος ως αόριστος, αφού δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, προς απόδειξη του οποίου λήφθησαν υπόψη τα αποδεικτικά μέσα και η επίδραση, που έχει αυτός στο διατακτικό της προσβαλλομένης.
Επίσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο υπό την επίκληση του άρθρου 559, αριθμ. 14, Κ. Πολ. Δ. πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για μη κήρυξη απαραδέκτου, ήτοι για τη λήψη υπόψη των αναφερομένων σ' αυτήν ενόρκων βεβαιώσεων που είχαν συνταχθεί μετά την έκδοση της πρωτόδικης δίκης, αφού αυτές παραδεκτά λαμβάνονται υπόψη κατά τα άρθρα 529, παράγρ. 1, εδαφ. α' , 591, παράγρ. 1, εδάφ. α', 670 - 671 και 674, παράγρ. 2, Κ. Πολ. Δ.
Επομένως ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το ως άνω σκέλος του με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τις άνω μαρτυρικές καταθέσεις και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του άρθρου559, αριθμ. 11, Κ. Πολ. Δ. είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά το άρθρο 559, αριθμ. 20, Κ. Πολ. Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφουμε το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο: α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου, ότι παραμορφώθηκε εγγράφου, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο, που δέχτηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα να κριθεί από τον Α.Π., αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα, β) το από την προβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, γ) το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα πραγματικά γεγονότα, δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο.
Αν ο λόγος αναίρεσης δεν περιέχει τα παραπάνω αναφερόμενα στοιχεία είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί.
Kατ' ακολουθία των ως άνω εκτεθέντων, ο έκτος λόγος αναίρεσης, κατά μεν το μέρος αυτού, που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφασης την πλημμέλεια της παραμόρφωσης του μισθoλoγίoυ1990, του φύλλου μισθολογίου του Κ.Π. του 1993, των φύλλων προγραμμάτων εργασίας από τον Ιούλιο του 1997, από την αρχή του έτους 1998 έως και τον Αύγουστο του 1999, των οργανογραμμάτων της εταιρείας (αναιρεσίβλητης) της 31.3.1997 και 31.3.1998 και της γνωμάτευσης Δ.Στ., τυγχάνει απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν αναφέρει τα ως άνω" στοιχεία, κατά δε το μέρος που αναφέρεται στην αξιολόγηση του αληθινού περιεχόμενου των εγγράφων και των αποδείξεων είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος γιατί πρόκειται για αιτίαση που ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Α.Π. (άρθρο 561, παράγρ. 1, Κ.Πολ.Δ.).
Καταχρηστικός είναι ο όρος στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, που αποκλείει τον κίνδυνο της πυρκαγιάς από κεραυνό.
Α.Π. 11/2006 (Τμ. Α' Πολ.)
Προεδρεύων: ΔΗΜ. ΣΟΥΛΤΑΝΙΑΣ, Αντιπρόεδρος
Εισηγητής: ΓΕΩΡΓ. ΚΑΛΑΜΙΔΑΣ, Αρεοπαγίτης
Κατά το άρθρο 1, παραγρ. 1, του ν. 2496/1997, με την ασφαλιστική σύμβαση, η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον συμβαλλόμενο της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτο, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωση του (ασφαλιστική περίπτωση).
Εξάλλου, ασφαλισμένος στη σύμβαση ασφαλίσεως ζημιών (όπως είναι η ασφάλιση πυρκαγιάς και κεραυνού κατ' άρθρο 19 του άνω νόμου), είναι το πρόσωπο που έχει συμφέρον στη διατήρηση του πράγματος, αυτός δηλαδή του οποίου η οικονομική σχέση με το πράγμα θα θιγεί με την επέλευση του κινδύνου και χάριν του οποίου συνάπτεται η σύμβαση ασφάλισης. Κατά κανόνα, οι ιδιότητες του ασφαλισμένου και του λήπτη της ασφάλισης συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο. Αν, όμως, οι άνω ιδιότητες δεν συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο, όπως συμβαίνει επί ασφαλίσεως ξένου συμφέροντος, η ασφάλιση συνάπτεται για λογαριασμό άλλου και είναι γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, διεπόμενη από τα άρθρα 410 επ., Α. Κ..
Στην περίπτωση αυτή, τρίτος, δικαιούχος του ασφαλίσματος, είναι ο ασφαλισμένος που ορίσθηκε από τη σύμβαση ότι απειλείται από τον ασφαλιστικό κίνδυνο και πλήττεται από την πραγματοποίηση του. Αυτός (τρίτος) είναι ο μόνος που μπορεί να ζητήσει την καταβολή του ασφαλίσματος απευθείας στον ίδιο.
Κατά συνέπεια, ο τρίτος - ασφαλισμένος νομιμοποιείται ενεργητικά για την άσκηση της σχετικής περί καταβολής του ασφαλίσματος αγωγής κατά του ασφαλιστή.
Ότι, κατά τις γενικές διατάξεις του ασφαλιστηρίου συμβολαίου (άρθρα 2, περίπτ. γ', και 5), ασφαλισμένος και συνεπώς δικαιούχος του ασφαλίσματος ορίσθηκε το πρόσωπο το οποίο απειλείται από τον ασφαλιστικό κίνδυνο, δηλαδή ο ιδιοκτήτης των ασφαλισμένων πραγμάτων και εν προκειμένω η ενάγουσα, η οποία, υφιστάμενη ζημία από την επέλευση του κινδύνου, ως κυρία των πραγμάτων αυτών, έχει και το ασφαλιστικό συμφέρον. Και ότι, συνεπώς, πρόκειται για γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου (της ενάγουσας), με βάση την οποία η τελευταία έχει απευθείας το δικαίωμα να διεκδικήσει την ασφαλιστική αποζημίωση. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1, 9 και 11 του ν. 2496/1997 και ο αντίθετος εκ του άρθρου 559, αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, που αποτελούν εξειδίκευση του γενικού κανόνα του άρθρου 281 Α. Κ. με τα αναφερόμενα σ' αυτές κριτήρια για την απαγόρευση καταχρηστικής ασκήσεως ενός δικαιώματος ή χρήσεως ενός θεσμού, για την κρίση της ακυρότητας ως καταχρηστικών ή μη των όρων αυτών, λαμβάνεται υπόψη κατά κύριο λόγο το συμφέρον του καταναλωτή με συνεκτίμηση όμως της φύσης των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σχετική σύμβαση, καθώς και του σκοπού αυτής, πάντοτε δε στα πλαίσια της επίτευξης σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων.
Ως μέτρο δε του ελέγχου της διατάραξης της ισορροπίας αυτής χρησιμεύει κάθε φορά το ενδοτικό δίκαιο, που ισχύει για τη συγκεκριμένη σύμβαση και μάλιστα και κατά την «καθοδηγητική λειτουργία» που επιτελεί και κατά το μέτρο, που καλύπτει θέματα που δεν καλύπτονται με διατάξεις ενδοτικού δικαίου. Τα συμφέροντα και ενδιαφέροντα, η διατάραξη της ισορροπίας των οποίων σε βάρος του καταναλωτή μπορεί να χαρακτηρίσει ένα γενικό όρο άκυρο ως καταχρηστικό, πρέπει να είναι ουσιώδη, η δε διατάραξη αυτή πρέπει να είναι ιδιαίτερα σημαντική και να χαρακτηρίζεται σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστεως ως υπέρμετρη. Προς τούτο λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα και τα ενδιαφέροντα των συμβαλλομένων στη συγκεκριμένη σύμβαση μερών και εξετάζεται ποιο είναι το συμφέρον του μεν προμηθευτή προς διατήρηση του συγκεκριμένου όρου που ελέγχεται και ποιο εκείνο του καταναλωτή προς κατάργηση του. Δηλαδή ερευνάται ποιες συνέπειες θα είχε η διατήρηση ή κατάργηση του όρου για κάθε πλευρά, πως θα μπορούσε κάθε μέρος να εμποδίσει την επέλευση του κινδύνου που θέλει να αποτρέψει ο συγκεκριμένος γενικός όρος και πως μπορεί κάθε μέρος να προστατευθεί από τις συνέπειες της επέλευσης του κινδύνου με δική του ενέργεια. Αν η προβλεπόμενη από τον κρινόμενο γενικό όρο ρύθμιση είναι απλώς μη συμφέρουσα για τον καταναλωτή και η εντεύθεν επιβάρυνση του δεν είναι ουσιώδης ή αν η απόκλιση του γενικού αυτού όρου από νομοθετικές ενδοτικού δικαίου διατάξεις είναι τέτοια χωρίς να διαταράσσεται η καθοδηγητική λειτουργία του ενδοτικού δικαίου, τότε η διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας δεν είναι υπέρμετρη. Για να ορισθεί υπέρμετρη η διατάραξη της ισορροπίας αυτής θα πρέπει με την απόκλιση αυτή να αλλάζει η μορφή της συγκεκριμένης σύμβασης που έχει διαμορφωθεί με βάση τους κανόνες ενδοτικού δικαίου και να επέρχεται περιορισμός θεμελιωδών δικαιωμάτων του καταναλωτή ή των υποχρεώσεων του προμηθευτή κατά τέτοιο τρόπο ώστε να επαπειλείται ματαίωση του σκοπού της σύμβασης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη προκύπτει, δέχθηκε σχετικά τα ακόλουθα:
Ότι οι ασφαλιστικοί κίνδυνοι που ανέλαβε η εναγομένη, με βάση την παραπάνω σύμβαση ασφάλισης, να καλύψει, περιλάμβαναν, μεταξύ άλλων, την πυρκαγιά και την πτώση κεραυνού. Ότι, κατά το άρθρο 19, παραγρ. 1, του ν. 2496/1997, η ασφάλιση πυρκαγιάς περιλαμβάνει ζημίες που προκαλούνται από κινδύνους πυρκαγιάς και κεραυνού. Ότι, συνεπώς, ο κεραυνός αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των κινδύνων που ασφαλίζονται στον κλάδο ασφαλίσεως ζημιών από πυρκαγιά, όπως εν προκειμένω. Ότι, από την διάταξη αυτή δεν επιτρέπεται απόκλιση προς το έλασσον, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης προστασίας των ασφαλισμένων, μέσω ενός νομοθετικού πλαισίου που θα εγγυάται την ασφάλεια των συναλλαγών και θα παρέχει ένα υποχρεωτικά ελάχιστο όριο προστασίας στον καταναλωτή - ασφαλισμένο, συγχρόνως δε θα δίδει μία ικανοποιητική ρύθμιση των σχέσεων ασφαλιστή -ασφαλισμένου, λαμβάνοντας υπόψη τα εύλογα συμφέροντα του τελευταίου. Ότι, στο * ασφαλιστήριο συμβόλαιο και δη στην παραγρ. η' του άρθρου 4 των γενικών όρων ορίσθηκε ότι «δεν υπάγονται στην ασφαλιστική σύμβαση ζημιές από υπέρβαση ταχύτητας, υπερτάσεις, βραχυκύκλωμα, θέρμανση, σχηματισμό τόξου και διαφυγή ηλεκτρικού ρεύματος, οποιαδήποτε και αν είναι η αιτία των διαταραχών αυτών (περιλαμβανομένου και του κεραυνού) σε μηχανές, ηλεκτρικές συσκευές, ηλεκτρικές εγκαταστάσεις, που λειτουργούν με ηλεκτρισμό πάσης φύσεως, εργαλεία ή οποιαδήποτε άλλα αντικείμενα». Ότι, ο όρος, όμως, αυτός, που φέρει τον χαρακτήρα γενικού όρου των συναλλαγών και που συνάπτει η εναγομένη, παρέχοντας κάλυψη κατά του κινδύνου πυρκαγιάς και κεραυνού. Στην ουσία αναιρεί την ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρείας και ματαιώνει τον σκοπό για τον οποίο καταρτίθηκε η σύμβαση ασφαλίσεως, δηλαδή την κάλυψη από πυρκαγιά και κεραυνό, δεδομένου ότι ο κεραυνός από την φύση του είναι φαινόμενο υπέρτασης που προκαλεί αναγκαίως βραχυκύκλωμα. Ότι, με τον όρο αυτό η εναγομένη συνομολόγησε ουσιαστικά την απαλλαγή της, όσον αφορά τον κίνδυνο καταστροφής των ηλεκτρονικών και ηλεκτρικών μηχανημάτων, κ.λ.π. από την πτώση κεραυνού, με αποτέλεσμα να διαταράσσεται υπέρμετρα η ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του ασφαλισμένου καταναλωτή, καθόσον τα μηχανήματα αυτά, πέραν του κινδύνου καταστροφής από πυρκαγιά συνεπεία πτώσεως κεραυνού, καταστρέφονται από βραχυκύκλωμα, υπερθέρμανση, σχηματισμό τόξου, διαφυγή ηλεκτρικού ρεύματος, υπέρβαση ταχύτητας και υπέρταση, αιτίες που όλες συμπεριλαμβάνονται στον εξεταζόμενο γενικό όρο συναλλαγών. Ότι, ο όρος αυτός μάλιστα αντίκειται και στο προαναφερόμενο άρθρο 19 του ν. 2496/1997, που περιλαμβάνει τον κεραυνό στους ελάχιστους ασφαλιστικούς κίνδυνους της ασφάλισης ζημιών από πυρκαγιά, αποβλέποντας βεβαίως στις συνέπειες από την πτώση του, που είναι η πρόκληση φωτιάς και η πρόκληση βραχυκυκλωμάτων. Ότι, κατόπιν αυτών πρέπει να αναγνωρισθεί η ακυρότητα του πιο πάνω όρου ως καταχρηστικού και, δοθέντος ότι με τον όρο αυτό δεν έχει εισαχθεί απόκλιση από κάποιο κανόνα ενδοτικού δικαίου, να γίνει δεκτό ότι ο κίνδυνος αυτός καλύπτεται από την σύμβαση ασφαλίσεως.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, τις διατάξεις του άρθρου 19, παραγρ. 1, του ν. 2496/1997 και 2, παραγρ. 6, του ν. 2251/1994 αι ο αντίθετος εκ του άρθρου 559, αριθμ. 1 και 19, του Κ. Πολ. Δ. δεύτερος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Αποδεικνύεται με το ασφαλιστήριο, για το κύρος του οποίου αρκεί μόνον η υπογραφή του ασφαλιστή και έχει αποδεικτικό και όχι συστατικό χαρακτήρα, ενώ οι έντυποι όροι αυτού δεσμεύουν, κατά την 361 Α.Κ., τον ασφαλισμένο και όταν τους έχει υπογράφει.
Α.Π.325/2006 (Τμ.Α ' Πολ.)
Προεδρεύων: ΔΗΜ. ΣΟΥΛΤΑΝΙΑΣ,
Αντιπρόεδρος Εισηγητής: ΙΩΑΝ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ, Αρεοπαγίτης
Ι. Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559, Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (Ολ. Α.Π. 27 και 28/1998).
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, μέμφεται την προσβαλλομένη για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 361 Α.Κ., 189 και 192, Εμπ.ν., επειδή δέχθηκε, στην ελάσσονα πρόταση της, κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ως βάσιμη την ένσταση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, περί απαλλαγής της από την υποχρέωση της καταβολής του ασφαλίσματος, παρότι επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος (απώλεια των ασφαλισθέντων πραγμάτων κατά τη μεταφορά τους), λόγω παραβάσεως από τον ενάγοντα ασφαλισμένο και ήδη αναιρεσείοντα, από υπαιτιότητα του (αμέλεια), ασφαλιστικού βάρους πληροφόρησης της εναγομένης, επιβαλλόμενου με τον πέμπτο γενικό όρο της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης, που προσυπέγραψε και αυτός (ενάγων), συνιστάμενου δε στην υποχρέωση του να δηλώσει στην εναγομένη, κατά τον κρίσιμο χρόνο της κατάρτισης της ένδικης σύμβασης, την προγραμματισμένη να λάβει χώρα, κατά τη μεταφορά τους, μεταφόρτωση των ασφαλισθέντων εμπορευμάτων σε άλλο πλοίο σε ενδιάμεσο λιμένα, ενώ, κατ' αυτόν (αναιρεσείοντα), αν εκτιμούσε η προσβαλλομένη ορθά τον πέμπτο γενικό όρο του σχετικού ασφαλιστηρίου, θα έπρεπε να απορρίψει την ένσταση αυτή στην ουσία της, δεχόμενη ότι, για την απαλλαγή της εναγομένης από την καταβολή του ασφαλίσματος, απαιτείτο να είχε παραβεί αυτός τη σχετική συμβατική του υποχρέωση εν γνώσει του περιστατικού της μεταφόρτωσης αυτής, κατ' αναλογία προς τα ισχύοντα, κατ' άρθρο 202 Εμπ.ν., επί της υποχρεώσεως του ασφαλισμένου για προσυμβατική πληροφόρηση του ασφαλιστή.
Ο λόγος αυτός, κατά το νοηματικά πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 1 της Κ.Πολ.Δ. 559, είναι αόριστος, διότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει με σαφήνεια το νομικό σφάλμα της προσβαλλομένης, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται στις άνω πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές) της ελάσσονος προτάσεως της αναιρεσιβαλλομένης, που θεμελιώνουν την κρίση του Εφετείου για το βάσιμο του εν λόγω κρίσιμου ισχυρισμού (ένστασης) της εναγομένης, η ευθεία παράβαση των άρθρων 361 Α.Κ., 189 και 192, Εμπ.ν., με τη μορφή της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής τους.
Ο ίδιος λόγος, κατά το νοηματικά δεύτερο μέρος του, είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση πλημμέλειας της προσβαλλομένης από τον αριθμό 1 της Κ.Πολ.Δ. 559, στην πραγματικότητα πλήττεται αυτή απαραδέκτως, κατά την Κ.Πολ.Δ. 561, παραγρ. 1, για εκτιμητικό σφάλμα, όσον αφορά την αληθή έννοια, κατά τη συμφωνία των διαδίκων, του πέμπτου γενικού όρου της μεταξύ τους ασφαλιστικής σύμβασης.
II. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 185,189 και 192 του Α.Κ., 189 και 192 του Εμπ. ν. προκύπτει, ότι η ασφαλιστική σύμβαση καταρτίζεται με απλή συναίνεση, συντελείται από το χρόνο αποδοχής της αίτησης (πρότασης) για ασφάλιση από τον ασφαλιστή, και αποδεικνύεται με το ασφαλιστήριο, για το κύρος του οποίου αρκεί μόνο η υπογραφή του ασφαλιστή. Το ασφαλιστήριο αποτελεί αποδεικτικό απλώς και όχι συστατικό της σύμβασης έγγραφο, υπογράφεται αναγκαίως από τον ασφαλιστή, χωρίς να απαιτείται και η υπογραφή του αντισυμβαλλομένου, οι δε έντυποι όροι του δεσμεύουν, κατά την Α.Κ. 361, τον ασφαλισμένο, μεταξύ άλλων, και όταν τους έχει υπογράψει.
Εξάλλου, κατά την έννοια της Κ.Πολ.Δ. 559, αριθμ. 19, η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως όταν στην ελάσσονα πρόταση της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε στην ουσία της την έφεση του ενάγοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία, κατά παραδοχή κατ' ουσία της άνω ένστασης της εναγομένης, απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 31.8.1995 αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία εζητείτο να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσίβλητη οφείλει να του καταβάλει το ασφάλισμα (το ισόποσο σε € 160.220 $ ΗΠΑ). Έτσι, το Εφετείο δεν παραβίασε καμιά από τις προδιαλαμβανόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ούτε στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, εξ αιτίας ελλείψεως αιτιολογίας ή ελαττώματος σ' αυτήν, αφού εξέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις, το από τις αποδείξεις πόρισμα, στο οποίο κατέληξε, και τα πραγματικά γεγονότα που εκείνο δέχθηκε, και τα οποία ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των προδιαλαμβανόμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε κατά τα αναλυτικώς προεκτιθέμενα.
Ειδικότερα, η προσβαλλομένη δεν στερείται παντελώς αιτιολογιών, ούτε περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες στο ζήτημα της απαλλαγής της εναγομένης σε εκτέλεση του προαναφερθέντος συμβατικού όρου, με την έννοια (όσον αφορά την ανεπάρκεια), ότι δεν διαλαμβάνει το ακριβές περιεχόμενο του όρου 5 του ασφαλιστηρίου, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν δικαιολογείται η απαλλαγή της εναγομένης, αφού ρητώς και ειδικώς μνημονεύει, και μάλιστα κατ' αντιγραφή από τους γενικούς όρους του ασφαλιστηρίου, τον επίμαχο αυτόν όρο.
Επίσης δεν δέχεται η αναιρεσιβαλλομένη σε κάποια «μείζονα» σκέψη της, ότι η εναγομένη απαλλάσσεται αν δεν της δηλώσει ο ενάγων κάθε πληροφορία, ήτοι γνωστά σ' αυτόν περιστατικά σχετικά με τη μεταφορά, ούτε στη συνέχεια δέχεται αντιφατικά, ότι στις πληροφορίες περιλαμβάνονται και απλώς άγνωστα στον ενάγοντα περιστατικά, όπως αυτό της μεταφόρτωσης.
Τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα στον δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 19 της Κ.Πολ.Δ. 559, είναι αβάσιμα.
Κατά το μέρος του δε, που ο λόγος αυτός πλήττει, νοηματικά, την εκτίμηση από το Εφετείο του επίμαχου συμβατικού όρου κατά τον προεκτιθέμενο, αναιρετικά ανέλεγκτο, τρόπο, ως προς την έννοια του, ενώ, κατά τον αναιρεσείοντα, έπρεπε να δεχθεί, ότι, κατά την αληθή έννοια του εν λόγω συμβατικού όρου, η πληροφορία προϋποθέτει γνώση αυτού που βαρύνεται με την παροχή της και εν προκειμένω γνώση αυτού ως προς την μεταφόρτωση και όχι υπαίτια άγνοια του, είναι απαράδεκτος κατά την Κ.Πολ.Δ. 561, παραγρ. 1.
Α . Π. 232/2006 ( Τμ . Β 1' Πολ .)
Προεδρεύων : Θ . ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΣ , Αντιπρόεδρος
Εισηγητής : ΓΕΩΡΓ . ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ , Αρεοπαγίτης
ΕΠΕΙΔΗ , κατά τη διάταξη του άρθρου 6, παράγρ . 2, του ν . 3198/1955, κάθε αξίωση μισθωτού για καταβολή της κατά τον ν . 2112/1920 αποζημίωσης είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε εντός εξαμήνου από τότε που κατέστη απαιτητή.
Από τη διάταξη αυτή , η οποία θεσπίζει εξάμηνη αποσβε στική προθεσμία του δικαιώματος καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης και αποσκοπεί στην εκκαθάριση μέσα σε βραχύ χρονικό διάστημα των αξιώσεων αποζημίωσης απόλυσης , συ νάγεται ότι , με την υποβολή της σχετικής αγωγής του εργα ζομένου εντός της ως άνω αποκλειστικής προθεσμίας , εκπληρώνεται ο σκοπός της διατάξεως του άρθρου 6, παράγρ . 2, του ν . 3198/1955, αφού αποσαφηνίζονται οι αξιώσεις του μισθωτού και γνωστοποιούνται εγκαίρως στον εργοδότη.
Συνεπώς, μετά τη δι' αυτού του τρόπου άρση της αβεβαιό τητας ως προς την προβολή των σχετικών αξιώσεων του μι σθωτού, δεν γεννάται ζήτημα συμπληρώσεως της αποσβεστι κής προθεσμίας του εξαμήνου κατά τη διάρκεια της επιδικίας, αφού δεν μπορεί στην περίπτωση αυτή να τύχει ανάλογης εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 261 του Α . Κ .
Εξάλλου, αν ληφθεί υπόψη, ότι με το έκτακτο ένδικο μέσο της αναιρέσεως δεν εξετάζεται η ουσία της υποθέσεως αλλά η νομιμότητα της προσβαλλόμενης τελεσίδικης αποφάσεως και μάλιστα όχι για όλα τα νομικά σφάλματα αυτής, αλλά μόνο για τους περιοριστικά αναφερόμενους στα άρθρα 559 και 560 του Κ . Πολ . Δ . λόγους, γίνεται φανερό ότι ισχυρισμοί, που αφορούν την απόσβεση των ασκούμενων με την αγωγή αξιώσεων και αν ακόμη γεννήθηκαν μετά την άσκηση της αναιρέσεως δεν μπορούν να προταθούν στον Α.Π. και μόνο αν γίνει δεκτός κάποιος από τους προβαλλόμενους με την αναίρεση λόγους και αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, θα ερευνηθούν οι ισχυρισμοί αυτοί από το δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο θα επανεξετάσει την ουσία της υποθέσεως.
Ενόψει αυτών, ο ισχυρισμός, που πρότεινε εμπρόθεσμα με τις προτάσεις της ( άρθρο 570, παράγρ. 1, Κ . Πολ . Δ.) η αναιρεσίβλητη, ότι η ένδικη αγωγική αξίωση του αναιρεσείοντος για καταβολή αποζημίωσης απόλυσης υπέκυψε στην προαναφερόμενη εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία κατά τη διάρκεια της επιδικίας, με την άπρακτη πάροδο χρόνου μεγαλύτερου του εξαμήνου από την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (27.5.2002) μέχρι την κοινοποίηση αυτής στην αναιρεσίβλητη (16.9.2004) και είναι γι' αυτό απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, λόγω ελλείψεως του απαιτούμενου για την άσκηση και την συζήτηση αυτής έννομου συμφέροντος, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι είναι αβάσιμος για τον προαναφερόμενο λόγο, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος.
Επομένως η αίτηση, που έχει ασκηθεί νόμιμα και είναι παραδεκτή, πρέπει να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της ( άρθρο 577, Κ . Πολ . Δ .).
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559, αριθμ. 11, του Κ . Πολ . Δ . ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνο το γεγονός, ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου δεν στοιχειοθετεί τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο.
Στην προκείμενη περίπτωση , με τον πρώτο λόγο της αναίρεσε ως , από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559, αριθμ . 11, του Κ . Πολ . Δ ., προβάλλεται η αιτίαση , ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την από 22.8.1996 κατάσταση προσωπικού της αναιρεσίβλητης εταιρείας , αντίγραφο της οποίας , θεωρημένο από την Επιθεώρηση Εργασίας είχε προσκομίσει και επικαλεστεί ο αναιρεσείων και από την οποία προέκυπτε ότι η αναιρεσίβλητη είχε δηλώσει τον αναιρε σείοντα ως εργαζόμενο με μειωμένο ωράριο στην επιχείρηση της , με την ειδικότητα του λογιστή και με αποδοχές 150.000 δρχ ., κατά το έτος 1996.
Από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι ο αναιρεσείων προσκόμισε πράγματι και επικαλέστηκε στο Εφετείο το ανωτέρω έγγραφο προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι συνέ χισε να εργάζεται στην αναιρεσίβλητη και κατά το έτος 1996.
Για το έγγραφο αυτό μάλιστα παραπονέθηκε ειδικά ο αναιρε σείων με τον τέταρτο λόγο της εφέσεως του , ότι δεν λήφθηκε υπόψη από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και για την απόκρουση τούτου ασχολήθηκε διά μακρόν στις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου η αναιρεσίβλητη.
Στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαιώνεται, ότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του επί της ουσίας και από όλα τα έγγραφα που είχαν προσκομιστεί, από τη βεβαίωση αυτή όμως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι λήφθηκε υπόψη και η προαναφερόμενη κατάσταση προσωπικού, αφού στις αιτιολογίες του δέχεται ότι από το Ιανουάριο του 1996 ο αναιρεσείων εκδήλωσε την πρόθεση του να αποχωρήσει από την εργασία του και να ασχολείται μόνο με την υπογραφή των λογιστικών και μισθοδοτικών καταστάσεων αντί αμοιβής 50.000 δρχ. κάθε φορά και έτσι έπαψε από τις αρχές του έτους 1996 να υποβάλλεται σε οποιαδήποτε νομική εξάρτηση από την αναιρεσίβλητη, ως προς τον χρόνο και τον τρόπο της εργασίας του οπότε η τελευταία σύμβαση του ήταν αυτή της παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών. Όλα αυτά δέχθηκε το Εφετείο, χωρίς να αποκρούει την προκύπτουσα από την εν λόγω κατάσταση απασχόληση του αναιρεσείοντος, ως λογιστή, με μηνιαίες αποδοχές κατά το έτος 1996 ή να δίνει οποιαδήποτε εξήγηση για το περιεχόμενα της και δημιουργούνται γι αυτό σοβαρές αμφιβολίες για το αν την έλαβε υπόψη.
Επομένως, κατά τον σχετικό βάσιμο πρώτο λόγο της αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για περαιτέρω εκδίκαση από άλλους δικαστές ( άρθρο 580, παράγρ . 3, Κ . Πολ . Δ .)
Α . Π. ( Τμ . Β 1 Πολ .)
Προεδρεύων : 1212/2006 Θ . ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΣ , Αντιπρόεδρος
Εισηγητής : ΙΩΑΝ . ΔΑΒΙΛΛΑΣ , Αρεοπαγίτης
ΕΠΕΙΔΗ , από το συνδυασμό των άρθρων 648, 652, 656 και 349 - 351 Α . Κ ., 7, ν . 2112/1920 και 5, παράγρ . 3, ν . 3198/1955 προκύπτει, ότι στον εργοδότη ανήκει το δικαίωμα να εξειδικεύει τις υποχρεώσεις του μισθωτού και ειδικότερα να καθορίζει το είδος, τον τόπο, το χρόνο και τις άλλες συνθήκες παροχής της εργασίας του μισθωτού για την αρτιότερη οικονομοτεχνική οργάνωση της επιχειρήσεως προς επίτευξη των σκοπών της.
Έχει, δηλονότι, ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμετάλλευσης την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρηση του με βάση τα κρινόμενα από αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά δι' αυτήν κριτήρια ( Ολ . Α . Π . 25/2003).
Δεν επιτρέπεται, όμως, κατά την ενάσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος να προκαλείται υλική ή ηθική βλάβη στο μισθωτό κατά παράβαση διατάξεως νόμου ή της ατομικής σ. ε. ή κατά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπό την έννοια του άρθρου 281 Α. Κ., δηλ. κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.
Στις περιπτώσεις αυτές υπάρχει μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, που παρέχει στο μισθωτό, αν δεν αποδέχεται τη μεταβολή, το δικαίωμα είτε να τη θεωρήσει ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως και να αξιώσει τη νόμιμη αποζημίωση είτε, εμμένοντας στη σύμβαση, να απαιτήσει από τον εργοδότη να αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία υπό τους πριν από τη μεταβολή όρους, καθιστώντας αυτόν διαφορετικά υπερήμερο περί την αποδοχή της εργασίας αυτής.
Εξάλλου , μόνο το γεγονός της παροχής επί σειρά ετών της εργασίας σε ορισμένο ωράριο ή βάρδια , δεν σημαίνει , χω ρίς άλλο , και ότι δημιουργήθηκε σιωπηρά συμβατικός όρος για την απασχόληση του εργαζομένου μόνο στο ωράριο αυτό ή στη συγκεκριμένη βάρδια , ώστε η αλλαγή του ωραρίου ή της βάρδιας , που γίνεται από τον εργοδότη στα πλαίσια του διευθυντικού του δικαιώματος , να συνιστά μονομερή βλαπτική με ταβολή .
Για να συμβεί τούτο απαιτείται να συντρέχουν και άλλα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να συνάγεται σαφώς η βούληση του εργοδότη να διατηρήσει αμετάβλητο αυτό το ωράριο εργασίας ή αυτή την βάρδια του μισθωτού .
Με τις σκέψεις αυτές εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα αντίθετα, έκρινε βάσιμη την αγωγή, αναγνώρισε ότι η από μέρους της αναιρεσείουσας ως άνω μεταβολή του ωραρίου εργασίας του αναιρεσίβλητου συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σ. ε. του, και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να τον απασχολεί με το συμβατικό, σταθερό, ωράριο του στην τελευταία βάρδια του ωραρίου εργασίας της επιχείρησης της και κατά τις ημέρες Δευτέρα έως και Παρασκευή και Κυριακή.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 648, 652, 656, 281 και 349 - 351, Α . Κ . 7, ν . 2112/1920 και 5, παράγρ . 3, ν . 3198/1955.
Αφού δεν εκθέτει περιστατικά, από τα οποία να συνάγεται σαφώς η βούληση της αναιρεσείουσας όπως - στα πλαίσια της συμβατικής ελευθερίας υπό τη μορφή της ελευθερίας καθορισμού του περιεχομένου της σ. ε. από τα μέρη -διατηρήσει αμετάβλητη την τοποθέτηση του αναιρεσίβλητου στην τελευταία βάρδια, οπότε θα ήταν υποχρεωμένη να διατηρήσει και αυτή (βάρδια), ματαιώνοντας την αναδιάρθρωση της επιχειρήσεως της, ακόμη και αν αυτή επιβάλλονταν από την ανάγκη προσαρμογής στις μεταβαλλόμενες συνθήκες της αγοράς, για λόγους καθαρά οικονομοτεχνικούς.
Επίσης δεν αναφέρει, αν η παραμονή του επί εξαετία στην ίδια βάρδια αποφασιζόταν από όργανο της αναιρεσείουσας, που ήταν αρμόδιο για την κατάρτιση της συμβάσεως και την μεταβολή των όρων αυτής.
Συνεπώς, διέλαβε στην απόφαση του ανεπαρκείς αιτιολογίες στα ως άνω ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα και έτσι δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος του δικογράφου των προσθέτων; κατά το σχετικό δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559, αριθμ. 19, του Κ. Πολ. Δ., είναι βάσιμος και πρέπει, παρέλκουσας της έρευνας των λοιπών λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση ( άρθρο 580, παράγρ . 3, Κ . Πολ . Δ .).
Α . Π. 1689/2006 ( Τμ . Β 2 Πολ .)
Προεδρεύων : ΧΡ . ΜΠΑΛΝΤΑΣ , Αντιπρόεδρος
Εισηγητής : ΗΛ . ΓΙΑΝΝΑΚΑΚΗΣ , Αρεοπαγίτης
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 652 και 681 Α. Κ και 6 του ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/46 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ , προκύπτει , ότι , στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας και ο εργοδότης καθορίζει κατά τρόπο δεσμευτικό, σύμφωνα με τους συμβατικούς ή νόμιμους όρους, τον τόπο, τρόπο και χρόνο της εργασίας που θα παρέχει ο μισθωτός, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να ακολουθεί τις οδηγίες του εργοδότη.
Η σύμβαση εργασίας διαφέρει από τη σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών ως προς το κύριο στοιχείο της νομικής και προσωπικής εξάρτησης, το οποίο δεν υπάρχει στη σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ενώ από τη σύμβαση έργου διαφέρει, γιατί σ' αυτή (σύμβαση έργου) τα μέρη αποβλέπουν στην επίτευξη συγκεκριμένου τελικού αποτελέσματος, ενώ στη σύμβαση εργασίας αποβλέπουν στην εργασία του μισθωτού καθ' εαυτή.
Εξάλλου, από τα άρθρα 669, παρ. 2, του Α.Κ. , 1 του ν . 2112/1920 και 1 και 5 του ν . 3198/1955 προκύπτει , ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 Α. Κ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του Α. Κ.
Περαιτέρω, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις, που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά).
Δεν συντρέχει , όμως , περίπτωση καταχρηστικής καταγ γελίας , όταν δεν υπάρχει γι ' αυτή κάποια αιτία , αφού , ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της κα ι καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 Α. Κ , για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως : καταχρηστική , δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι ' αυ τή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφα νής αιτία , αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συ γκεκριμένους λόγους - που πρέπει να επικαλεστεί και να απο δείξει ο εργαζόμενος - εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 Α.Κ.
Κατά το άρθρο 559, αρ. 9, περ. γ', Κ . Πολ . Δ . αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως «αίτηση» , κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, για την οποία το δικαστήριο δεν αποφάνθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση , ο αναιρεσείων όπως προκύ πτει από το δικόγραφο της αγωγής του , ζήτησε ανάμεσα στα άλλα να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να καταβάλει σ ' αυτόν 3.600.000 δραχμές , ως αποζημίωση για τη μη λήψη της κανονι κής του αδείας , για το χρονικό διάστημα από 22.6.1994 μέχρι 31.12.2000. Το Εφετείο δεν έχει αποφανθεί για το αίτημα αυτό του αναιρεσείοντος .
Επομένως, ανεξάρτητα από τη βασιμότητα, νομική και ουσιαστική, του πιο πάνω αιτήματος, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 9, περ. γ', του άρθρου 559 Κ . Πολ . Δ . και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από τη διάταξη αυτή, με τον οποίο προβάλλεται η πιο πάνω πλημμέλεια, πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο κατά το παραπάνω κεφάλαιο (της αποζημίωσης για μη λήψη κανονικής αδείας), να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580, παρ. 3, Κ . Πολ. Δ .) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη σε πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος.
Α.Π. 379/2006 (Τμ. Β2 Πολ.)
Προεδρεύων : ΧΡ. ΜΠΑΛΝΤΑΣ, Αντιπρόεδρος
Εισηγητής : ΗΛ.ΠΑΝΝΑΚΑΚΗΣ, Αρεοπαγίτης
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 653 και 361 Α.Κ., 5, παρ. 1, του ν. 3198/1955 και 1 της 95/49 διεθνούς συμβάσεως «περί προστασίας του ημερομισθίου», που κυρώθηκε το ν. 3248/1955, συνάγεται, ότι μισθό δεν αποτελεί μόνο το πάγιο κατά μήνα ποσό, αλλά και το συμφωνούμενο ποσοστό επί της τιμής πωλήσεως των πωλουμένων ειδών, είτε από τον ίδιο το μισθωτό (παραγωγό - πλασιέ), είτε κατόπιν ενεργειών του (διευθυντή πωλήσεων κ.λπ.), εφόσον βέβαια το άνω ποσοστό (προμήθεια) καταβάλλεται από τον εργοδότη ως αντάλλαγμα, νόμιμο ή συμβατικό, της προσφερόμενης από το μισθωτό εργασίας.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 653 Α.Κ. 1 της Διεθνούς Σύμβασης 95, που κυρώθηκε με τον ν. 3248/1955 και 119, παρ. 2, της Συνθ. Ε.Ο.Κ. προκύπτει, ότι ο εργοδότης εκτός από το μισθό, που παρέχει στο μισθωτό κατά νομική δέσμευση η οποία απορρέει από το νόμο ή από τη σύμβαση, ως αντάλλαγμα για την εργασία του, μπορεί να προβαίνει σε οικειοθελές παροχές προς το μισθωτό, για τις οποίες δεν έχει νομική δέσμευση.
Η εν λόγω οικειοθελής ιδιαίτερη αμοιβή προς τον εργαζόμενο, όταν συνεχίζεται και επαναλαμβάνεται για μακρό χρονικό διάστημα και μάλιστα κατά τακτά χρονικά διαστήματα, καταλήγει σε σιωπηρή συμφωνία για τακτική καταβολή της με την έννοια του μισθού, οπότε δεν μπορεί πλέον να διακοπεί η καταβολή της από τον εργοδότη, εκτός εάν αυτός από την αρχή είχε δηλώσει ρητώς την επιφύλαξη του να διακόψει στο μέλλον την οικειοθελή παροχή.
Α . Π. 918/2006 ( Τμ . Β1' Πολ .)
Προεδρεύων : Θ . ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΣ , Αντιπρόεδρος
Εισηγητής : ΕΜΜ . ΚΑΛΟΥΔΗΣ , Αρεοπαγίτης
ΕΠΕΙΔΗ κατά το άρθρο 5, παράγρ. 3, εδάφ. α', του ν . 3198/1955, η καταγγελία της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας, που πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού και των άρθρων 1 και 3 του ν . 2112/1920 και 669 Α . Κ ., θεωρείται έγκυρη, εφ' όσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση.
Ως χρόνος καταβολής της αποζημιώσεως ορίζεται κατ' αρχήν, με τη ρητή διάταξη του άρθρου 2, παράγρ. 1, εδάφ. α' του ανωτέρω ν. 3198/1955 η ημέρα της λύσεως της βάσεως, εκτός αν η αποζημίωση υπερβαίνει τις αποδοχές έξι μηνών, οπότε ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στον απολυόμενο μισθωτό το μέχρι των αποδοχών έξι μηνών μέρος της αποζημιώσεως, το δε υπόλοιπο σε τριμηνιαίες δόσεις κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο εδάφ. β' της ανωτέρω παράγρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 3198/1955.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει , ότι , αν δεν καταβλη θεί η αποζημίωση ή το μέχρι των αποδοχών έξι μηνών μέρος της , κατά περίπτωση , την ημέρα , που επιδίδεται η έγγραφη καταγγελία στον απολυόμενο μισθωτό , η καταγγελία είναι άκυρη , η δε ακυρότητα δεν θεραπεύεται με τη μεταγενέστερη καταβολή της αποζημιώσεως .
Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ακόμη, ότι η καταβολή της αποζημιώσεως πρέπει να είναι πραγματική και δεν αρκεί η απλή προσφορά αυτής. Αν όμως ο εργαζόμενος, προς τον οποίο απευθύνεται η καταγγελία, αρνείται να εισπράξει την προσηκόντως προσφερόμενη αποζημίωση, τότε ο εργοδότης οφείλει σε εύλογο χρόνο να προβεί σε δημόσια κατάθεση του ποσού αυτής στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.
Ως εύλογος χρόνος θεωρείται αυτός που απαιτείται κατά τη συναλλακτική πείρα ( άρθρο 288 Α . Κ .) για τη συντέλεση των διατυπώσεων παρακατάθεσης της αποζημιώσεως, για τη σχετική δε κρίση λαμβάνονται υπόψη κατά περίπτωση η συμπεριφορά του εργαζομένου ή άλλες ειδικές συνθήκες που δικαιολογούν την καθυστέρηση.
Η παρακατάθεση όμως αυτή δεν κατέστη δυνατόν να πραγματοποιηθεί εντός της επομένης ημέρας, που μετέβη αυτή στην αρμόδια Υπηρεσία προς παραλαβή του ως άνω γραμματίου παρακαταθήκης, ενόψει των προεκτεθεισών συνθηκών, κυρίως δε της χρονικής αδυναμίας του δικαστικού επιμελητή προς επιστροφή του παραδοθέντος σ' αυτόν ποσού της αποζημιώσεως κατά την προηγούμενη ημέρα, σε συνδυασμό και προς το γεγονός, ότι η αναιρεσίβλητη εταιρεία αποτελεί μεγάλη επιχείρηση του ευρύτερου δημόσιου τομέα και εμφανίζει , όπως άλλωστε και οι όμοιες προς αυτήν επιχειρήσεις , δυσλειτουργία , λόγω γραφειοκρατικών διατυπώσεων .
Αυτές ακριβώς οι διατυπώσεις, που επιβάλλουν, για οποιαδήποτε ενέργεια των αρμοδίων υπαλλήλων της, την έγκριση αυτής από τον προϊστάμενο της αρμόδιας υπηρεσίας της, καθώς και το γεγονός ότι από την ημέρα, που επισκέφθηκε η αναιρεσείουσα τα γραφεία της αναιρεσίβλητης προς παράδοση του σχετικού γραμματίου παρακαταθέσεως της αποζημιώσεως της (Παρασκευή 30.12.2004) έως την 1.1.1995 μεσολάβησαν οι ημέρες του Σαββάτου και της Κυριακής, κατά τις οποίες δεν ήταν δυνατή η παρακατάθεση της, σε συνδυασμό και προς το ότι κατά την περίοδο των εορτών Χριστουγέννων - Νέου Έτους, λόγω των αδειών των περισσοτέρων υπαλλήλων, υπολειτουργούν όλες οι υπηρεσίες, ήταν και η αιτία που η αναιρεσίβλητη παρακατέθεσε τελικά το ποσό της αποζημιώσεως στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων την 5.1.1995.
Ενόψει των ανωτέρω, ο χρόνος παρακαταθέσεως της αποζημιώσεως ήταν εύλογος.
Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο, ότι η αναιρεσείουσα, παρερμηνεύουσα την απολύτως δικαιολογημένη αδυναμία της αναιρεσίβλητης να της παραδώσει το γραμμάτιο παρακαταθήκης της αποζημιώσεως, την αμέσως επομένη της επιδόσεως της καταγγελίας ημέρα (30.12.1994), κατά την οποία επισκέφθηκε τα γραφεία της και προκειμένου να στοιχειοθετήσει σχετικό λόγο ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής της σχέσεως, ισχυρίζεται ότι η από το δικαστικό επιμελητή προσφορά της αποζημιώσεως συγχρόνως με το έγγραφο της ως άνω καταγγελίας υπήρξε εικονική και έγινε μόνο φαινομενικά, αλλά ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσία, αφού δεν προέκυψε από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο.
Κατά συνέπεια, εφόσον αποδείχθηκε, ότι η αναιρεσίβλητη προσέφερε νομίμως και προσηκόντως την αποζημίωση στην αναιρεσείουσα και ότι λόγω της απουσίας της από την οικία της, παρακατέθεσε αυτήν εντός ευλόγου χρόνου στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, η καταγγελία είναι έγκυρη και επέφερε τη λύση της εργασιακής σύμβασης.
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις, καθώς και αυτές των άρθρων 138, 288, 323, 349, παράγρ. 2, 427, 431 και 669 του Α.Κ. και διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για όλα τα ζητήματα, που ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και αναφέρονται στο κύρος της ένδικης καταγγελίας και συγκεκριμένα α ) την κοινοποίηση εγγράφου, β ) την πραγματική προσφορά της αποζημιώσεως κατά την επίδοση του εγγράφου και την αδυναμία αυτούσιας καταβολής της στην αναιρεσείουσα, λόγω απουσίας της από την οικία της, γ ) την παρακατάθεση αυτής εντός των αμέσως επομένων τεσσάρων εργασίμων ημερών και δ ) το εύλογο του χρόνου αυτού.
Επομένως οι περί του αντιθέτου και από το άρθρο 559, αριθ. 1 και 19, του Κ . Πολ . Δ . πρώτος, δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, τρίτος και έκτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγοι της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι.
Α.Π. 919/2006 (Τμ, Β1' Πολ.)
Προεδρεύων: Θ. ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΣ, Αντιπρόεδρος
Εισηγητής: Γ. ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ, Αρεοπαγίτης
ΕΠΕΙΔΗ, η επιβολή πειθαρχικής ποινής από τον εργοδότη (ή από πειθαρχικό συμβούλιο, που ενεργεί ως όργανο του), όπως προβλέπεται είτε από την εργασιακή σύμβαση, είτε από το νόμο, αποσκοπεί στην ευταξία και την εύρυθμη λειτουργία της επιχειρήσεως και, άρα, συνιστά άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, η οποία δεν πρέπει να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο προαναφερόμενος σκοπός του δικαιώματος αυτού (άρθρο 281, Α. Κ.).
Εξάλλου με το άρθρο 46 του ν. 2169/1993 «Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις και άλλες διατάξεις» ορίζονται τα ακόλουθα: Το προσωπικό, που προσλαμβάνεται από τις Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις, είναι α) τακτικό, που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες της Οργάνωσης και καταλαμβάνει θέσεις, οι οποίες προβλέπονται από τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας της και β) με σ.ε.ο.χ., που καλύπτει ειδικές, έκτακτες, εποχιακές και πρόσκαιρες ανάγκες της Οργάνωσης.
Η υπηρεσιακή κατάσταση προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων ρυθμίζεται με την 27346/1990 κοινή απόφαση των Υπουργών Γεωργίας και Εργασίας «Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης Προσωπικού Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων» (Φ.Ε.Κ. 700/7.11.1990 τ. Β'), όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα για όσα θέματα δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού.
Κατά το άρθρο 56 του Κανονισμού αυτού - ο οποίος έχει ισχύ νόμου - η υπαλληλική σχέση του τακτικού (μόνιμου) προσωπικού των αγροτικών συνεταιρισμών, στο οποίο ανήκει το υπόλοιπο προσωπικό, εκτός από το έκτακτο, που προσλαμβάνεται με σ.ο.χ. μη δυναμένου να υπερβεί το δωδεκάμηνο για την αντιμετώπιση έκτακτων ή εποχιακών αναγκών (άρθρα 6, 7, 8), λύεται, εκτός άλλων, και με απόλυση.
Κατά το άρθρο 58 του ίδιου Κανονισμού η σ.ε. λύεται: α) αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας που ορίζεται το 65ο έτος, β) αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση 35ετούς πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας, γ) λόγω σωματικής ή πνευματικής ανικανότητας, δ) λόγω επιβολής της πειθαρχικής ποινής της οριστικής απόλυσης και ε) λόγω καταργήσεως θέσεως.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 50, παραγρ. 1, του Κανονισμού οι πειθαρχικές ποινές επιβάλλονται από το Δ.Σ. και είναι α) γραπτή επίπληξη, β) το πρόστιμο αποδοχών μέχρι ενός μήνα, γ) η προσωρινή (μέχρι τριών μηνών) απόλυση, με στέρηση αποδοχών και δ) η οριστική απόλυση.
Κατά την παραγρ. 2 του ίδιου άρθρου οι παραπάνω πειθαρχικές ποινές επιβάλλονται ανάλογα με τη σοβαρότητα του παραπτώματος κατά δίκαιη κρίση, ειδικά δε οι ποινές της προσωρινής και της οριστικής απόλυσης επιβάλλονται για σοβαρά πειθαρχικά παραπτώματα και ιδιαίτερα στις περιπτώσεις έντονης και αντιπειθαρχικής συμπεριφοράς, η οποία διατάραξε ή μπορεί να διαταράξει τη συνεργασία στις σχέσεις του προσωπικού, την πειθαρχία και την εύρυθμη λειτουργία της Οργάνωσης.
Στο άρθρο 49 του Κανονισμού ορίζεται η έννοια του πειθαρχικού αδικήματος και ενδεικτικά αναφέρονται πειθαρχικά παραπτώματα, μεταξύ των οποίων και η απρεπής συμπεριφορά του υπαλλήλου προς τους συναδέλφους του, τους συνεταίρους ή τους συναλλασσόμενους με την Οργάνωση, καθώς και η διάπραξη οποιασδήποτε αξιόποινης πράξης.
Τέλος στα άρθρα 51 και 52 του Κανονισμού καθορίζονται τα όργανα ασκήσεως πειθαρχικού ελέγχου και οι σχετικές εγγυήσεις υπέρ του εγκαλουμένου, ορίζεται δε περαιτέρω, ότι πειθαρχικές αποφάσεις, που επιβάλλουν ποινή βαρύτερη από την προσωρινή απόλυση τριών μηνών δεν έχουν ισχύ και δεν εκτελούνται, εάν δεν τύχουν προηγουμένως της εγκρίσεως του Πενταμελούς Πειθαρχικού Συμβουλίου που λειτουργεί στην ΠΑΣΕΓΕΣ.
Ειδικότερα επενέβη στον ηλεκτρονικό υπολογιστή - μηχανογραφικό σύστημα της πρώτης εναγομένης και με την προ σθήκη μη ορθών στοιχείων στα τηρούμενα από τον υπολογιστή στοιχεία, επαύξησε τα ποσά της μεσιτικής αμοιβής, που δικαιούνται να λάβουν οι ως άνω μεσίτες κατά τα ποσά των 998.907 δρχ. και 118.790 δρχ., πλην απέτυχε του σκοπού του, καθόσον η αρμόδια υπάλληλος της εναγομένης αντιλήφθηκε την παράνομη επέμβαση στον υπολογιστή και αρνήθηκε να καταβάλει σ' αυτούς τα παραπάνω ποσά.
Όταν διαπιστώθηκε η παραποίηση - αλλοίωση των στοιχείων του υπολογιστή διενεργήθηκε έρευνα, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ενάγων ομολόγησε την πράξη του και στη συνέχεια ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη για την πράξη της νόθευσης εγγράφου κατ' εξακολούθηση, ύστερα από την υποβολή της από 2.4.2001 σχετικής μηνυτήριας αναφοράς της πρώτης εναγομένης.
Συγχρόνως ο ενάγων διώχθηκε πειθαρχικώς για την παραπάνω πράξη του, για την οποία επιβλήθηκε σ' αυτόν η ποινή της οριστικής απόλυσης με τη 1424/6.4.2001 απόφαση του Δ.Σ. της πρώτης εναγομένης (που ενεργούσε ως το αρμόδιο πειθαρχικό όργανο), η οποία επικυρώθηκε με την 141/29.11.2001 απόφαση του πειθαρχικού συμβουλίου της δεύτερης εναγομένης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης ΠΑΣΕΓΕΣ, που ενεργούσε ως δευτεροβάθμιο πειθαρχικό όργανο.
Η πειθαρχική αυτή ποινή δεν είναι υπέρμετρα αυστηρή, αλλά ανάλογη με τη βαρύτητα του παραπτώματος του ενάγοντος, το οποίο - έστω και με εντολή του διευθυντή της επιχειρήσεως της πρώτης εναγομένης - πέραν της πειθαρχικής απαξίας, συνιστά και αξιόποινη πράξη, πλημμεληματικού μάλιστα χαρακτήρα, που έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση και κατά κατάχρηση των υπηρεσιακών καθηκόντων του, μπορούσε δε να προκαλέσει σοβαρή οικονομική ζημία προς όφελος τρίτων και σε βάρος της πρώτης εναγομένης, ανεξαρτήτως του ότι δεν επήλθε τελικώς το αποτέλεσμα αυτό από λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς του ειδικότερα λόγω της εξιδιασμένης επιμέλειας και προσοχής που επέδειξαν άλλοι υπάλληλοι αυτής, οι οποίοι αντιλήφθηκαν εγκαίρως τα τεκταινόμενα.
Η πράξη αυτή του ενάγοντος μπορούσε να προκαλέσει επίσης και ηθική ζημία και μείωση του κύρους της πρώτης εναγομένης, ως συλλογικού οργάνου εκπροσώπησης των πα ραγωγών - μελών των αγροτικών συνεταιρισμών, που τη συ γκροτούν.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο - επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση - έκρινε, ότι η απόλυση του αναιρεσείοντος δεν υπερβαίνει τα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, που ασκήθηκε διά μέσου της ως άνω πειθαρχικής διαδικασίας.
Με την κρίση του αυτή, δεν παραβίασε τις διατάξεις που προεκτέθηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της αναλογίας της πειθαρχικής ποινής της οριστικής απολύσεως του αναίρεσε ιόντος προς την βαρύτητα του παραπτώματος του και επομένως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559, Κ.Πολ.Δ., δύο λόγοι της αναιρέσεως.
Α.Π. 1089/2006 (Τμ. Β1 ' Πολ.)
Προεδρεύων: Ο. ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΣ, Αντιπρόεδρος
Εισηγητής: ΕΜ. ΚΑΛΟΥΔΗΣ, Αρεοπαγίτης
ΕΠΕΙΔΗ, κατά γενική αρχή του εργατικού δικαίου, που συνάγεται από τα άρθρα 3,174 και 679 του Α.Κ., 8 του ν. 2112/1920, 5, παράγρ. 1, του Αν . ν . 539/1945 και 8, παράγρ. 4, του ν. 4020/1959, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο, η παραίτηση του εργαζομένου από το δικαίωμα του να λάβει τις νόμιμες αποδοχές του είναι άκυρη, έστω και αν γίνεται εκ των υστέρων με τη μορφή της αφέσεως χρέους (άρθρο 454, Α.Κ.). Η ακυρότητα αυτή αφορά στα ελάχιστα όρια των μισθών και αποζημιώσεων, που προβλέπονται από το νόμο, τις Σ.Σ.Ε. ή άλλες κανονιστικές διατάξεις και συνεπώς η παραίτηση από συμβατικές εργατικές αξιώσεις είναι έγκυρη, κατά το μέρος, που οι αξιώσεις αυτές υπερβαίνουν τα ως άνω ελάχιστα όρια. Και στην τελευταία περίπτωση, πάντως, η (επιτρεπτή) παραίτηση από τις εργατικές αξιώσεις πρέπει να είναι ειδική και σαφής.
Εξάλλου, ειδικά ως προς την αξίωση για καταβολή τόκων, ενόψει του παρεπόμενου χαρακτήρα της, και της ανάγκης ειδικού και σαφούς καθορισμού των αξιώσεων από τις οποίες παραιτήθηκε επιτρεπτώς ο εργαζόμενος, η ακυρότητα της παραιτήσεως του από τις αξιώσεις αυτού για πληρωμή των νόμιμων αποδοχών του περιλαμβάνει, κατ' αρχήν, και τους οφειλόμενους επί των αποδοχών αυτών τόκους, εκτός αν προβλέπεται ειδικώς στην παραίτηση ότι ο εργαζόμενος παραιτείται και από το δικαίωμα του να ζητήσει τόκους επί των συγκεκριμένων αποδοχών, αφού μόνο τότε θα ήταν σαφές ότι ήθελε να παραιτηθεί από την παρεπόμενη αυτή αξίωση και στην περίπτωση ακόμη που θα ήταν άκυρη η παραίτηση του από τις κύριες αξιώσεις του.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως προκύπτει από αυτή, ότι η αναιρεσείουσα, που αρνήθηκε να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του αναιρεσιβλήτου - ο οποίος είχε τοποθετηθεί αναγκαστικά σ' αυτή κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 1648/1986 - έγινε υπερήμερη από 14.7.1992 έως 28.9.1993 και του όφειλε γι' αυτό τους μισθούς υπερημερίας του άνω διαστήματος, με το νόμιμο τόκο από το τέλος του μήνα που κάθε μηνιαίος μισθός έγινε απαιτητός, καθώς και τα αντίστοιχα επιδόματα των δώρων εορτών και της άδειας, με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής.
Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο ότι με τον υπ' αριθμ. 10 όρο της από 29.9.1993 σ.ε., που υπέγραψαν οι διάδικοι, ο αναιρεσίβλητος παραιτήθηκε «από κάθε αξίωση αποζημιώσεως για οποιαδήποτε αιτία», έκρινε όμως ότι η παραίτηση αυτή ήταν άκυρη και απέρριψε τους σχετικούς λόγους εφέσεως της αναιρεσείουσας.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 3,174, 180, 656, 679 του Α.Κ., 8 του ν. 2112/1920 και 8, παράγρ. 4, του ν. 4020/1959, αφού από τον παρατιθέμενο στην απόφαση όρο της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως δεν προκύπτει παραίτηση - και μάλιστα ειδική - από τους οφειλόμενους για τις επιδικασθείσες εργατικές αξιώσεις τόκους.
Επομένως ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559, αριθμ. 1,497 του Κ.Πολ.Δ., πρώτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση και πλημμέλεια από το άρθρο 559, αριθμ. 19, του Κ,Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο σε τι ακριβώς συνίσταται η αναφερόμενη «ελλειμματική αιτιολογία», δηλαδή ποια είναι τα στοιχεία που λείπουν και είναι αναγκαία για την επάρκεια της αιτιολογίας (Ολ. Α.Π. 32/1996).
Α.Π. 488/2006 (Τμ. Β2 Πολ.)
Προεδρεύων: ΧΡΗΣΤ. ΜΠΑΛΝΤΑΣ, Αντιπρόεδρος
Εισηγητής: ΑΝΑΣΤ.-Φ1ΛΗΤΑΣ ΠΕΡΙΔΗΣ, Αρεοπαγίτης
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 680, Α. Κ., 1, παραγρ. 2 και 3,4, παραγρ. 2,15, παραγρ. 1, 2 και 3 και 19, παραγρ. 2, του ν. 3239 /1955, όπως ο τελευταίος αυτός νόμος τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το ν.δ. 3755/1957, 2, περίπτ. 6, 7 του ν. 1876/1990,12, παραγρ. 1 και 4 του ν. 1767/1988 και 22, παραγρ. 2, του Συντάγματος σαφώς συνάγονται τα εξής: α) περιεχόμενο των σ.σ.ε. μπορεί να είναι και ο Κανονισμός Εργασίας β) Οι κανονιστικοί όροι της σ.σ.ε. έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ, δηλαδή ισχύ ουσιαστικού νόμου γ) Σε περίπτωση αντιθέσεως των όρων της ατομικής σ. ε. προς τους κανονιστικούς όρους της σ.σ.ε. υπερισχύουν οι ευνοϊκότεροι για τον εργαζόμενο όροι, ώστε να υποκαθίστανται οι δυσμενέστεροι όροι της ατομικής συμβάσεως από τους ευνοϊκότερους της συλλογικής σύμβασης και αντιστρόφως (Ολ. Α.Π. 461/1970). δ) Οι κανονιστικοί όροι της συλλογικής σύμβασης επενεργούν έξωθεν επί της ατομικής συμβάσεως, υποκαθιστώντας τους δυσμενέστερους όρους αυτής, για όσο χρόνο ισχύει η συλλογική σύμβαση και μέχρι την αντικατάσταση της με νεώτερη συλλογική σύμβαση και δεν ενσωματώνονται σε αυτή, δεν αποτελούν δηλαδή περιεχόμενο της ατομικής συμβάσεως, ε) Οι όροι εργασίας που ρυθμίζει η σ.σ.ε. μπορούν να τροποποιούνται με νεώτερη σ.σ. του ίδιου επιπέδου. Η νεώτερη συλλογική σύμβαση μπορεί να τροποποιεί τους όρους εργασίας της παλαιότερης τόσο υπέρ όσο και σε βάρος των εργαζομένων. Στη συσχέτιση δηλαδή των συλλογικών συμβάσεων του ιδίου επιπέδου δεν ισχύει η αρχή της προστασίας ή της ευνοίας υπέρ των μισθωτών, αλλά η αρχή των τάξεων, κατά την οποία η νεώτερη συλλογική σύμβαση καταργεί την προηγούμενη έστω και αν περιέχει δυσμενέστερες για τους μισθωτούς διατάξεις (Ολ. Α.Π. 461/1970).
Αντιθέτως αν με την ατομική σ. ε. έχει γίνει ρητή παραπομπή στους κανονιστικούς όρους ορισμένης σ.σ.ε., τότε οι όροι αυτοί καθίστανται περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης και εφόσον είναι ευνοϊκότεροι για το μισθωτό δεν μπορούν να μεταβληθούν με μεταγενέστερη σ.σ.ε., που περιέχει όρους δυσμενέστερους από τους όρους της προηγούμενης που με συμφωνία εργοδότη και μισθωτού κατέστησαν όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 648, 669, 672 και 673, Α. Κ., σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει και όταν από τον κανονισμό καταστάσεως προσωπικού ή τον οργανισμό λειτουργίας των υπηρεσιών του εργοδότη προβλέπεται η αυτοδίκαιη αποχώρηση του υπαλλήλου από την υπηρεσία του, λόγω της συμπληρώσεως του καθοριζομένου σ' αυτόν ορίου ηλικίας.
Από δε τις διατάξεις των άρθρων 669, Α. Κ., 1 και 5, παραγρ. 1, του ν. 2112/1920, 5 και 7 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου έχει το χαρακτήρα μονομερούς αναιτιώδους δικαιοπραξίας και χωρεί ελευθέρως, εκτός αν περιοριστεί με συμφωνία των μερών ή με διάταξη νόμου. Η άσκηση όμως του σχετικού δικαιώματος είτε του εργοδότη είτε του εργαζομένου, δεν είναι απεριόριστη και ανεξέλεγκτη, αλλ' υπόκειται στους περιορισμούς, που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., της οποίας η παράβαση επάγεται απόλυτη ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως, που λογίζεται ως μη γενομένη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 174 και 180 Α.Κ. Δεν θεωρείται όμως καταχρηστική η καταγγελία, έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυομένου ή την από πλευράς του παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων, καθώς και όταν οφείλεται σε πραγματική και ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά του προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συνάδελφο του εξαιτίας της οποίας διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία ή η πειθαρχική έννομη τάξη της εργοδοτικής επιχείρησης. Δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία σ. ε. λόγω: α) πλημμελούς εκτέλεσης καθηκόντων β) παράβασης συμβατικών υποχρεώσεων από τον μισθωτή, γ) ηθελημένης ανάρμοστης συμπεριφοράς του μισθωτού.
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 6, παραγρ. 1, του ν. 2112/1920 «η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχόμενη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος νόμου». Ο ίδιος κανόνας περιέχεται στο άρθρο 9, παραγρ. 1, του Β.Δ. 16/18.7.1920, προκύπτει δε και από το άρθρο 9, παραγρ. 1, του ν. 3514/1928.
Όμοιο κανόνα περιέχει και το άρθρο 3, παραγρ. 2, του Π.Δ. 572/1988 με το οποίο η Ελληνική νομοθεσία εναρμονίσθηκε προς την Οδηγία του Συμβουλίου της Ε.Ο.Κ. 77/187/14.2.1997.
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, εφόσον διατηρείται η ταυτότητα της επιχείρησης και η οικονομική της δραστηριότητα, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, την αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές με τον προηγούμενο εργοδότη σχέσεις. Το αποτέλεσμα δε αυτό επέρχεται. ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων (Ολ. Α.Π. 5/1994). Αυτοδίκαιη υποκατάσταση αποκατάσταση του νέου εργοδότη, εφόσον διατηρείται, η ταυτότητα της επιχείρησης και η οικονομική δραστηριότητα της.
Με την κρίση του αυτήν το Εφετείο κατά δη ενόψει το μεν της μη παραδοχής, κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, περί υπάρξεως ρητής των διαδίκων συμφωνίας για ενσωμάτωση στην ατομική σ.ε. του αναίρεσε ιόντος των όρων της από 20.1.1978 ε.σ.σ.ε. (η ισχύς της οποίας έληξε μετά την κατάρτιση της προαναφερθείσης νέας), αλλά αντιθέτως (της παραδοχής) περί συμφωνίας των διαδίκων ότι η σύμβαση αυτού (αναιρεσείοντος) θα διέπεται από τις εκάστοτε ισχύουσες σ.σ.ε., το δε της άνω περιγραφόμενης συμπεριφοράς του κατά την παροχή της εργασίας του, δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού οι εκτεθείσες αιτιολογίες του στηρίζουν επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων.
Συνεπώς οι περί του αντιθέτου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559, Κ. Πολ. Δ. πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Α . Π . 829/2006 ( Τμ . Β 2 Πολ .)
Προεδρεύων : ΧΡ . ΜΠΑΛΝΤΑΣ , Αντιπρόεδρος
Εισηγητής : ΣΠ . ΚΟΛΥΒΑΣ , Αρεοπαγίτης
Από τις διατάξεις των άρθρων 185,189,192, 201, 361 και 648, Α . Κ . συνάγεται , ότι η προκήρυξη από τον εργοδότη διαγωνισμού για την πρόσληψη σε θέσεις εργασίας , που είναι κενές ή που προ βλέπεται να κενωθούν μέσα σε ορισμένη προθεσμία , αποτελεί πρόταση προς αόριστο αριθμό προσώπων για τη σύναψη σ . ε . υπό την αίρεση της επιτυχίας στο διαγωνισμό , η δε υποβολή αιτήσεως και η συμμετοχή στο διαγωνισμό ενέχει αποδοχή της προτάσεως εκ μέρους των ενδιαφερομένων υποψηφίων , ενώ με την επιτυχία στο διαγωνισμό σε σειρά που βρίσκεται μέσα στον αριθμό των θέ σεων της προκηρύξεως , πληρούται η αναβλητική αίρεση και επέρχονται τα αποτελέσματα της συμβάσεως , που έκτοτε δεσμεύει αμφότερα τα μέρη .
Η πλήρωση της παραπάνω αιρέσεως ελέγχεται βάσει του άρ θρου 207, παράγρ . 1, Α . Κ . κατά το οποίο η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε , αν την πλήρωση της εμπόδισε αντίθετα προς την κα λή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωση της .
Αντίθετα για τον έλεγχο της επιτυχίας στο διαγωνισμό δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 371 Α . Κ ., αφού στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει αοριστία παροχής, που χρειάζεται να προσδιοριστεί, καθόσον τα στοιχεία για την επιτυχία ή μη προσφέρονται από τους όρους της διακηρύξεως (εξεταστική επιτροπή, μοριοδότηση προσόντων κ.α.).
Εξάλλου αν από την προκήρυξη του διαγωνισμού προκύπτει , ότι ο εργοδότης απευθύνει απλή πρόσκληση προς ενδιαφερομέ νους να υποβάλουν αίτηση και τα δικαιολογητικά έγγραφα των προσόντων τους και συγχρόνως ασκώντας φυσική ευχέρεια επι φυλάχθηκε να επιλέξει τους κατά την κρίση του καταλληλότε ρους , η συμμετοχή των υποψηφίων στην παραπάνω διαδικασία και στην τυχόν προβλεπόμενη προφορική συνέντευξη δεν επιφέ ρει κατάρτιση της εργασιακής συμβάσεως υπό αναβλητική αίρε ση , η δε επιλογή του εργοδότη δεν ελέγχεται βάσει του άρθρου 207, παράγρ . 1, Α . Κ .
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις αναφερόμε νες στην αρχή διατάξεις ουσιαστικού δικαίου με το να δεχθεί , σύμφωνα με την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλομένης , ότι δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις αυτές , καθόσον από το γενόμε νο δεκτό περιεχόμενο της προκήρυξης της αναιρεσίβλητης προέ κυπτε αντιθέτως , ότι η τελευταία εδεσμεύετο να τηρήσει τους όρους της προκήρυξης αυτής ως προς τον τρόπο αξιολόγησης των προσόντων των υποψηφίων , δηλαδή τη μοριοδότηση βάσει των εγγράφων δικαιολογητικών των προσόντων , που προβλέπο νταν κατά τη σύνταξη του καταλόγου με τη σειρά επιτυχίας του πρώτου σταδίου.
Επομένως η αναιρεσίβλητη δεν είχε φυσική ευχέρεια ελεύθερης επιλογής των κατά την κρίση της καταλληλότερων από τους υποψηφίους, αλλ' έπρεπε να προβεί σε αξιολόγηση αυτών σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστεως τηρώντας τους όρους της προκηρύξεως, ώστε να μη αλλοιωθεί η σειρά επιτυχίας υπέρ ορισμένων υποψηφίων σε βάρος της αναιρεσείουσας.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρ θρου 559, Κ . Πολ . Δ ., πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος στην ουσία του.
Α.Π. 150/2006 (Τμ. Β2 Πολ.) Προεδρεύων : ΧΡ. ΜΠΑΛΝΤΑΣ, Αντιπρόεδρος Εισηγητής : ΑΝ. ΠΕΡΙΔΗΣ, Αρεοπαγίτης
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648,656, 669, παρ 2, Α.Κ. 1, 2, 5 του ν. 3198/1955,1, 3 του ν. 2112/1920 προκύπτει ότι ο εργοδότης που κατήγγειλε ακύρως τη σύμβαση εργασίας και έτσι περιήλθε σε υπερημερία μπορεί να άρει την υπερημερία του με την επαναπρόσληψη του μισθωτού ή με δήλωση ότι δέχεται τις υπηρεσίες του υπό τους ίδιους όρους εργασίας ή με μεταγενέστερη έγκυρη καταγγελία της αυτής συμβάσεως.
Η νέα αυτή καταγγελία, η οποία μπορεί να γίνει από τον εργοδότη και επικουρικά, και με τον σκοπό να αρθεί η υπερημερία στην οποία είχε περιέλθει ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού, είναι νόμω επιτρεπτή και επιφέρει την λύση της εργασιακής συμβάσεως. δηλαδή με την επιφύλαξη κάθε δικαιώματος του από την προηγούμενη καταγγελία
Το κύρος της καταγγελίας αυτής δεν επηρεάζεται από τους λόγους, ότι έγινε κατά τον χρόνο που ο εργοδότης τελούσε σε υπερημερία ή κατά τον χρόνο, που η πρώτη καταγγελία δεν είχε ακόμη κριθεί τελεσίδικα ως άκυρη, αφού ευθέως ο εργοδότης αποβλέπει στην λύση της εργασιακής συμβάσεως και άρση της υπερημερίας του.
Τα ανωτέρω δεχθέν το Εφετείο και μετ' επικύρωση της πρωτόδικης αποφάσεως απόρριψαν την έφεση της αναιρεσείουοας κατ' ουσία και την ένδικη αγωγή της, με την οποία, μεταξύ των άλλων, ζητούσε την αναγνώριση της δεύτερης καταγγελίας ως άκυρης και την επιδίκαση μισθών υπερημερίας από 17.9.1999 μέχρι την συζήτηση της αγωγής, ως απαράδεκτη με την αιτιολογία, ότι αυτή ασκήθηκε μετά την πάροδο της τρίμηνης προθεσμίας του άρθρου 6, παραγρ. 1, του ν. 3198/1955, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 19 του ν. 435/1976, αφού επιδόθηκε στις 11.2.2000 και η επικουρική καταγγελία κοινοποιήθηκε στην αναιρεσείουσα στις 17.9.1999, δεν παραβίασε ευθές ή εκ πλαγίου τις παραπάνω διατάξεις, διαλαβόν στην προσβαλλόμενη απόφαση του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, ούτε παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, και οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες πρώτος και δεύτερος λόγοι του αναιρετηρίου από το άρθρο 559, αριθ. 1,14, και 19, Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Α . Π. 2051/2006 ( Τμ . Β 1 Πολ .)
Προεδρεύων : ΣΤ . ΓΑΒΡΑΣ , Αντιπρόεδρος
Εισηγητής : ΑΛΕΞ . ΝΙΚΑΚΗΣ , Αρεοπαγίτης
Κατά το άρθρο 7 του ν . 2112/1920 κάθε μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, που βλάπτει τον υπάλληλο θεωρείται ως καταγγελία.
Ως βλαπτική μεταβολή θεωρείται εκείνη που συνεπάγεται υλική ή ηθική βλάβη για τον μισθωτό, όπως είναι η διακοπή ή μείωση πρόσθετης παροχής, η οποία χορηγείται από τον εργοδότη στο μισθωτό κατά τη διάρκεια της εργασίας του τακτικά και ανελλιπώς, ως αντάλλαγμα νόμιμο ή συμβατικό της προσφερόμενης εργασίας του και με την αποδοχή της καταρτίζεται σιωπηρή σύμβαση περί τακτικής καταβολής της ως μισθού.
Εξάλλου ο εργοδότης, ασκώντας το από το άρθρο 652 Α.Κ. δι ευθυντικό του δικαίωμα , έχει την εξουσία να εξειδικεύσει κάθε φορά την υποχρέωση του μισθωτού για εργασία , καθορίζοντας τους όρους της παροχής της , τόπο , χρόνο και τρόπο, εκτός αν κωλύεται από διαφορετική δεσμευτική νομική ή συμβατική ρύθμι ση , ή αν η άσκηση του δικαιώματος αυτού προσκρούει στις αρχές των όρθρων 281 και 288 Α. Κ .
Παραλλήλως το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει και την εξουσία του εργοδότη , ως διευθυντή της εκμετάλλευσης , να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρηση του κατά τον προ σφορότερο τρόπο , όταν συντρέχουν οικονομικοτεχνικοί λό γοι, οπότε η μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας χωρίς συμβατική δέσμευση , δεν συνιστά βλαπτική μεταβολή .
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, με την οποία αυτοί ζητούσαν να αναγνωρισθεί ακυρότητα της βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας τους, να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να αποδέχεται αυτή ως και περαιτέρω και να τους καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά.
Με την κρίση του όμως αυτή το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αν η απόφαση της αναιρεσείουσας να μεταβάλει τον τρόπο απασχόλησης των αναιρεσιβλήτων, εξέρχεται των ορίων του διευθυντικού της δικαιώματος.
Ειδικότερα, δεν διευκρινίζεται προς τούτο, όπως ήταν αναγκαίο για την απόφανση επί του ανωτέρω ζητήματος, αν η συμφωνία περί παροχής πρόσθετης εργασίας με την κατ' οίκον ετοιμότητα περιελάμβανε υποχρέωση της αναιρεσείουσας να απασχολεί τους αναιρεσιβλήτους μετά τη λήξη του ωραρίου της σε εικοσιτετράωρη βάση με βάρδιες όλες τις ημέρες της εβδομάδας, επικοινωνώντας τηλεφωνικώς με αυτούς για την επίλυση των προβλημάτων στον τομέα της εργασίας τους, έτσι ώστε να παραμένει αμετάβλητο στο μέλλον το πρόγραμμα του μηχανογραφικού συστήματος "Η", ως προς τον τρόπο λειτουργίας του, τις ώρες απασχόλησης των αναιρεσιβλήτων σ' αυτό και το ύψος των σχετικών αποδοχών τους, τις οποίες η αναιρεσείουσα δεν μπορούσε να μειώσει.
Ότι δηλαδή τούτο αποτέλεσε όρο της μεταξύ τους συμβάσεως εργασίας, με την οποία έτσι αποκλείστηκε το δικαίωμα της αναιρεσείουσας να μεταβάλει τον τρόπο λειτουργίας του μηχανογραφικού της συστήματος "Η" και συναφώς το ωράριο εργασίας των αναιρεσιβλήτων για την υποστήριξη αυτού και τις αποδοχές τους.
Συνεπεία των ελλείψεων αυτών το Εφετείο στέρησε την από φαση του από νόμιμη βάση , κατά τη βάσιμη περί αυτού αιτίαση από το άρθρο 559, αριθμ . 19, Κ . Πολ . Δ . των συναφών πρώτου και δευτέρου λόγων της αναιρέσεως .
Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές ( άρθρο 580, παρ. 3, Κ . Πολ. Δ.)
σε περίπτωση κατά την οποία ο εργαζόμενος εκπληρώνει πλημμελώς από δόλο ή αμέλεια τις υποχρεώσεις, τις οποίες ανέλαβε με τη σύμβαση εργασίας.
Α.Π. 929/2006 (Τμ. 2 Πολ.)
Προεδρεύων: ΧΡ. ΜΠΑΛΝΤΑΣ, Αντιπρόεδρος
Εισηγητής: ΣΠ. ΚΟΛΥΒΑΣ, Αεροπαγίτης
Από τις διατάξεις των άρθρων 648 και 652, Α.Κ. προκύπτει, ότι αν ο εργαζόμενος εκπληρώνει πλημμελώς από δόλο ή αμέλεια τις υποχρεώσεις, που ανέλαβε με την σ.ε., είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει τον εργοδότη για τη ζημιά που του προξένησε.
Ο εργοδότης, που αξιώνει αποζημίωση κατά του μισθωτού με βάση τη μεταξύ τους σ.ε., οφείλει να επικαλεστεί την παράβαση της υποχρεώσεως του μισθωτού, τη ζημία του, ως και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της παραβάσεως και της ζημίας.
Το πταίσμα του μισθωτού, όπως σε κάθε περίπτωση ενδοσυμβατικής ευθύνης, τεκμαίρεται, ούτως ώστε προκειμένου να απαλλαγεί ο μισθωτός από την ευθύνη πρέπει κατ' ένσταση να επικαλεσθεί ανυπαρξία πταίσματος του και ειδικότερα ότι κατέβαλε την επιμέλεια, που όφειλε και στο βαθμό που όφειλε σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 652, παραγρ. 2, Α.Κ.
Επομένως αν δεν προβληθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας ισχυρισμός του εργαζομένου περί ελλείψεως πταίσματος του, το δικαστήριο δεν οφείλει να διαλάβει στην απόφαση του αιτιολογίες, που να θεμελιώνουν την υπαιτιότητα του εργαζομένου προσδιορίζοντας και το βαθμό του πταίσματος.
Α.Π. 46/2006(Τμ. Β1' Πολ.)
Προεδρεύων: Θ. ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΣ, Αντιπρόεδρος
Εισηγητής: ΓΕΩΡΓ. ΑΜΕΛΑΔΙΩΤΗΣ, Αρεοπαγίτης
Ι. Κατά το άρθρο 7, εδάφ.α, του ν. 2112/1920 «Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δϊ ην ισχύσυσιν οι διατάξεις του παρόντος νόμου».
Κατά τον όρο της διάταξης αυτής «μονομερής μεταβολή» θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται κατ' αθέτηση της εργασιακής σύμβασης, ανεξάρτητα αν αυτή είναι επωφελής ή βλαπτική για τον εργαζόμενο. Για την εφαρμογή όμως της εν λόγω διάταξης απαιτείται η μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ' αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία.
Σε περίπτωση που η ανωτέρω μονομερής μεταβολή δεν είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της συμβάσεως και γίνεται κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, ο εργαζόμενος δεν προστατεύεται μόνο από τη διάταξη αυτή του άρθρου 281 του Α. Κ., η οποία απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος.
Ειδικότερα ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης βάσει του διευθυντικού του δικαιώματος, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης. Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής εργασίας δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των παραπάνω σκοπών αλλά άλλων άσχετων με αυτούς επιδιώξεων του εργοδότη, τότε δεν υπάρχει χρήση αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος. Και τούτο γιατί η καλή πίστη επιβάλλει στο φορέα του δικαιώματος να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκηση του και κατά το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους. Τούτο ιδίως επιβάλλεται επί συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας καθόσον το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη για προσδιορισμό των όρων εκπλήρωσης της παροχής από το μισθωτό αποτελεί μονομερή εξουσία αυτού, η άσκηση της οποίας υπόκειται στους περιορισμούς που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, έστω και αν η εξουσία αυτού στηρίζεται στο νόμο ή στη συμφωνία των μερών.
Από τις προαναφερθείσες διατάξεις σε συνδυασμό με τις δια τάξεις των άρθρων 288, 648 και 652, Α. Κ. προκύπτει ότι στην περί πτωση συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή εν τη ασκήσει του διευθυ ντικού δικαιώματος του, προβεί κατά κατάχρηση αυτού στον προσδιορισμό της παροχής της εργασίας, ο μισθωτός έχει δια ζευκτικώς τις εξής δυνατότητες: α) Να αποδεχθεί τη μεταβολή, όποτε συνάπτεται νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάτ αξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) Να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη καταγγελία, εκ μέρους του, της εργασιακής σύμβ ασης και να απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης, που προβ λέπεται από το ν. 2112/1920, γ) Να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε εάν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτή καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή, εκφράζοντας την αντίδρασή του, να παράσχει την νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους.
Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε τις πατάξεις των άρθρων 7 του ν. 2112/1920 και 652 του Α .Κ., γιατί με τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά η απόσπαση του αναιρεσείοντα από την Ομάδα Αντιπαρακολούθησης και η ανάθεση σ' αυτόν καθηκόντων είχε το δικαίωμα από την εργασιακή σύμβαση να αναθέτει στον αναιρεσείοντα υπηρεσίες φύλαξης οποιουδήποτε είδους, ούτε βλαπτική για τον αναιρεσείοντα, αφού τα καθήκοντα του Επόπτη, δεν ήταν υποδεέστερα από τα καθήκοντα απλού μέλους της Ομάδας Αντιπαρακολούθησης. Και διέλαβε επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για τα ζητήματα αυτά, που ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επομένως οι περί του αντιθέτου και από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559, Κ. Πολ. Δ. πρώτος και τρίτος λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν.
II. Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559, αριθμ. 20, του Κ. Πολ. Δ. πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η αναιρεσίβλητη μετακίνησε τον αναιρεσείοντα από την Ομάδα Αντιπαρακολούθησης σε εκτέλεση εντολής που της δόθηκε με το από 15.5.2000 έγγραφο της Πρεσβείας των Η.Π.Α. και την υποχρέωνε να προβεί σε επιλεκτικές μετακινήσεις σε όλες τις θέσεις της δύναμης φύλαξης, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου, αφού δεν έλαβε υπόψη το τελευταίο τμήμα τούτου που ανέγραφε ότι οι προτεινόμενες μετακινήσεις φυλάκων δεν αποτελούν τερματισμό της συνεργασίας κανενός εργαζομένου ή απόπειρα μειώσεως του και ότι σε περίπτωση που κάποια μεταβολή κατέτεινε σε κάτι τέτοιο, η μετακίνηση μπορούσε να ετεροχρονισθεί.
Ο λόγος αυτός, πέραν της αοριστίας του - δεν εκτίθεται το συνολικό περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου, ώστε να προκύπτει από το αναιρετήριο αν το Εφετείο παρέλειψε πράγματι να αναγνώσει και να λάβει υπόψη ουσιώδες τμήμα του εγγράφου που μετέβαλε την έννοια του περιεχομένου που δέχθηκε ή αν εκτίμησε ανέλεγκτα το σύνολο τούτου και ανέφερε απλώς το ουσιώδες περιεχόμενο του, την έννοια του οποίου δεν μετέβαλε το τμήμα του εγγράφου που δεν αναφέρθηκε ειδικώς - πρέπει σε κάθε περίπτωση να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι δεν προσκομίζεται το παραπάνω έγγραφο, από την επισκόπηση του οποίου θα μπορούσε να διαπιστωθεί αν το Εφετείο δέχθηκε πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο εν λόγω έγγραφο.
III. Ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε με την ένδικη αγωγή του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής (άρθρο 561, παραγρ.2, Κ. Πολ. Δ.), ότι η μετάθεση του από το Τμήμα Αντιπαρακολούθησης σε θέση στατικού φύλακα της Πρεσβείας των Η.Π.Α. ήταν καταχρηστική, διότι έγινε από εχθρότητα και εκδίκηση προς αυτόν του προϊσταμένου του Τμήματος Φ. Λ. Ότι αυτός διέκειτο εχθρικώς προς τους εργαζομένους, μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσείων, λόγω διαμαρτυριών των τελευταίων προς τη Διεύθυνση της Επιχείρησης για απρεπή συμπεριφορά του προς αυτούς και πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του, ένεκα της οποίας οι εργαζόμενοι εκτίθεντο σε πολλαπλούς κινδύνους. Ότι ο Προϊστάμενος του Τμήματος Φ. Λ. θεωρούσε τον αναιρεσείοντα ως ένα από τους υποκινητές των εν λόγω εις βάρος του διαμαρτυριών και ήρξατο εναντίον του πόλεμο. Και ότι επιστέγασμα του εναντίον του πολέμου αυτού ήταν η αιφνιδιαστική ανακοίνωση εκ μέρους του προς τον αναιρεσείοντα την 19 Μαΐου 2000, και ενώ ο τελευταίος προσήρχετο για να αναλάβει υπηρεσία στο Τμήμα C. S., ότι από τη Δευτέρα (22.5.2000) δεν θα εργαζόταν πλέον στο Τμήμα αυτό αλλά θα παρείχε υπηρεσίες απλού φύλακα σε στατική φύλαξη της Πρεσβείας.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δεν έλαβε υπόψη του τον αγωγικό αυτόν ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ο οποίος έτεινε στη θεμελίωση του ασκουμένου με την αγωγή δικαιώματος και στηριζόταν στο άρθρο 281 Α. Κ., από το οποίο, όπως έχει αναπτυχθεί σε προηγούμενη σκέψη, προστατεύεται ο μισθωτός στην περίπτωση κατά την οποία ο εργοδότης κατά κατάχρηση του διευθυντικού του δικαιώματος αναθέτει σ' αυτόν υπηρεσίες διαφορετικές από εκείνες, που παρείχε.
Επομένως ο σχετικός από τον αριθμό 8 του άρθρου 559, Κ. Πολ. Δ. δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το κεφάλαιο της, με το οποίο απορρίφθηκε η επικουρική και στο άρθρο 281 Α. Κ. ερειδόμενη βάση της αγωγής, και να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς το κεφάλαιο αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συντεθεί από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
Η δικαστική δαπάνη πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της αναιρεσίβλητης που ηττάται (άρθρο 176, Κ. Πολ. Δ.).
Α . Π. 1109/2006 ( Τμ . Β 1 Πολ .)
Προεδρεύων : Θ . ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΣ , Αντιπρόεδρος
Εισηγητής : ΙΩΑΝ . ΔΑΒΙΛΛΑΣ , Αρεοπαγίτης
ΕΠΕΙΔΗ, από τη διάταξη του άρθρου 16 του ν . 551/1915, όπως ισχύει, που εφαρμόζεται και στην σύμβαση ναυτικής εργασίας κατά τα άρθρα 2 του ιδίου νόμου και 66 του Κ . Ι . Ν . Δ . ( ν . 3816/1958), προκύπτει ότι ο παθών εκ του ατυχήματος έχει δικαίωμα να εγείρει την αγωγή του κοινού δικαίου και να ζητήσει, σύμφωνα με τα άρ θρα 297, 298 και 914 Α . Κ ., πλήρη αποζημίωση μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν ή όταν επήλθε σε εργασία ή επιχείρηση, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και, εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών.
Στην τελευταία περίπτωση οι εν λόγω διατάξεις πρέπει να προβλέπουν ειδικώς τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων, δηλαδή να προσδιορίζουν τους όρους αυτούς, μνημονεύοντας και συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόπους για την επίτευξη τους(Ολ. Α . Π . 26/1995).
Εξάλλου, πέραν της περιουσιακής αποζημιώσεως ο παθών μπορεί να απαιτήσει και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η αξίωση αυτή κρίνεται πάντοτε κατά το κοινό δίκαιο (914, 922,932 Α . Κ .) εις τρόπον ώστε για τη θεμελίωση της δεν απαιτείται το ειδικό πταίσμα της μη τηρήσεως επιβαλλομένων όρων ασφαλείας, αλλά αρκεί το κατά το κοινό δίκαιο πταίσμα του εργοδότη ή των από αυτόν προστηθέντων ( Ολ . Α . Π . 1117/1986, Α . Π . 356/2001), εφόσον βεβαίως και στην περίπτωση αυτή υφίσταται αιτιώδης συνάφεια, μεταξύ της ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως και της επελθούσης ζημίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, ανελέγκτως, και τα εξής: Κατόπιν του από 22.3.2001 προσυμφώνου ναυτικής εργασίας, μεταξύ του ενάγοντος - αναιρεσείοντος και της δεύτερης εναγομένης-αναιρεσίβλητης, η οποία ενεργούσε ως αντιπρόσωπος στην Ελλάδα της πρώτης εναγομένης - αναιρεσίβλητης, αλλοδαπής εταιρείας, πλοιοκτήτριας του υπό σημαία Ελληνική δεξαμενόπλοιου ** της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο τρίτος εναγόμενος και αναιρεσίβλητος, ο ενάγων προσλήφθηκε και ναυτολογήθηκε αυθημερόν ως ναύκληρος στο πιο πάνω πλοίο στο Τριέστη της Ιταλίας, με συμφωνηθέντα μισθό τον προβλεπόμενο από την σχετική ΣΣΝΕ για την ειδικότητα του, ήτοι 2928,83 ευρώ και εργάστηκε με την ειδικότητα αυτή μέχρι τις 30.8.2001, οπότε λύθηκε η σύμβαση εργασίας λόγω του τραυματισμού του που έλαβε χώρα κάτω από τις ακόλουθες συνθήκες.
Βάσει αυτών των παραδοχών, το Εφετείο έκρινε ότι το ατύχημα αυτό δεν οφείλεται στην μη τήρηση εκ μέρους των εναγομένων ή των προστηθέντων από αυτούς ισχυουσών διατάξεων, που θεσπίζουν ειδικούς όρους ασφαλείας και μάλιστα των διατάξεων που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και απέρριψε γι' αυτό την στηριζόμενη στις διατάξεις του κοινού δικαίου κυρία βάση της ένδικης αγωγής. Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, από το άρθρο 559, αριθ. 1, του Κ. Πολ. Δ., προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι δεν είχαν εφαρμογή στην ένδικη περίπτωση οι ειδικές για τους όρους ασφαλείας ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Α.Π. 280/2006 (Τμ. Β1 Πολ.)
Προεδρεύων ; Θ. ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΣ, Αντιπρόεδρος
Εισηγητής :Μ. - Φ. ΧΑΤΖΗΠΑΝΤΑΖΗΣ, Αρεοπαγίτης
ΕΠΕΙΔΗ, οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας, κατά το προϊσχύσαν του ν.1876/1990 νομικό καθεστώς (άρθρο 1, ν. 3239/1955)
ρύθμιζαν τις συνθήκες, την αμοιβή και τους όρους της εργασίας, μεταξύ των οποίων και τους αναγόμενους στην επαγγελματική εξέλιξη και σταδιοδρομία των εργαζομένων, με την προϋπόθεση ότι τα θέματα αυτά δεν ρυθμίζονταν αποκλειστικά από άλλες διατάξεις. Οι συλλογικές αυτές συμβάσεις δέσμευαν κατ' αρχήν τα μέλη των συμβληθεισών επαγγελματικών οργανώσεων, εφόσον όμως είχαν υπογραφεί ενώπιον του Υπουργού Εργασίας ή του οργάνου, που αυτός είχε εξουσιοδοτήσει ή είχαν κηρυχθεί υποχρεωτικές με απόφαση του ίδιου Υπουργού, δέσμευαν όλους τους εργοδότες και τους εργαζόμενους του επαγγέλματος, το οποίο αφορούσαν, στην περιοχή όπου αυτές ίσχυαν (άρθρο 5, παρ. 2, ν. 3239/1955 και ήδη άρθρο 11, παρ. 2, ν. 1876/1990). Όταν σε ορισμένη εκμετάλλευση απασχολούνταν και μισθωτοί, που δεν ανήκαν στη συμβαλλόμενη επαγγελματική οργάνωση, δεν μπορούσαν μεν να περιληφθούν στη συλλογική σύμβαση γενικοί όροι, που ρύθμιζαν την υπηρεσιακή εξέλιξη των μισθωτών της συμβληθείσης οργάνωσης, αλλά ταυτόχρονα, λόγω της πλοκής και της αλληλεξάρτησης των εργασιακών σχέσεων, που υπήρχαν στην επιχείρηση, επηρέαζαν και τις σχέσεις των άλλων αυτών μισθωτών, που δεν δεσμεύονταν από τη συλλογική σύμβαση.
Περαιτέρω, το ν.δ. 3789/1957 καθιέρωσε μεν ειδική διαδικασία για την κατάρτιση των Κανονισμών εργασίας με τη ρύθμιση, κατά τους κείμενους νόμους, των κατά την εκτέλεση της εργασίας διαμορφουμένων σχέσεων μεταξύ των επιχειρήσεων, εκμεταλλεύσεων ή εργασιών και του κάθε φύσεως προσωπικού, αλλά δεν απαγόρευσε την κατάρτιση Κανονισμών με ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας.
Συνεπώς, οι Κανονισμοί εργασίας, που καταρτίσθηκαν με ειδική σ.σ.ε. του ν. 3239/1955 μετά την ισχύ του ν.δ. 3789/1957 και ρυθμίζουν τις συνθήκες, την αμοιβή και τους όρους της εργασίας, μεταξύ των οποίων και τους αναγόμενους στην επαγγελματική εξέλιξη και σταδιοδρομία των εργαζομένων, δεν είναι άκυροι απλώς και μόνο από το γεγονός ότι δεν τηρήθηκε η διαδικασία που προβλέπεται από το ανωτέρω ν.δ., παρά μόνο στις περιπτώσεις που θα ήταν ανίσχυρες και οι ειδικές σ.σ.ε., με τις οποίες ρυθμίζονται αντίστοιχα θέματα.
Εξάλλου, υπό την ισχύ του ν. 3239/1955, οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας, ως περιέχουσες κανονιστικές διατάξεις, αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς, η μη εφαρμογή έγκυρης και ισχυρής σ.σ.ε. ή η εφαρμογή άκυρης ή ανίσχυρης σ.σ.ε. θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 559, αριθμ. 1, Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1169/1999).
Τέλος, οι ειδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, που είχαν καταρτισθεί με το προηγούμενο νομικό καθεστώς του ν. 3239/1955, εφόσον εξακολούθησαν να ισχύουν και μετά την ισχύ του νέου ν. 1876/1990, ρυθμίζονται πλέον ως προς τα αποτελέσματα και τη λήξη ισχύος αυτών από τον τελευταίο αυτό Νόμο.
Αρκεί προς τούτο και ένα μόνο περιστατικό, το οποίο, αντικειμενικά θεωρούμενο, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, να καθιστά μη ανεκτή την περαιτέρω διατήρηση της συμβατικής σχέσης, ακόμα και χωρίς τήρηση προβλεπόμενης από κανονισμό πειθαρχικής διαδικασίας
Α.Π. 703/2006 (Τμ. Β2' Πολ.)
Προεδρεύων: ΧΡΗΠ. ΜΠΑΛΝΤΑΣ, Αντιπρόεδρος
Εισηγητής: ΗΛ. ΓΙΑΝΝΑΚΑΚΗΣ, Αρεοπαγίτης
Κατά το άρθρο 672 Α.Κ. καθένα από τα μέρη έχει δικαίωμα σε κάθε περίπτωση να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σε. για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει προθεσμία. Το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί να αποκλεισθεί με συμφωνία.
Σπουδαίο λόγο, κατά την έννοια την πιο πάνω διάταξης, αποτελούν πραγματικά περιστατικά τα οποία κατ' αντικειμενική κρίση καθιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή για τον καταγγέλοντα τη συνέχιση την συνέχιση της σ.ε..
Έτσι, η ουσιώδης παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων του μισθωτού αποτελεί σπουδαίο λόγο καταγγελίας. αρκεί δε ακόμα και ένα περιστατικό, το οποίο αντικειμενικά θεωρούμενο, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, να καθιστό μη ανεκτή την περαιτέρω διατήρηση την συμβατικής σχέσης για εκείνον που δικαιούται να την καταγγείλει.
Εξάλλου, κατά το εδάφιο β' του άρθρου 672, Α.Κ. θεσπίζεται αναγκαστικού δικαίου διάταξη, κατά την οποία το δικαίωμα της καταγγελίας για σπουδαίο λόγο δεν μπορεί να αποκλεισθεί με συμφωνία των μερών. Ακολουθεί ότι η πρόβλεψη στον κανονισμό του εργοδότη, που έχει συμβατική ισχύ, πειθαρχικών παραπτωμάτων και αντιστοίχων ποινών, δεν αφαιρεί από τον εργοδότη το δικαίωμα έκτακτης καταγγελίας, χωρίς προηγούμενη τήρηση της πειθαρχικής διαδικασίας, διότι επιδιώκονται διαφορετικοί σκοποί με την πειθαρχική διαδικασία και την καταγγελία για σπουδαίο λόγο της εργασιακής σχέσης, αφού με την πρώτη και όταν προβλέπεται από τον κανονισμό η ποινή της οριστικής παύσεως επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχειρήσεως, ενώ με τη δεύτερη απομακρύνεται ο εργαζόμενος του οποίου η εργασιακή σχέση δεν μπορεί να συνεχισθεί ως επαχθής για τον εργοδότη.
Η καταγγελία αυτή κατά παράλειψη της πειθαρχικής διαδικασίας ελέγχεται από τα δικαστήρια κατά τις διατάξεις του άρθρου 281 Α. Κ. Το δικαστήριο επίσης ερευνά αν στη συγκεκριμένη περίπτωση με την άσκηση του δικαιώματος απολύσεως παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκομένου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστεως και της αρχής της μη καταχρήσεως των δικαιωμάτων και απορρέει από τη Συνταγματική αρχή του Κράτους δικαίου, έχει δε καθιερωθεί με την πρόσφατη αναθεώρηση, στο άρθρο 25, παράγρ. 1, του Συντάγματος.
Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε, ότι ο αναιρεσείων διέπραξε τις πιο πάνω παραβάσεις, ότι η συμπεριφορά του συνιστά σπουδαίο λόγο δικαιολογούντα την καταγγελία της συμβάσεώς του, ότι η καταγγελία της συμβάσεώς του εκ μέρους της αναιρεσίβλητης δεν υπερβαίνει τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, ως εκ του ότι η καταγγελία εχώρησε μετά πάροδο μακρού χρόνου από την τέλεση των ως άνω πράξεών του, διότι η πάροδος μακρού χρόνου χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών δεν καθιστά καταχρηστική την καταγγελία και τέλος, ότι ενόψει της πολλαπλότητας και βαρύτητας της παραπάνω συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος δεν παραβιάσθηκε ούτε η αρχή της αναλογικότητας.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, ούτε και στα πλαίσια της αναλογικότητας, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 672, 281, 288, 361 και 653, Α.Κ., 5 του ν. 2112/1920, 7 του ν. 3198/1955 και 25, παράγρ. 1, του Συντάγματος. Τούτο διότι τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικό περιστατικά, μετά σαφηνείας, πληρότητας και χωρίς αντιφάσεις, συνιστούν κατ αντικειμενική κρίση, σπουδαίο για την αναιρεσίβλητη λόγο προς καταγγελία της συνδεούσης αυτήν με τον αναιρεσείοντα ε.σ., η οποία δεν υπερβαίνει προφανώς τα επιβαλλόμενα από τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. όρια και στην οποία (καταγγελία) είχε δικαίωμα να προβεί, παρά και την προβλεπόμενη, από τον, κατά το αναιρετήριο, έχοντα συμβατική ισχύ κανονισμό της, πειθαρχική διαδικασία (η κατά το άρθρο 26, παράγρ. 2, περίπτ. Γ' του κανονισμού της αναιρεσίβλητης διαδικασίας βεβαίωσης του σπουδαίου λόγου δεν συνιστά πειθαρχική διαδικασία), το δε ληφθέν από αυτήν μέτρο, δεν τελεί σε δυσαναλογία σε σχέση με την περιγραφείσα και ανελέγκτως δεκτή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος κατά την εκπλήρωση των από την ε.σ. απορρεουσών υποχρεώσεών του.
Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως (κατά το πρώτο σκέλος του) από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559, Κ. Πολ. Δ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559, αριθμ. 11, περίπτ. γ', Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Εξάλλου, κατά την έννοια του ποίο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346, Κ.Πολ.Δ.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τη διαβεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι και όλο το περιεχόμενό της δεν καταλείπετε αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα έγραφα που προσκομίσθηκαν, ανάμεσα στα οποία το 83/5.1.1995 εμπιστευτικό του Διευθυντή Προσωπικού της αναιρεσίβλητης προς αυτόν και η από 23.1.1995 απάντηση - απολογία του αναιρεσείοντος και επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμ. 11 του άρθρου 559, Κ. Πολ.Δ., είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμ. 20 του άρθρου 559, Κ. Πολ. Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο μόρφωσε γνώμη αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου και όχι όταν το συνεκτίμησε μαζί με τις άλλες αποδείξεις, χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο ως προς το πόρισμα περί υπάρξεως ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.
Στην προκείμενη απόδειξη, το Εφετείο συνεκτίμησε τα παραπάνω δύο έγγραφα καθώς και την απόφαση του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης μαζί με τις άλλες αποδείξεις και δεν μόρφωσε γνώμη αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών και επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος του, από τον αρίθμ. 20 του άρθρου 559, Κ. Πολ. Δ., με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι παραμορφώθηκαν τα παραπάνω έγγραφα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Μετά από όλα αυτά η αίτηση για αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης.
Γι' αυτό επί συστημένης επιστολής, μέσω των ΕΛΤΑ, δεν αρκεί η εγχείριση από τον ταχυδρόμο της γραπτής ειδοποίησης στον παραλήπτη ή η ρίψη του ειδοποιητηρίου ή της επιστολής στο γραμματοκιβώτιο του παραλήπτη, αλλά απαιτείται και η υπ' αυτού αυτοπρόσωπη παραλαβή της συστημένης επιστολής.
Α . Π. 1951/2006 ( Τμ . Δ ' Πολ .)
Προεδρεύων : ΑΘ . ΚΡΗΤΙΚΟΣ , Αντιπρόεδρος
Εισηγητής : ΠΑΝΑΓ . ΠΑΡΤΣΙΛΙΒΑΣ , Αρεοπαγίτης
ΕΠΕΙΔΗ η διάταξη του άρθρου 11, παρ . 2, του ν . 489/1976 ορί ζει ότι «η ακύρωση, η λήξη ή η αναστολή της ασφαλιστικής σύμβασης, μπορεί να αντιταχθεί κατά του τρίτου, που ζημιώθηκε μόνο αφού το ατύχημα συνέβη μετά πάροδο δεκαέξι ημερών από την εκ μέρους του ασφαλιστή γνωστοποίηση της ακύρωσης ή λήξης ή αναστολής. Η γνωστοποίηση γίνεται στην κατοικία ή διαμονή του ασφαλισμένου ή του αντισυμβαλλόμενου με επιστολή του ασφαλιστή προς αυτόν (άρθρο 7, παρ . 3, του ν . 2170/1993) » ,
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 167 Α. Κ «η δήλωση της βούλησης έχει νομική ενέργεια μόνο αφότου περιέλθει στο πρόσωπο στο οποίο απαιτείται να απευθυνθεί».
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η καταγγελία για τη λύση της σύμβασης ασφαλίσεως είναι μονομερής και ληψιδεής δήλωση της βούλησης του συμβαλλομένου μέρους .
Σύμφωνα με τη θεωρία της παραλαβής ή λήψεως, που δέχεται ο Α. Κ, η δήλωση θεωρείται συντελεσθείσα όχι απλώς από την αποτύπωση της στον εξωτερικό κόσμο (θεωρία της εκδηλώσεως), ούτε από τη γνώση του περιεχομένου της εκ μέρους του παραλήπτη, προς τον οποίο απευθύνεται (θεωρία της γνώσεως), αλλά από την παραλαβή της. Έτσι, για να παραγάγει τα αποτελέσματα της απαιτείται περιέλευσή της στον νόμιμο παραλήπτη.
Ο νομοθέτης, για να εξασφαλίσει την περιέλευσή της στον παραλήπτη, απαιτεί να περιέχεται σε έγγραφο χωρίς να είναι κατά νόμο απαραίτητο να είναι «συστημένο» το έγγραφο προς τον παραλήπτη που περιέχει τη γνωστοποίηση της λύσεως της συμβάσεως. Ο τρόπος αυτός κοινοποιήσεως εξασφαλίζει τη δυνατότητα γνώσεως εκ μέρους του παραλήπτη, προς τον οποίο και μόνο παραδίδεται.
Η επιλογή από το νόμο του τρόπου αυτού επιδόσεως οφείλεται στη σημαντική έννομη συνέπεια που αναφέρεται στη δυνατότητα προβολής από τον ασφαλιστή κατά του παθόντος τρίτου της λύσεως τη συμβάσεως ασφαλίσεως.
Συνεπώς, επί συστημένης επιστολής μέσω των Ελληνικών Ταχυδρομείων (ΕΛΤΑ) δεν αρκεί η εγχείριση από τον ταχυδρόμο της γραπτής ειδοποίησης στο παραλήπτη ή η ρίψη του ειδοποιητηρίου ή της επιστολής στο γραμματοκιβώτιο του παραλήπτη, αλλά απαιτείται και η παραλαβή ,της συστημένης επιστολής από τον παραλήπτη αυτοπροσώπως, οπότε εξασφαλίζεται η δυνατότητα γνώσεως εκ μέρους του του περιεχομένου της, Το έγγραφο της ασφαλιστικής εταιρείας μπορεί να επιδοθεί επί αποδείξει και από τον υπάλληλο της που εισπράττει τα ασφάλιστρα ή άλλον υπάλληλο της, πρέπει δε να επιδοθεί στον ίδιο τον παραλήπτη αυτοπροσώπως ( Α . Π . 1250/2001 Δνη 43.108).
Α.Π. 45/2006 (Τμ. Β1 Πολ.)
Προεδρεύων: Θ. ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΣ, Αντιπρόεδρος
Εισηγητής: ΕΜΜ. ΚΑΛΟΥΔΗΣ, Αρεοπαγίτης
ΕΠΕΙΔΗ, ο από το άρθρο 559, αριθμ. 8, Κ. Πολ. Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του πραγματικούς ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν. Δεν ιδρύεται όμως όταν το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό της διαφοράς με βάση τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται με πληρότητα στην αγωγή.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 349, 350 και 656, Α. Κ. προκύπτει, ότι σε περίπτωση άκυρης καταγγελίας της σ .ε. αορίστου χρόνου, ο εργοδότης καθίσταται από το λόγο αυτό και μόνο υπερήμερος και οφείλει να καταβάλει τις προσήκουσες αποδοχές στον ακύρως απολυθέντα, ο οποίος δεν υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του, μετά την καταγγελία, αφού στην περί αυτής δήλωση του εργοδότη περιέχεται αυτονοήτως και δήλωση βουλήσεως αυτού ότι δεν αποδέχεται πλέον τις υπηρεσίες του μισθωτού (Α.Π. 1191/1990).
Περαιτέρω, η παράλειψη του ενάγοντος να αναφέρει στην αγωγή με την οποία προβάλλει αξιώσεις από τη σ .ε., τα αναγκαία για το κύρος της συμβάσεως αυτής στοιχεία, μεταξύ των οποίων και το γεγονός ότι έχει εφοδιαστεί με άδεια εργασίας, όπου αυτή απαιτείται κατά νόμο, δεν καθιστούν την αγωγή αόριστη, ούτε το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να εξετάσει αυτεπαγγέλτως τη συνδρομή της προϋποθέσεως αυτής, και μόνον αν προβληθεί σχετικός ισχυρισμός από τον εναγόμενο, οφείλει ο ενάγων να προτείνει και να αποδείξει ότι έχει τέτοια άδεια.
Τέλος, κατά το άρθρο 562, παράγρ. 2, του Κ, Πολ. Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, 6) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Α.Π. ελέγχει την νομιμότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου από τους διαδίκους και γι' αυτό ακριβώς νέοι ισχυρισμοί, έστω και επιγενόμενοι, δεν μπορούν να προταθούν, ούτε για την θεμελίωση των λόγων αναιρέσεως, ούτε για την απόκρουση τους, αν δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερόμενες εξαιρέσεις.
Στην προκείμενη περίπτωση με τους λόγους της αναιρέσεως υπό στοιχεία ΙΙγ (κατά το δεύτερο μέρος του) και ΙΙε (κατά το τρίτο μέρος του) του κεφαλαίου Α', από το άρθρο 559, αριθμ. 8, Κ. Πολ. .Δ., πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση - με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του αναιρεσίβλητου περί καταβολής αποδοχών υπερημερίας, λόγω ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως και καταβολής μισθολογικών διαφορών διότι δέχτηκε το Εφετείο: 1) ότι η δήλωση της αναίρεσείουσας περί καταγγελίας της συμβάσεως εμπεριείχε και δήλωση περί αποκρούσεως των υπηρεσιών του αναιρεσίβλητου, και 2) ότι η ένδικη σ.ε. ήταν έγκυρη και συνακόλουθα ότι ο αναιρεσίβλητος ήταν εφοδιασμένος με την προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 3 του ν. 6422/1934 και 8, παραγρ. 2 και 16, του Β . Δ . 16/17.3.1950 άδεια εργασίας, χωρίς αυτός να προβάλλει τέτοιο ισχυρισμό.
Ο πρώτος από τους προαναφερόμενους λόγους πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού νομίμως το Εφετείο δέχτηκε ότι στη δήλωση της αναιρεσείουσας περί καταγγελίας της συμβάσεως εμπεριέχεται και δήλωση της βουλήσεως αυτής, ότι δεν αποδέχεται πλέον τις υπηρεσίες του αναιρεσίβλητου, ενώ ο δεύτερος από τους λόγους αυτούς πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η αναιρεσείουσα αμφισβήτησε στο Εφετείο την εγκυρότητα της εν λόγω συμβάσεως, λόγω ελλείψεως της απαιτούμενης γι' αυτό άδειας εργασίας του αναιρεσίβλητου, ώστε να ανακύψει η υποχρέωση του τελευταίου να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ήταν εφοδιασμένος με την εν λόγω άδεια.